Σάββατο, 28 Ιουλίου 2018

Περί αληθείας, γνώμης και ορθότητας.

Η αλήθεια γενικώς είναι μια έννοια πονηρή. Ιδίως η αλήθεια που δεν απαντά στο ερώτημα  αν είναι μέρα ή νύχτα, αλλά αυτή που για να εκφραστεί χρειάζεται κρίση. 

Θα έλεγα πως σε οποιοδήποτε σημαντικό ζήτημα υπεισέρχεται η υποκειμενική θεώρηση προς τεκμηρίωση της ορθότητάς του, δεν μπορεί να υπάρξει ασφαλές συμπέρασμα και ακολούθως μία αλήθεια που να το αφορά. Το όποιο επιχείρημα, υποχρεώνει μονάχα τον λέγοντα. Θα δούμε παρακάτω το γιατί...

Ως αλήθεια (του καθενός), θεωρήστε την κριτική γνώμη -ενός εκάστου- για κάθε  ζήτημα επί του οποίου -θεωρεί πως- έχει γνώση και συγχρόνως αγνοεί τις πιθανότητες πως ίσως η γνώμη του αυτή, όσο κι αν μοιάζει στα μάτια του ορθή, υπήρξε από τα γεννοφάσκια της λανθασμένη σε κάποιο μέρος της ή και στην ολότητά της για λόγους τους οποίους -ειλικρινώς- δεν περνούν καν μπροστά από τα μάτια του -και εξακολουθεί να μάχεται υπέρ αυτών....-.


Είναι γνωστό πως όλοι μας (έχει λεχθεί και τεκμηριωθεί σε παλαιότερα άρθρα) έχουμε ήδη διαμορφωμένες ιδέες -για οτιδήποτε αφορά τον κόσμο ή και εμάς τους ίδιους- από τις διδαχές κυρίως των ανθρώπων που στάθηκαν πλάι μας τις εποχές των μεγάλων ερωτήσεων και αποριών μας. Γονείς, δάσκαλοι, περίγυρος.

Ακολούθως με διαμορφωμένη την αρχική ιδέα περί του καλού, του  κακού και του άξιου, επαναδιαμορφώσαμε αρκετά αργότερα μία επόμενη άποψη περισσότερο προσωπική η οποία όμως δίχως αμφιβολία περιέχει τις πρώτες ύλες των  χρόνων που γαλουχούσαμε χαρακτήρα και ήμασταν δεκτικοί σε απορρίψεις ή αποδοχές νέων ιδεών.  

Μεγαλώνοντας, η εξυπνάδα μας, η οποία έκανε ταίρι ζηλευτό με το συμφέρον που ανακαλύψαμε, αποκρυστάλλωσε ένα νέο σχήμα. Περιχαράκωσε ένα νέο οικόπεδο το οποίο αμισθί φρουρούσαμε. Αποφασίσαμε να διαμορφώσουμε (αυθαίρετα εξ αντικειμενικής απόψεως, μόνο με εκείνα που γνωρίζαμε τη δεδομένη στιγμή, διότι πώς άραγε να έχει κανείς άποψη του κόσμου γενικότερα έχοντας βιώσει π.χ. είκοσι ή τριάντα χρόνια ζωής) το πλαίσιο εκείνο στο εσωτερικό του οποίου κινούμεθα (μέχρι σήμερα), πράττουμε και αντιδρούμε σε κάθε ερέθισμα. 


Αν λάβουμε δε υπ’ όψη μας πως ο κάθε ένας από εμάς επιθυμεί από τη φύση του να ανήκει σε ένα σύνολο ανθρώπων με όμοιους στόχους ή προσδοκίες (π.χ. οικογένεια, ομάδα, επαγγελματικός συνεταιρισμός, σωματείο) ώστε να μην νοιώθει κυρίως μόνος αλλά και για να απολαμβάνει το όμοιο και το δίκαιο(;) των ιδεών του, τότε θα πρέπει να προσθέσουμε με δυνατό εκθέτη και την επιρροή της ομάδας αυτής στη θέληση για τη δίκαια (όπως ειλικρινώς νομίζει) μάχη, διότι πλέον δεν φέρεται από τους γονείς ή τους δασκάλους στον νέο αγαπητό του χώρο, αλλά με προσωπική θέληση έχοντας πια λόγο, κρίση και στόχους.

