Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

Κροατία-Σλοβενία με αυτοκίνητο.

Σκόπια - Νις - Λιουμπλιάνα (λίμνες Bled, Bohinj, σπήλαια Skocjan) - Μάριμπορ - Ζάγκρεμπ (Λίμνες Plitvice) - Νις - Σκόπια - Αθήνα.

Ημερομηνία έναρξης ταξιδίου:          17- Ιουνίου 2018
Διάρκεια εκδρομής:                            14 ημέρες
Σύνολο χιλιομέτρων                            4.100
Κόστος καυσίμου (αέριο)                    240 €
Αυτοκίνητο                                           Passat 1600cc
Κόστος διοδίων                                    107 € (Στο ποσόν δεν συμπεριλαμβάνονται τα διόδια Ελλάδας. - Fyrom 10€, Σερβία 25€, Κροατία 57€, Σλοβενία 15€. Τα ποσά αναφέρονται σε διαδρομές με επιστροφή πλην της Σλοβενίας όπου η ισχύς της κάρτας ήταν για μία εβδομάδα)
Κόστος καταλυμάτων :                          680 €
Συνολικό κόστος ταξιδίου                     1600 €

Tip Διαδρομής:

  • Βενζινάδικα για αέριο θα βρίσκετε σε όλη τη διαδρομή οπότε δεν πρόκειται να αντιμετωπίσετε κανένα πρόβλημα.
  • Στη Fyrom, στη Σερβία και στην Κροατία τα διόδια τα πληρώνουμε στους δρόμους όπως και στην Ελλάδα. Δεν χρειάζεται να έχετε αλλάξει ευρώ στο νόμισμα της χώρας που επισκέπτεσθε, αρκεί να έχετε κάρτα Master ή Visa. -ισχύει για όλες σας τις συναλλαγές-  Στη Σλοβενία αγοράζουμε vinιeta (αξία 15 €) από κάποιο βενζινάδικο, η οποία ισχύει για μία εβδομάδα.
  • Στη Fyrom καλό είναι να έχετε ευρώ σε κέρματα ή σε μικρά χαρτονομίσματα, καθώς ενδέχεται να σας δώσουν ρέστα σε Δηνάρια και εάν βρίσκεστε στην επιστροφή μπορεί να σας μείνουν.
  • Αυτονόητη θεωρείται η ύπαρξη gps.
  • Τσεκάρετε πάντα διευθύνσεις των σπιτιών ή των ξενοδοχείων που έχετε επιλέξει πριν ξεκινήσετε και συνδυάσετε τις διαδρομές που σας προτείνει το gps σας με αυτές του google maps.
  • Στη Fyrom και στη Σερβία οι χρεώσεις των κινητών είναι πολύ ακριβές. (ενημερωθείτε πριν ξεκινήσετε από τον πάροχό σας, ώστε να μη μείνετε από μονάδες χωρίς να το περιμένετε.
  • Αν επιστρέψετε από Fyrom να θυμάστε ότι δικαιούσθε μόνο 1 λίτρο δυνατού ποτού αγορασμένο από εκεί.  Κάτι ανάλογο ισχύει και για κρασιά ή τις μπύρες,  Ό,τι έχετε αγοράσει από χώρες μέλη της ευρωπαϊκής ένωσης να κρατάτε τις αποδείξεις ώστε να διεκδικήσετε το δικαίωμα της ατελούς εισόδου τους στη χώρα.
  • Τα ποτά στη Fyrom είναι ακριβότερα από ό,τι στην Βουλγαρία (1.50- 2 € το μπουκάλι) αλλά τα χιλιόμετρα προς τις βόρειες χώρες λιγότερα...

 Αθήνα Σκόπια (700 Χλμ)

Έχοντας την κακή εμπειρία από το προηγούμενο ταξίδι μας στο να βρούμε τη διεύθυνση του σπιτιού που είχαμε κλείσει στο Βελιγράδι επιλέξαμε με προσοχή ένα gps (το ανάλογο του κινητού δεν μας είχε καλύψει) 
  • Χωρίς να θέλω να κάνω κανενός είδους διαφήμιση μιας και δεν έχω κανένα όφελος θεωρώ ότι επέλεξα κάποιο το οποίο θα οδηγούσε ...και τυφλό. (Tomtom start 62)

Από τις προηγούμενες μέρες είχαμε τσεκάρει όλες τις διευθύνσεις των σπιτιών (airbnb) στα οποία θα μέναμε οπότε ξεκινούσαμε από Αθήνα σχεδόν σίγουροι (απόλυτα κανένας ποτέ δεν μπορεί να είναι) στις 6:30 το πρωί της Κυριακής (17/6/2018). Αποφύγαμε τα πρώτα τρία διόδια και μπήκαμε στην εθνική μετά το 90 χλμ. Η επιλογή ήταν να πληρώσουμε όλα επόμενα ώστε ...κάποτε να φτάσουμε στο μέρος της πρώτης μας διανυκτέρευσης στα Σκόπια.
Περάσαμε τα σύνορα με καθυστέρηση μισής περίπου ώρας, γεμίσαμε αέριο στο δεύτερο πρατήριο (0.52 €/λτρ) που βρήκαμε και ξεκινήσαμε...
Όλος ο δρόμος μέχρι τα Σκόπια είναι ανεκτός. Υπήρξαν μια ή δύο παρακάμψεις όπου οι διαδοχικές στροφές τους μας καθυστερούσαν αλλά τα χιλιόμετρα αυτά δεν ήταν πολλά. Όπως είπαμε μπορεί η εθνική τους οδός να μην είναι τέλεια αλλά σε καμία περίπτωση δεν προβληματίζει, άλλωστε δεν οδηγούσαμε πάνω από τα όρια που οριζόταν.


Φτάσαμε στο μέρος διαμονής μας το μεσημέρι στην ώρα που υπολογίζαμε. 
Σε κάθε σπίτι που κλείναμε πάντα απαιτούσαμε να υπάρχει ιδιωτικός χώρος στάθμευσης, στο συγκεκριμένο όμως δεν υπήρχε αλλά μας είχαν κρατήσει μια θέση σε ένα αδιέξοδο δρόμο εμπρός στο σπίτι.

Ξεκουραστήκαμε μια ώρα και βγήκαμε για μια αναγνωριστική βόλτα με τον καιρό να βρέχει. 





Στο δρόμο προς την πλατεία Macedonia.


Μέχρι να φτάσουμε στην κεντρική πλατεία όπου υπήρχε το άγαλμα του ...αρχαίου πολεμιστή, όλα ήταν, όπως θα ήταν, σε μια μεγάλη επαρχιακή πόλη, το θέαμα όμως της πλατείας θύμιζε -κατά τη γνώμη μας- προσπάθεια ανθρώπων που θέλουν, που έχουν ανάγκη -ίσως-, να αποδείξουν κάτι.


Πολλά τεράστια αγάλματα βολευύοταν στις ψηλές γκροτέσκες βάσεις τους γύρω-τριγύρω. Αγάλματα χωρίς 'συνέχεια' -που δεν χαλάσαμε χρόνο να φωγραφίσουμε-, με έκδηλη την ανάγκη του να: δείξουμε αυτά που έχουμε ή που κατασκευάσαμε ώστε να πούμε εκείνα που πρέπει να πούμε.




Το άγαλμα του Μ. Αλέξανδρου (ας μην κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε) πατούσε και αυτό σε μια μεγάλη βάση-συντριβάνι όπου ώρες-ώρες άναβαν από κάτω της φώτα, πράσινα κόκκινα και κίτρινα (σαν τις πεταλουδίστες που έβλεπε η Βουγιουκλάκη στη γνωστή ταινία). 


Το ίδιο άγαλμα με τον τρόπο που ήταν διακοσμημένο, θα μπορούσε να υπήρχε ως έμβλημα στον προαύλιο χώρο κάποιου καζίνο του Vegas. Σε καμία περίπτωση όμως δεν παρέπεμπε σε σοβαρή αναπαράσταση-μνημείο, ιστορίας.



Μετά την κεντρική πλατεία υπήρχε η γέφυρα.
Περπατήσαμε προς τα εκεί τη συνοδεία των αγαλμάτων στα οποία υπάρχει ένα εμφανές κόλλημα των υπευθύνων του έθνους, αλλιώς δεν εξηγείται ούτε το μέγεθος των ογκωδών κατασκευασμάτων αλλά ούτε και η πληθώρα. Υπάρχουν ακόμα και μέσα στον  ποταμό που από τη βροχή είχε μεταλλάξει το χρώμα του σε κάποια απόχρωση του καφέ.


Πάνω από τη γέφυρα ρίξαμε μία ακόμα ματιά στη πλατεία, όπου αν εξαιρούσε κανείς το σύγχρονο κιτς που ενισχυόταν από το ενοχλητικό ηχητικό συνονθύλευμα μοντέρνας μουσικής το προερχόμενο από τα περίπτερα των διαφημιζομένων (τριών  τον αριθμό) αυτοκινήτων, σε κάποια μακρινή αποστροφή της θα λέγαμε ότι θύμιζε υπόλοιπο άτακτο αρχαιοελληνικής απομίμησης.



Μετά τη γέφυρα τα πράγματα έγιναν κάπως καλύτερα. Καλά δεν έγιναν ποτέ. Μια κάπως πιο συμπαθητική γωνιά της πόλης φάνηκε με ένα γραφικό ανηφορικό σοκάκι με μπαρ και μερικές ταβέρνες όπου μπορούσες να πιεις μια μπύρα και να φας κάτι σαν το δικό μας σουβλάκι (ψωμί με μπιφτέκι) καθισμένος σε καφέ σκούρα ξύλινα καθίσματα, τα οποία γίνονταν ταίρι καλό με την εικόνα και το ύφος του σημείου της πόλης. 

Υποθέτοντας ότι είναι για τουρίστες τα αποφύγαμε και επιστρέψαμε για κάτι πρόχειρο σε κάποιον φούρνο του οποίου είχαμε τη διεύθυνση από την Αθήνα και βρισκόταν πολύ κοντά στο σπίτι μας. Ο συγκεκριμένος φούρνος προτεινόταν από άλλους επισκέπτες για την ποικιλία και την ποιότητά του...

Τον βρήκαμε εύκολα, όμως δεν σέρβιρε μπύρα (που διακαώς ήθελα), μόνο χυμούς και ένα συσκευασμένο ρόφημα γιαουρτιού το οποίο μάλλον συνόδευε όλα γενικώς τα σερβιριζόμενα. Το μαγαζί δεν έπαιρνε κάρτα για πληρωμή, αλλά δεχόταν ευρώ και επέστρεφε τα ρέστα σε δηνάρια. Το κάναμε, αφού δεν υπήρχε άλλη λύση και ούτε διάθεση για περαιτέρω ψάξιμο ή περπάτημα. Ουρά στην παραλαβή της παραγγελίας ο κόσμος, έτσι άφησα τη γυναίκα μου να περιμένει να παραλάβει τα πληρωμένα και πετάχτηκα παραδίπλα να πάρω μπύρα για εμένα. Επέστρεψα όταν οι επιλογές μας (κάτι σαν τις δικές μας τυρόπιτες) βρισκόταν ήδη στο ψηλό τραπεζάκι. Τα δοκιμάσαμε. Κατά τη γνώμη μου ήταν μέτρια όλα, με εξαίρεση τον συνδυασμό του ροφήματος του γιαουρτιού που έδενε περισσότερο από ότι η μπύρα με αυτά που τρώγαμε. Η γυναίκα μου πάντως ήταν περισσότερο επιεικής...


Επιστρέψαμε στο σπίτι για το οποίο είχαμε πληρώσει 20 €. Βρισκόταν στην αυλή στο πίσω μέρος του κυρίως σπιτιού της Σκοπιανής οικογένειας. Προκάτ κατασκευή 20 περίπου τ.μ.Καθόσουν στο κρεββάτι και έφτανες άνετα στο μικρό τραπεζάκι και άνοιγες και το παράθυρο να πάρεις αέρα. (σύμφωνοι υπερβάλλω λίγο) αλλά το διαμέρισμα ήταν ελάχιστο, χώρια που δεν είχε σεντόνια για σκέπασμα αλλά μόνο πάπλωμα!

Στην αυλή υπήρχε το δικό μας κι άλλο ένα δεύτερο παρόμοιο διαμέρισμα, μεσοτοιχία με το δικό μας, με μηδενική ηχομόνωση. Το διαπιστώσαμε καθώς μπήκαμε μέσα συγχρόνως με ένα άλλο ζευγάρι. Πρόβλημα ήχου πάντως δεν είχαμε προφανώς λόγω τύχης. Θα μου πείτε με 20€ τι περιμένεις... 
Περιμένετε όμως και θα δείτε...
Φύγαμε την επόμενη νωρίς το πρωί για Νις.

 Σκόπια Νις (214 χλμ)

Ξεκινήσαμε νωρίς να προλάβουμε τυχόν κίνηση στα σύνορα ώστε να φτάσουμε νωρίς να έχουμε χρόνο να δούμε την πόλη. Το στρατόπεδο των Ναζί, Red Cross που είχαμε σκοπό να δούμε, τη Δευτέρα ήταν κλειστό...