Είναι πλέον η ώρα που το υποκείμενο δεν μάχεται πια μόνο για τις παραδόσεις αλλά πλέον και για τις δικές του αποκρυσταλλωμένες ιδέες. (που όμως εξακολουθούν αντικειμενικώς θεωρούμενες, να κρατούν ίσες αποστάσεις από το σωστό και το λάθος). Παράδειγμα οι οπαδοί των νεολαιών διαφορετικών πολιτικών παρατάξεων. Ποια απ' όλες έχει δίκιο;

Η θέληση λοιπόν αυτή τυγχάνει μιας μοναδικής υπεράσπισης διότι εκφράζει όχι μόνο τα διαμορφωμένα μας (είδαμε πώς) ‘πιστεύω’, αλλά και τις θελήσεις μας οι οποίες είναι μεν απολύτως ειλικρινείς αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και ορθές! 

Το 'γιατί' είναι προφανές: Διότι είμαστε αυτοί οι οποίοι αποφασίσαμε έτσι κατόπιν όλων των μοναδικών επιρροών οι οποίες μας έτυχαν αλλά και της σκέψης μας που δεν θα μπορούσε άλλη από τη συγκεκριμένη -μιας και προέρχεται από το αντικαθρέφτισμα των βιωμάτων μας-. Της μοναδικής αυτής σκέψης μας η οποία δεν θα μπορούσε να έρθει -στο βάθος της- σε απόλυτη συμφωνία με κανένα άλλο άνθρωπο.

Μπορεί βεβαίως ομάδες τις οποίες ακολουθούμε και πιστεύουμε, να συμφωνούν στις επικεφαλίδες των επιδιώξεών τους, αλλά όσο θα εμβαθύνουμε αναζητώντας την αρχή της αιτίας του λόγου της 'τάδε' δράσης, τόσο θα υπάρχουν όλο και περισσότερες διαφοροποιήσεις ώστε στο βάθος ή στην αρχή αν προτιμάτε του κορυφαίου λόγου περί μιας συλλογικής αποφάσεως ή ομαδικής πράξης, να υπάρχουν εντελώς διάφοροι λόγοι συγκατάνευσης. 

Λέμε ΝΑΙ λοιπόν στο να υπογράψουμε το Α ψήφισμα, αλλά το κάνουμε για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, των οποίων η διαφορά θα γίνει ορατή μόνο εφ’ όσον ψάξουμε πολύ βαθύτερα τους λόγους της συμφωνίας μας, οι οποίοι μπορεί να προέρχονται από ένα γεγονός της παιδικής μας ηλικίας ή κάποιου πρόσφατα διαμορφωμένου εξ΄αιτίας κάποιου συμφέροντος ηθικού ή υλικού. 

Για κάθε λόγο λοιπόν, υπάρχει και ένας αντίλογος. Σωστός ή λάθος. 
  • Αυτό που είναι λάθος για τον έναν, μπορεί να είναι ορθό για τον άλλον την ώρα όπου οι συνομιλητές είναι απόλυτα ειλικρινείς στους ισχυρισμούς τους.
Το σωστό ή το λάθος κρίνεται ασφαλέστατα από τις επιδιώξεις μας, άλλως τα συμφέροντά μας τα οποία δεν γίνονται ορατά από την πρώτη ματιά και αυτό συμβαίνει διότι δεν υπάρχει πάντα πίσω από αυτά ορατό υλικό όφελος. Υπάρχει όμως ακέραιη μια στέρεη ιδέα, μια ροπή ή τάση (π.χ. αλλιώς βλέπει το ίδιο ζήτημα ένας ριψοκίνδυνος κι αλλιώς ένας συντηρητικός). 