Μπορεί τα χιλιόμετρα να φαντάζουν λίγα όμως δεν καταφέραμε να τακτοποιηθούμε νωρίτερα από το μεσημέρι. Οι λόγοι ήταν δύο: Πρώτα μία ωριαία καθυστέρηση στα σύνορα (τελικά δεν την αποφύγαμε) και κατόπιν τα έργα στο δρόμο προς Νις. Ο δρόμος αρχικά έκανε μία παράκαμψη η οποία ήταν λίγων χιλιομέτρων και η καθυστέρηση μικρή. Η δεύτερη όμως παράκαμψη μήκους είκοσι περίπου χιλιομέτρων μας δημιούργησε μεγάλη καθυστέρηση (μέσα από ωραία τοπία, όλα να τα λέμε). Οδηγηθήκαμε μέσω ενός στενού δρόμου όπου έτυχε εμπρός μας να βρίσκονται ένα σωρό φορτηγά και νταλίκες. Αρχικά νομίσαμε ότι αυτές ήταν η αιτία της κίνησής με 40-50 χλμ/ώρα αλλά όπως αποδείχθηκε αργότερα δεν ήταν. Ήταν κάποιος αναίσθητος οδηγός με ένα καμιόνι ο οποίος μιλούσε στο τηλέφωνο και σερνόταν σε όλη τη διαδρομή, στο τέλος της οποίας τον προσπεράσαμε βεβιασμένα, μετά τις νταλίκες και εμείς. Κατόπιν ήρθε ο αυτοκινητόδρομος αλλά η ώρα είχε χαθεί...


Το σπίτι της Zana στη Νις ήταν εξαιρετικό. Σύγχρονο, πλήρως εξοπλισμένο (24 €) περιλάμβανε ιδιωτικό πάρκινγκ στον ακάλυπτο του κτηρίου. Όλα όπως ακριβώς είχαμε συμφωνήσει. Μας υποδέχτηκε η ίδια με τον αδελφό της και μας πρόσφεραν ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί από τη Βράνιε. 

Το διαμέρισμα ήταν κοντά στο κέντρο της πόλης η οποία πόλη, χωρίς να προσφέρει κάτι το εξαιρετικό, απλά δεν συγκρινόταν με εκείνη των Σκοπίων αφού η τελευταία θύμιζε χωριό με μεγάλη ακατάστατη κακόγουστη ανάπτυξη. 





Εικόνα από κεντρικό δρόμο της πόλης








Οι βόλτες το απόγευμα συνεχίστηκαν στους γύρω δρόμους και στα μαγαζιά (και μάλιστα σε ώρες μουντιάλ!) 










Το πάρκο απέναντι από την κεντρική πλατεία, μεγάλο και όμορφο. Δροσερό μέσα στη βροχή.







Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει σε ήπιους ρυθμούς.





Όταν σκοτείνιασε είχαμε δύο επιλογές: Ή επιστροφή στο σπίτι, ντύσιμο και έξοδο για βραδινό ή αγορά κρεατικών από μαγαζάκια στον δρόμο και φαγητό μέσα, με το κρασί της Zana. Η δεύτερη επιλογή νίκησε κατά κράτος την πρώτη (μιας κι είμαστε αρκετά κουρασμένοι) κι έτσι ψωνίσαμε κοτόπουλο ψητό, ένα μπιφτέκι διαμέτρου 15 cm, σουβλάκι με μπέικον, γαρνιρισμένα με διάφορες σαλάτες και ψητό ψωμί. Δεν έπαιρναν κάρτα, οπότε ανταλλάξαμε λίγο πιο κάτω είκοσι ευρώ σε δηνάρια και πληρώσαμε με αυτά (1€=117, +κάτι ψιλά) Επιστρέφοντας, είδαμε ότι είχαμε πληρώσει για όλα αυτά, λιγότερο από 7 ευρώ!


 Νις - μέσω Ζάγκρεμπ- Λιουμπλιάνα (770 χλμ) 
(4 διανυκτερεύσεις)


Αυτή ήταν η μεγαλύτερη απόσταση που είχαμε να διανύσουμε και υπολογίζαμε να φτάσουμε στο διαμέρισμα νωρίς το απόγευμα. Ξυπνητήρι λοιπόν νωρίς και στο δρόμο πριν τις 7, ελπίζοντας να προλάβουμε την καθυστέρηση στα σύνορα της Κροατίας. Ο καιρός ήταν καλός οπότε δεν θα υπήρχε το πρόβλημα της βροχής που όσο να λέμε δυσκολεύει την κατάσταση. Περάσαμε έξω από το Βελιγράδι και φτάσαμε στα σύνορα. Φάγαμε μια καθυστέρηση 1:30 ώρας. Σβήναμε και ανάβαμε τη μηχανή κάθε δέκα λεπτά, όπως πάντα είχαμε διαλέξει την χειρότερη σειρά. Αυτοκίνητα πριν από εμάς είχαν από ώρα περάσει. (%^%$#@)


Με τα πολλά περάσαμε και σταματήσαμε στο πρώτο βενζινάδικο για αέριο. Το να σταματήσει κανείς πριν τα σύνορα για ανεφοδιασμό είναι μέγα λάθος διότι κάθε αυτοκίνητο που τον περνάει μπορεί να σημαίνει γύρευε πόση καθυστέρηση. Γέμισμα καυσίμου από την προηγούμενη λοιπόν...

Ο δρόμος για το Ζάγκρεμπ ήταν άριστος. Τα τοπία είχαν αλλάξει καθώς πανύψηλα δέντρα ακολουθούσαν τον δρόμο για μεγάλη απόσταση, όμως όσο ωραίος κι αν είναι ο δρόμος όταν είναι ευθύς και ακολουθείς τα όρια ταχύτητας κι έχεις να βγάλεις ακόμα πολλά χιλιόμετρα, κουράζει και καταντά βαρετός.

Υπολογίσαμε μετά από ώρα την απόσταση για το τελωνείο και γεμίσαμε αέριο (0.62€ όταν στην Ελλάδα κοστίζει 0.69 και στην εθνική μας 0.89), ώστε να μας φτάσει μέχρι τον τελικό προορισμό μας, τη Λιουμπλιάνα. Στα τελευταία χιλιόμετρα άρχισε από όλους τους ιδεασμένους οδηγούς ένας άτυπος αγώνας δρόμου (υποθέτετε τον λόγο) όπου τα όρια ταχύτητας πήγανε περίπατο καθώς μας έπιασε το ελληνικό μας...

Τζάμπα η αγωνία. Περάσαμε μέσα σε πέντε λεπτά. Σε λίγα χιλιόμετρα άλλαξε εκείνο το μονότονο της απόλυτης ευθείας και ο δρόμος απέκτησε στροφές στο πλείστον κατηφορικές και οδηγούς γρήγορους. Ξωπίσω τους και μεις, δεν μπορεί όλοι να μάζευαν κλήσεις... Απολαυστική οδήγηση μέχρι την είσοδο της πόλης και σε 10 μόλις λεπτά βρισκόμαστε εμπρός στο σπίτι μας, στο μέσα μέρος ενός συγκροτήματος κατοικιών. 

Ο νεαρός οικοδεσπότης, μας εξήγησε τα όλα εκείνα που χρειαζόταν να ξέρουμε για αυτό και την πόλη. Το διαμέρισμα αποτελείτο από δύο μεγάλες κρεβατοκάμαρες, μεγάλο πολυτελές μπάνιο, κουζίνα πλήρως εξοπλισμένη, καθιστικό και ασφαλές πάρκινγκ μέσα στις εγκαταστάσεις. Το επάνω από το δικό μας διαμέρισμα -το οποίο χρεωνόταν την ίδια τιμή- υπήρχε και μπιλιάρδο! Η τοποθεσία άριστη καθώς βρισκόταν πέντε μόλις λεπτά από τον ποταμό Ljubjlanica. 

Κόστος 80€ την ημέρα. Δεν μπορεί να τα έχει κανείς όλα...
Ένα μπάνιο λοιπόν για ξεκούραση, λίγο χαλάρωμα και στο δρόμο για μια πρώτη επαφή με την πόλη. Οι τέσσερις διανυκτερεύσεις που είχαμε κανονίσει φάνταζαν λίγες τώρα που αναλογιζόμασταν την κούραση των χιλιομέτρων που κάναμε και αυτών που θα ακολουθούσαν. Η μία, η πρώτη ημέρα ήταν η άφιξη, άρα για εκμετάλλευση το απόγευμα μόνο. Μας απέμεναν ακόμα τρεις εκ των οποίων οι  δύο  ήδη κανονισμένες. Η πρώτη για τις λίμνες Bohinj και Bled (είχαμε αποφασίσει να μην πάμε στο φαράγγι Gorge, λόγω του πολύ κόσμου και της κούρασης που από το πρωί θα είχαμε συσωρεύσει) και η δεύτερη για τα σπήλαια Skocjan. Αφήσαμε μία ακόμα ως περιθώριο, όποια από τις τρεις τύχαινε να βρέχει να μείνουμε στην πόλη... Άρα είχαμε για τη Λιουμπλιάνα τέσσερα απογεύματα και ένα πρωινό.



Η πόλη της Λιουμπλιάνα...



Βασιζόμενος στο ένστικτο του προσανατολισμού μου έπιασα από το χέρι τη γυναίκα μου και την οδήγησα κατά μήκος της οδού Slovenska υπολογίζοντας να βγούμε στον ποταμό Λιουμπλιάνικα. Μέγα το λάθος. Προχωρούσαμε παράλληλα με τον ποταμό για περισσότερο από ένα χιλιόμετρο. Στην απόσταση αυτή καθώς ήταν η πρώτη μας επαφή με την πόλη και τους κατοίκους της διαπιστώσαμε εκείνο που πολλές φορές θα αποδεικνυόταν όλες τις επόμενες μέρες. Η διαφορετική κυκλοφοριακή παιδεία ενός λαού. Ενός λαού που συμπεριφέρεται με σεβασμό σε όλους τους υπόλοιπους τηρώντας τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί για να τους προστατεύουν και να τους διευκολύνουν. Βεβαίως αυτό το συναντά κανείς σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη, αλλά εμείς για πρώτη φορά είδαμε μια οικογένεια αποτελούμενη από τον μπαμπά που πήγαινε με το ποδήλατο μπροστά, την μητέρα πίσω, το μεγαλύτερο παιδί της ηλικίας έξι χρόνων περίπου να ακολουθεί με το κράνος του τρίτο και τελευταίο ένα αγόρι τεσσάρων το πολύ χρόνων -με κράνος κι αυτό- χωρίς οι γονείς να ανησηχούν για το αν θα βγει από τον ποδηλατόδρομο και θα περάσει στον δρόμο τον οποίο διέσχιζαν αυτοκίνητα! Βεβαίως από πολλούς θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως αδιαφορία των γονέων, σίγουρα, αλλά μόνο σκεπτόμενοι με τα ελληνικά δεδομένα. Στην Λιουμπλιάνα το ποδήλατο υπήρχε σε ποσότητες 'παπιών' στην Ελλάδα και η συμπεριφορά όλων των οδηγών αλλά και των πεζών, μιας και κινούνταν ανάμεσά τους παντού, ήταν υποδειγματική. Κανείς ποδηλάτης δεν περνούσε με κόκκινο φανάρι είτε ερχόταν είτε όχι αυτοκίνητο -όπως και οι πεζοί άλλωστε- και κανένα αυτοκίνητο δεν εξακολουθούσε την πορεία του όταν έβλεπε πεζό να θέλει να περάσει απέναντι. Πέραν αυτών υπήρχε και κάτι άλλο, άδηλο, που έκανε την πόλη να δείχνει ελκυστική. Θα τολμούσα να πω κουκλίστικη. Ο τρόπος, το ντύσιμο, η ευγένεια του ενός προς τον άλλον, ακόμα και η εμφάνιση των πεντακάθαρων δρόμων...


Χωρίς να το καταλάβουμε είχαμε φτάσει στην Πλατεία Κογκρέσου, τότε ρωτήσαμε και μάθαμε το λάθος... Κόψαμε δεξιά και βρεθήκαμε στο ποταμό σε λίγα μόλις λεπτά...





Ήταν ακόμα νωρίς, ο ήλιος δεν είχε πέσει. ο κόσμος όμως γέμιζε όλα τα καφέ που υπήρχαν κατά μήκος του ποταμού, ενός ποταμού που δεν έμοιαζε, ήταν το 'σημείο' της πόλης. Η ομορφιά της.











Τα ποδήλατα οδηγούμενα από καλοντυμένες κοπέλες, νεαρούς,  και γενικότερα από ανθρώπους κάθε ηλικίας ελισσόταν ανάμεσά μας, πάρκαραν στα διάφορα σημεία που υπήρχαν ειδικά για αυτό τον σκοπό. Ειλικρινά αναφέρω ότι είδαμε στην πόλη τις τέσσερις μέρες που μείναμε το πολύ 3 ή 4 μηχανάκια και αποτελούσαν πραγματικά μία εντυπωσιακή παραφωνία. Σε ένα μέρος όπου το ποδήλατο έχει τόσα αναγνωρισμένα δικαιώματα, παντού δικό του χώρο κίνησης -επίπεδο, χωρίς ανηφόρες- και μέρος στάθμευσης ασφαλή δεν υπάρχει κανένας λόγος για οτιδήποτε άλλο...



Μπήκαμε σε μία πάροδο της κεντρικής πλατείας σε ένα σούπερ μάρκετ και ψωνίσαμε κοτόπουλο, και διάφορες μπύρες. Οι τιμές θύμιζαν Έλλάδα. Γενικά η Σλοβενία μπορεί να μην είναι ο ακριβότερος προορισμός, αλλά φθηνός -γενικώς- σε καμία περίπτωση δεν είναι. Καιρός ήταν να εκμεταλλευτούμε την πλήρως εξοπλισμένη κουζίνα που διαθέταμε και την άνεση του σπιτιού (επιτέλους χωρίς παπούτσια...)