Ως συμφέρον και μάλιστα άξιο, εκτός των απτών άλλων, λογίζεται και η επιβολή της γνώμης μας. Σαφώς αξιότερη του χρήματος, μιας και το  τελευταίο δεν μπορεί να υπάρξει σε καθημερινή βάση, πίσω από κάθε μας συζήτηση. Το ηθικό πλεονέκτημα όμως από την αποδοχή των λεγομένων μας προσφέρει ικανοποίηση και αμοιβή, πίσω από την αναγνώριση που δείχνει να την έχουμε περισσότερο ίσως ανάγκη από το χρήμα. 

Και φτάνουμε στο μεγάλο ζητούμενο που δεν είναι άλλο από την αναθεώρηση της ιδέας που έχουμε κατασταλαγμένη και αφορά από το πρώτο πράγμα που αντικρίζουμε όταν σηκωνόμαστε από το κρεβάτι έως και όλα όσα έχουμε σκεφτεί στη μέχρι τώρα ζωή μας. 

Πόσοι έχουν το κουράγιο να ομολογήσουν με παρρησία ότι σε όλη τους τη ζωή υπάρχει περίπτωση να προσκυνούσαν λάθος ιδέες; 

Λίγοι. 

Οι πραγματικά ελεύθεροι (διότι ο πρώτος αφέντης του ανθρώπου-δούλου, είναι οι θεωρούμενες ορθές και αδιαπραγμάτευτες ιδέες του, οι θεωρήσεις οι οποίες προήλθαν και εξελίχθησαν σύμφωνα με τη πρόοδο της κάθε κοινωνίας και άρα ποτέ δεν ήταν πάγιες, μόνιμες και επομένως από τα γεννοφάσκια τους ορθές, αληθείς, ή αδιάλλακτες. Αδιάλλακτοι όμως είμαστε-γινόμαστε εμείς…).

Ελάχιστοι -εξακολουθώ υπάρχουν- και είναι εκείνοι που έχουν εμπεδώσει ότι δεν υπάρχει τίποτα το απόλυτο και πως όλοι έχουν το μερίδιο ενός δίκιου στους ισχυρισμούς τους και γι’ αυτό σίγουρα -το δίκιο ή το άδικο-υπεύθυνοι είναι οι λόγοι που συνηγόρησαν στη διαμόρφωση της όποιας τους πίστης. Λόγοι που σίγουρα δεν ήταν σωστοί ή λανθασμένοι. Ήταν απλά λόγοι. Τυχαία γεγονότα, φράσεις που ακούστηκαν (με επιχειρήματα ή όχι αδιάφορο...,) άνθρωποι που έτυχε να αλληλεπιδράσουν με εμάς, με τους φίλους μας, με τους γνωστούς μας σε κάποια σχέση πρώτης μορφής, δεύτερης ή τελευταίας, 

Οι οργές λοιπόν που αφορούν πράξεις, οι οποίες θα μπορούσαν να πάρουν χιλιάδες διαδρομές, είναι κραυγές ανθρώπων ταγμένων. Δούλων μιας ιδέας και ενός συμφέροντος όχι πάντα υλικού μα κυρίως ηθικού. Παραμένουν φωνές απελπισμένες που παλεύουν να βρουν δικαίωση, ώστε να αιτιολογήσουν στο μακρύ βάθος τους την πορεία μιας ζωής που δυστυχώς από πριν είχε οριστεί σε ένα όραμα που μπορεί να είναι μερικώς ορθό, αλλά και σε ίσες πιθανότητες μερικώς λαθεμένο. Σε πάσα περίπτωση όμως, (δεν είναι) τίποτα παραπάνω από μια πρόταση ίσης αξίας, τόσης, όσο το πηλίκο της διαίρεση των προτάσεων των απανταχού ανθρώπων...