 Σπήλαια Skocjan (80 χλμ)


Θέλοντας να αποφύγουμε τα πολλά χιλιόμετρα και το πολύ περπάτημα μιας κι αισθανόμαστε κουρασμένοι από τη μέχρι τώρα διαδρομή μας (1620 χλμ), αποφασίσαμε να πάμε πρώτα στα σπήλαια Skocjan και την επόμενη στις λίμνες όπου θα περπατούσαμε πολύ περισσότερο. Στο βάθος του μυαλού μας υπήρχε σαν πιθανό ενδεχόμενο και η επίσκεψη στα σπήλαια Ποστόϊνα τα οποία απείχαν περί τα 30 χλμ μόνον...

Βάλαμε ξυπνητήρι στις 6 (!) σηκωθήκαμε στοιχειωμένοι από την ιδέα που τριγυρνούσε στο μυαλό μας από όλα όσα είχαμε διαβάσει για τις στρατιές των τουριστών... Φύγαμε με βιαστικοί, οδηγήσαμε μέσα στα όρια και φτάσαμε πρώτοι! Η ώρα ήταν 8-8:30, τα ταμεία άνοιγαν στις 9:30 κι έτσι χαζεύαμε το αμάξι μας αφημένο μονάχο σε ένα μεγάλο πάρκινγκ που είχαμε δει σε φωτογραφίες πλημμυρισμένο...

Έπεσαν και οι σχετικές μπηχτές από τη γυναίκα μου: "Πάντα έτσι κάνεις και πάμε και περιμένουμε..."

Περιμέναμε λοιπόν μέχρι που άρχιζαν να μαζεύονται σιγά-σιγά τα group των τουριστών τα οποία όμως δεν είχαν καμία σχέση με καμία στρατιά.



Βγάλαμε εισιτήριο μεταξύ των πρώτων (που περιλάμβανε την πρώτη κλασική διαδρομή αλλά και τη δεύτερη που αποτελούσε τη συνέχειά της 24€ το άτομο. Η πρώτη μόνο διαδρομή κόστιζε αν θυμάμαι καλά 18€)  και ανεβήκαμε καθ' υπόδειξη του ταμία να δούμε πανοραμικά από επάνω εκείνο που θα βλέπαμε αργότερα από κάτω και μέσα...  Σπήλαιο Skocjan πληροφορίες


Στο σημείο αυτό κάναμε ένα δεύτερο λάθος. Πήραμε μπουφάν νομίζοντας πως το κρύο εξ΄όσων είχαμε διαβάσει θα ήταν φοβερό και τρομερό. Αποδείχθηκε δυστυχώς για εμάς ότι αντιμετωπιζόταν με απλή ζακέτα...

Στις 10 ακριβώς σχηματίστηκε το αγγλόφωνο group και πήραμε το μονοπάτι. 

Μετά από μια γρήγορη εισαγωγή για την ιστορία των σπηλαίων και το τι επρόκειτο να δούμε μπήκαμε σε ένα σκοτεινό κατηφορικό διάδρομο και σε λίγα λεπτά βρεθήκαμε στο σπήλαιο. Αρχικά βαδίζαμε σε χώμα και η θέα δεν είχε κάτι το μη γνωστό, κάτι δηλαδή που θα μας έκανε να θαυμάσουμε. Ο οδηγός μας έδειχνε τους χοντρούς σταλακτίτες αλλά εμάς δεν μας έκαναν καμία εντύπωση γνωρίζοντας ήδη τα σπήλαια του Δυρού, τα οποία στο θέμα αυτό ήταν μακράν πάσης, ακόμα και ...υποθέσεως συναγωνισμού (προς το καλύτερο φυσικά). Μετά από 15 περίπου λεπτά όμως περάσαμε στο κυρίως θέμα όπου είναι δύσκολο να επιλεγούν λόγια να περιγράψουν την άγρια ομορφιά του σπηλαίου. Φωτογραφίες απαγορεύονταν με ή χωρίς φλας, κατάφερα όμως να βγάλω μερικές βιαστικές, με μέτριο αποτέλεσμα. Οι φωτεινές γραμμές που βλέπετε είναι τα μονοπάτια όπου περπατούσαμε. Μονοπάτια με στρωμένο δάπεδο και κάγκελα ψηλά. Κάτω από αυτά το βάθος όπου στο τέλος του κυλούσε βουερά ο ποταμός προς την είσοδο του οποίου βαδίζαμε...


στη φωτογραφία (από το google) φαίνεται η γέφυρα όπου ενώνει τις δύο πλαγιές του σπηλαίου.

Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως ο χώρος, ο επιβλητικός θόλος του σπηλαίου θύμισε έναν ολόκληρο κόσμο κάτω από τη γη.
















Η πρώτη διαδρομή (αυτή που επέλεγε ο πολύς κόσμος) κράτησε 1-1:30 ώρα. Δεν υπήρξε στιγμή που να βαρεθήκαμε, που να πούμε, άντε να τελειώνουμε...


Οι επισκέπτες της πρώτης αυτής διαδρομής έφευγαν προς τα δεξιά, εμείς θα εξακολουθούσαμε αριστερά το μονοπάτι που βλέπετε προς ένα μικρότερο σπήλαιο. Μόλις βγήκαμε έξω η ζέστη μας άρπαξε απ' τα μούτρα. Γκρίνια. Τα μπουφάν δεμένα στη μέση.



Η γυναίκα μου με έβαζε μπροστά γιατί ξυπνήσαμε νωρίς και εγώ γιατί με επηρέασε και φορτώθηκα ολόκληρο ...καβούκι.



Προχωρώντας συναντήσαμε ωραία τοπία με το μπουφάν στη μέση (να μην το ξεχνάμε).





Και άλλα ωραία τοπία. (με το μπουφάν στο ώμο). Ζέστη!















Μπήκαμε σε ένα νέο σπήλαιο και δρόσισε. 



Η κατάσταση ισορρόπησε γιατί είχαμε αρχίσει να κουραζόμαστε και να εμφανίζω διάθεση επίκρισης για τη επιλογή της να πάρουμε και τη δεύτερη διαδρομή. Τότε ήταν που άκουσα να μου λέει το τρομερό! ''Δεν θυμάμαι για τα σπήλαια είχα διαβάσει να πάρουμε τις δύο διαδρομές ή για τις λίμνες Πλίτβιτσε;''


Βγήκαμε από το σπήλαιο κι άρχισε ο ανήφορος στο δάσος. Ζέστη και Μπουφάν. Μπουφάν και ζέστη. Γκρίνια. Σκαλιά, περπάτημα, ιδρώτας. Τοπία ωραία αλλά όχι και κάτι που να δικαιολογεί τον κόπο. Τέτοια τοπία έχουμε και στην Εύβοια...
Περπατούσαμε ώρα... οπότε η ερώτηση ήταν λογική και αναμενόμενη.

-Πάμε σωστά;
-Ω  ρε γαμώτο, υπάρχει περίπτωση να πηγαίνουμε λάθος;

Μονάχοι είχαμε μείνει και ακολουθούσαμε το δρομάκι που σε κάποια σημεία διακλαδωνόταν. Υπήρχε σήμανση βεβαίως αλλά κάποιες φορές όπως συμβαίνει πάντα γίνεται διφορούμενη. Βγήκαμε σε ένα κτήμα.
-Χαθήκαμε μέσα στη ζέστη. είπα. Ήταν η ώρα που άρχιζαν τα ευφυολογήματα. 
-Τουλάχιστον έχουμε μπουφάν δεν θα κρυώνουμε...
-Και χρόνο έχουμε αφού ξεκινήσαμε αξημέρωτα...
Η απόσταση μεταξύ μας εκείνη των οδοιπόρων. Δέκα μέτρα...
Με τα πολλά βγήκαμε από το δάσος στο δρόμο... Ή άσφαλτος πενήντα μέτρα εμπρός μας.
Ρωτάω κάποιον που φόρτωνε ένα κάρο και μας δείχνει τον δρόμο. Καλά πηγαίναμε.
Μετά από άλλη μισή ώρα ανηφορικού περπατήματος σε άσφαλτο αυτή τη φορά αφού είχαμε βγει στο δρόμο, φτάσαμε στο πάρκινγκ από άλλη μεριά, φυσικό, διότι είχαμε κάνει ένα ολόκληρο κύκλο το βουνό.

-Το βράδυ θα φάμε έξω... Μου λέει.
-Να φάμε όπου θέλεις... απαντώ φανταζόμενος παγωμένες μπύρες.
Τα σπήλαια Ποστόϊνα δεν πέρασαν καν από το μυαλό μας.






-Στάσου να βγάλω μια φωτογραφία, να θυμόμαστε τη διαδρομή.


Δεν περίμενε...



Το 80 χλμ της επιστροφής ήταν απροβλημάτιστα. Ο δρόμος εξαιρετικός η διαδρομή όμορφη. Αν μας ρωτούσε κάποιος πώς περάσαμε θα λέγαμε υπέροχα μέχρι την πρώτη διαδρομή, η δεύτερη ήταν αμφιλεγόμενη. Υπήρχαν πράγματα μέσα στο δεύτερο σπήλαιο που άξιζαν τον κόπο αλλά ο δρόμος πολύς. Το αν κουβαλούσαμε μπουφάν ή έκανε ζέστη το μόνο που δεν ευθύνεται είναι το τοπίο...

Επιστρέψαμε.

Μπάνιο ατελείωτο και παγωμένες μπύρες. Ήλιος με λίγα σύννεφα. Πρόχειρα σάντουιτς. Λίγος ύπνος...
Το απόγευμα βόλτα στην πόλη και το σούρουπο έχοντας επιλέξει εστιατόριο από την αντίθετη κατεύθυνση κινήσαμε για εκεί. Περάσαμε από έναν ναό όπου η ψαλμωδία θύμιζε όπερα. Μείναμε μέσα για δέκα περίπου λεπτά απολαμβάνοντας κι όταν βρήκαμε το μαγαζί  (Dezela Okusov, οδός, Eipprova 11) δεν είχε θέση έξω να κάτσουμε!
Καθίσαμε μέσα λοιπόν. Μόνοι μας. Εννέα το βράδυ.

Δεν πειράζει. Όλα ωραία. 
Φάγαμε πραγματικά όμορφα και ήπιαμε ωραία γευστική ξανθιά Σλοβένικη μπύρα Lasko η οποία είναι μάλλον η πιο συνηθισμένη στην περιοχή γιατί την ίδια την βρήκαμε και στα Σκόπια και αργότερα στην Κροατία.
Φύγαμε κατ' ευθείαν χέρι-χέρι για το σπίτι, αύριο ο καιρός θα παρέμενε καλός οπότε έπρεπε να πάμε στις λίμνες Bled και Bohinj. 
Την μεθεπόμενη προβλέπονταν βροχές...


 Λίμνες Bled-Bohinj 146 χλμ


Για να πάμε στην Λίμνη Bohinj έπρεπε να περάσουμε από τη Bled. H Bled απείχε περίπου 60 χλμ από τη Λιουμπλιάνα και + περίπου 75 σε συνέχεια του ίδιου δρόμου η Bohinj και φυσικά άλλα τόσα για γυρισμό. Αποφασίσαμε λοιπόν να περάσουμε χωρίς να σταματήσουμε από την πρώτη, να φτάσουμε στη δεύτερη και αφού την περιηγηθούμε επιστρέφοντας να σταματήσoυμε στη Bled.

-Θα φύγουμε νωρίς να προλάβουμε τον κόσμο.
-Πόσο νωρίς;
-7
Βάλαμε ξυπνητήρι και στις 7:30 ξεκινούσαμε.

Δεν βρήκαμε πουθενά κίνηση. Οι δρόμοι άδειοι! Φτάσαμε στη λίμνη Bled. Όσα κι αν λέγονται είναι λίγα. Το τοπίο όπως βλέπετε μαγευτικό. Σταματήσαμε για τις πρώτες φωτογραφίες αφού ο ήλιος ήταν σε βολική θέση ενώ το μεσημέρι που υπολογίζαμε να γυρίζουμε κάθετος και δεν ξέραμε τι φωτογραφίες θα παίρναμε. 



Βγάλαμε μερικές ακόμα και συνεχίσαμε γιατί έπρεπε να το κάνουμε. Είχαμε ήδη προβληματιστεί από την Αθήνα για το εάν θα έπρεπε να αφιερώσουμε δύο ξεχωριστές μέρες στην κάθε λίμνη με μια διανυκτέρευση επιπλέον. Είχαμε σκεφθεί να μέναμε Bohinj και να πηγαίναμε για τα σπήλαια από εκεί αλλά για Μάριμπορ όπου ήταν ο επόμενος προορισμός μας θα μας έφερνε και πάλι από τη Λιουμπλιάνα, έτσι αποφασίσαμε το δυσκολότερο και όχι ίσως το σωστότερο. Ο καιρός όμως είχε φτάσει, έτσι θα μας λυνόταν η απορία.

Bohinj



Φτάσαμε σε λιγότερο από μια ώρα χωρίς κανένα πρόβλημα. (Ο δρόμος στα δεξιά) Ο καιρός απίστευτα καλός. Παρκάραμε έχοντας υπ' όψη μας ότι οι κλήσεις για παρκάρισμα στις λίμνες έχουν γίνει εθνικό σπορ. Περάσαμε το χωριό Ukanc με σκοπό να πάμε στον καταρράκτη που βρισκόταν μετά από αυτό. 



-Ωραίο είναι... Το χωριό λέω.

-Πού την είδες την ομορφιά;

-Πάσο.

Φτάσαμε, κοιτάξαμε γύρω μας και δεν είδαμε κανένα μηχάνημα να βγάζει αποδείξεις για παρκάρισμα. Κοιτάξαμε και τα υπόλοιπα λιγοστά αυτοκίνητα και δεν είχαν τίποτα στο παρμπίζ οπότε αφήσαμε το δικό μας πλάι στα υπόλοιπα επάνω στο χώμα κάτω από μερικά δέντρα αριστερά του κτηρίου που βλέπετε. και πήραμε τον ανήφορο που βρισκόταν στην πλάτη μας όπως κοιτάμε την πλατεία. Πληρώσαμε είσοδο 3 € έκαστος κι αρχίσαμε να ανεβαίνουμε για 20 λεπτά. Φτάσαμε μετρίως κουρασμένοι καθώς ήμασταν προϊδεασμένοι. Το θέαμα ήταν όμορφο. Ο καταρράκτης μεγάλος κατρακυλούσε θορυβώδης το βουνό. Ο κόσμος σε κάθε περίπτωση ανεκτός δεν δημιουργούσε κανένα απολύτως πρόβλημα. 


Βγάλαμε τις ανάλογες φωτογραφίες και την ώρα που είπαμε πια, πως φτάνει, πως καιρός είναι να φεύγουμε, η γυναίκα μου παραπατάει και γυρίζει το πόδι της στον αστράγαλο. Πιάνεται από επάνω μου κι αρχίζουμε να γυρίζουμε κουτσαίνοντας μερικά μέτρα προς τα πίσω, προς ένα παγκάκι να δούμε τι θα κάνουμε...

Έξω παπούτσι και κάλτσα. Πάγο από το μπουκάλι που είχαμε μαζί μας. Τίποτα, κανένα αποτέλεσμα...

Ευτυχώς όταν μετά από ώρα το δοκίμασε στο πάτημα, είδαμε ότι κατάφερνε να περπατάει με προσοχή κι αρχίσαμε την επιστροφή προβληματισμένοι για δύο πράγματα: Για την κατάβαση, που είχε γίνει σαφώς δυσκολότερη και για το υπόλοιπο πρόγραμμα της εκδρομής που πλέον σθεναρά διακυβευόταν... 

Το αυτοκίνητο δεν είχε κλήση.

Το πόδι της γυναίκας μου πονούσε αλλά ανεκτά, επιστρέφαμε με σκοπό να δούμε τη λίμνη από κοντά, όμως μέχρι τώρα, δεν βρήκαμε κάποια πρόσβαση από όπου θα μπορούσαμε να τη φέρουμε βόλτα κι έτσι μόλις είδαμε ένα κάμπινγκ παρκάραμε σε μια χωμάτινη αλάνα μπροστά απ' αυτό και μπήκαμε μέσα. Πήραμε και τα μαγιό μας.
-Το πατάς το πόδι σου;
-Τα καταφέρνω.

Ωραία! Διασχίσαμε τις εγκαταστάσεις του κάμπινγκ καθίσαμε στην παραλία του και απολαύσαμε τοπίο. Σε λίγη ώρα ήδη κολυμπούσα απόλυτα ευχαριστημένος στο κρύο νερό. Η αίσθηση ήταν πρωτόγνωρη μιας και η θέα του βουνού απέναντι  με υπέβαλε θετικά, πείθοντάς με, ότι κάνω κάτι που ίσως δεν θα καταφέρω να κάνω στην υπόλοιπη ζωή μου. Απολάμβανα λοιπόν διπλά. Χαιρόμουν μπάνιο σε λίμνη στο βουνό μέσα σε ένα υπέροχο τοπίο που θύμιζε Άλπεις. Η γυναίκα μου προφανώς πονούσε και δεν το έλεγε, διότι με το ζόρι βούτηξε τα πόδια της στο νερό.

Απολαύσαμε μέχρι να στεγνώσω τη θέα και γυρίσαμε στο αυτοκίνητο με προορισμό πια τη λίμνη Bled. Βάζαμε ήδη τα πράγματα στο πορτ-μπαγκάζ...
Μεσημέριαζε...

-Ωραία ήταν! είπα.
-Δεν μ' άρεσε...
-Πονούσες γι' αυτό. Πονάς ακόμα; 
-Λίγο.

-Αα, τι ΄ναι αυτό; Ξαφνιάστηκα βλέποντας κολλημένο ένα νάιλον στο παράθυρο του οδηγού.
-Έχει γούστο...
Και πράγματι είχε γούστο.
Μια όμορφη κόκκινη κλήση κόστους 60€ που αν πληρωνόταν μέσα σε δέκα μέρες γινόταν 30€.
Είδαμε την ώρα πιστοποίησης της παράβασης.
Ελάχιστα μετά την άφιξή μας. 
-Μας περίμενε ο π@@7ης, 
Τον στόλισα με την καρδιά μου. Το έκανε διπλά και η γυναίκα μου, γιατί πονούσε κι όταν πονάς θυμώνεις περισσότερο. Έτσι είναι...

Η ώρα μία το μεσημέρι. 
Ο ήλιος βαρύς. Ζέστη...
Βάλαμε μπρος, δεν σταματήσαμε ούτε στη γέφυρα να βγάλουμε περισσότερες φωτογραφίες...


Bled

Η κοσμοπολίτισσα της Σλοβενίας. Μια απολύτως ανεπτυγμένη τουριστικά -ας την πούμε- κωμόπολη με επίκεντρο τη λίμνη της η οποία αποτελεί κόσμημα. Στολίδι της φύσης. Οι Σλοβένοι γνωρίζοντας το κάλλος φροντίζουν και χρεώνουν όλα όσα μπορούν να χρεώσουν. Βόλτα με καραβάκι τόσα, ανέβασμα με τα πόδια στο κάστρο δωρεάν, είσοδο όμως σ' αυτό, τόσα και κοιτάς με την ανάσα ηχηρή από τα σκαλιά: -Τώρα τι να κάνω; Τζάμπα ανέβηκα; Και πληρώνεις ή επιστρέφεις...

Εμείς δεν ανεβήκαμε, όχι μόνο γιατί δεν υπήρχε περίπτωση με την κατάσταση του ποδιού της της γυναίκας μου, αλλά γιατί το θεωρήσαμε κοροϊδία. Μουλαρώσαμε καλώς ή κακώς.

Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. 

Παρκάραμε σε ένα μεγάλο, αρκετών επιπέδων υπαίθριο πάρκινγκ. Ήμασταν εμείς και καμιά δεκαριά άλλα αυτοκίνητα. Πουθενά κόσμος. Πουθενά ο αναφερόμενος από όλους χαμός των παλαβωμένων. Αφήσαμε την πόρτα του αυτοκινήτου ανοιχτή ώστε μέχρι να πάμε να πληρώσουμε στο μηχάνημα  μη μας κολλήσουν το παράσημο και μετά σε ποια γλώσσα να εκφράσεις την οργή σου... Το μηχάνημα δεν έπαιρνε χάρτινα ευρώ, ήθελε κέρματα. Ξαμολήθηκα λοιπόν την μεγάλη ασφάλτινη πλατεία να χαλάσω ένα πεντάευρο. Η ιδέα δεν ήταν απλά καλή αλλά όπως καταλαβαίνετε και η μόνη. Χωρίς κέρματα βόλτα στη λίμνη, γιοκ! 


Στο δρόμο άσφαλτος και ήλιος. Το πάρκινγκ φάνταζε τώρα ακόμα μεγαλύτερο. Το πρώτο μαγαζί δεν είχε ψιλά, υπέθεσα αποκαρδιωμένος πως δεν θα 'είχε' κανένα διότι αν είχαν δεν θα έκαναν άλλη δουλειά από το αλλάζουν κέρματα σε περιόδους αιχμής όπου παρακαλάς για μία θέση.


Το δεύτερο μαγαζί όμως είχε! Επέστρεψα και πληρώσαμε αν θυμάμαι καλά 4.5 € για δυόμιση ώρες...











Περπατήσαμε μια απολαυστική διαδρομή από τη δεξιά πλευρά. από την απέναντι δηλαδή του δρόμου όπου ερχόμαστε. Ο δρόμος ήταν στο μεγαλύτερο μέρος του σκιερός έτσι το βάδισμα στο καταμεσήμερο γινόταν ανεκτό. 

Κάποια σύννεφα έκαναν παρήγορα (τέτοια ώρα) την εμφάνισή τους. Από την απέναντι μεριά βλέπαμε τα μεγάλα ξενοδοχεία (παραπάνω εικόνα) και στο βάθος της λίμνης το κυρίως θέμα, το νησί στο οποίο θα μπορούσαμε να πάμε είτε με δική μας βάρκα (κάπου νοίκιαζαν), είτε με βαρκάρη. Άλλη τιμή να πας μόνος σου, άλλη με βαρκάρη, επιπλέον χρέωση να μπεις στην εκκλησία για να κτυπήσεις την καμπάνα τρεις φορές ώστε να πραγματοποιηθεί  η ευχή σου, εν έτι 2018! 


Κι όμως η καμπάνα δεν σταματούσε να βαράει...

Καταφέραμε να πάμε βαδίζοντας μέχρι το σημείο όπου αν κάποιος ήθελε, μπορούσε να πάει κολυμπώντας στο νησί. Ήδη βλέπαμε δύο τολμηρούς. Πριν λίγο άλλωστε υπήρχε κάτι σαν πλαζ, με ξαπλώστρες και οριοθετημένο χώρο κολύμβησης,

-Μέχρι εδώ. Πονάω...

Και πάλι καλά. Είχαμε περπατήσει σχεδόν το 1/5 της διαδρομής η οποία έφερνε κύκλο ολόκληρη τη λίμνη. Αν ήταν πρωί θα είχαμε κάνει σίγουρα όλο τον κύκλο. Η θέα είναι εξαιρετική και προσφέρει από κάθε μεριά νέες εικόνες.

Πήραμε αναγκαστικά τον γυρισμό με σκοπό να καθίσουμε στο ξενοδοχείο Park (απέναντι) το οποίο σέρβιρε ένα τοπικό έδεσμα, κάτι σαν το δικό μας μιλφέϊγ. Και χωρίς να ξέρετε το όνομα θα το δείτε σε τεράστια αφίσα ανεβαίνοντας τα σκαλιά της καφετέριας στο υπερυψωμένο ισόγειο, σε άλλη περίπτωση θα σας ρωτήσει ο σερβιτόρος από μόνος του αν θέλετε ένα κομμάτι. Πληρώσαμε για ένα εσπρέσσο ένα γλυκό και ένα μακιάτο κάτι λιγότερο από 10€. Ζεστούς όλους. Κρύους καφέδες δεν σέρβιρε το ξενοδοχείο. 

Είχαμε πληρωμένο χρόνο στο πάρκινγκ καθίσαμε λοιπόν χωρίς ανησυχία να ξεκουραστούμε...
Όταν μετά από μισή περίπου ώρα σηκωθήκαμε, η γυναίκα μου δεν μπορούσε να πατήσει καθόλου το πόδι της. 

Πρόβλημα.

Έφυγα να φέρω το αυτοκίνητο να την πάρω. Μέχρι να το βρω είδα κι έπαθα. Τα πάρκινγκ μοιάζανε όλα μεταξύ τους κι εμείς είχαμε περάσει μέσα από παρτέρια και δρομάκια μέχρι τα παραλίμνια μέρη με αποτέλεσμα να χάσω τον προσανατολισμό μου. Τελικά το βρήκα, αλλά όταν βγήκα στο δρόμο βρέθηκα σε λάθος σημείο... Ένα δρόμο πάνω από εκείνον που είχαμε ορίσει να συναντηθούμε. Τηλεφωνηθήκαμε και ήρθε κουτσαίνοντας, κακήν κακώς. 
Πού να αφήσεις το αμάξι να τη βοηθήσεις. Δεν υπήρχε χώρος ούτε καν για στάση...

Επιτρέψαμε Λιουμπλιάνα κατά τις 5 το απόγευμα προβληματισμένοι με το βάρος του διαστρέμματος του ποδιού.

Το καλό ήταν ότι είχαμε την επόμενη μέρα κενή έτσι εν εσχάτη περίπτωση θα υπήρχε μια μέρα ξεκούρασης εν όψη των νέων πολύ μεγαλύτερων επικείμενων διαδρομών στην Κροατία...
Ο ουρανός συννέφιαζε, οι προβλέψεις για βροχή την επόμενη μέρα θα επαληθεύονταν. Αισθανόμασταν πραγματικά κουρασμένοι και θέλαμε όσο τίποτα άλλο να κάνουμε ένα μπάνιο να χαλαρώσουμε να ξεκουραστούμε... Δεν ήταν μόνο το περπάτημα αλλά όλα τα χιλιόμετρα που είχαμε μέχρι τώρα καθημερινά διανύσει.

(Eκ των υστέρων και αφού έχουμε επιστρέψει η γνώμη της γυναίκας μου ήταν ότι έπρεπε να μείνουμε τουλάχιστον μία βραδιά στη Bled, οπότε θα αφιερώναμε ένα πρωινό στην Bohinj, θα είχαμε ένα απόγευμα και το επόμενο πρωινό στη Bled. Σωστό ακούγεται...)


Το απόγευμα της ίδιας μέρας


Βγήκα μόνος μου σούρουπο για βόλτα στο ποταμό. Το σπίτι δεν είχε τηλεόραση, η γυναίκα μου ως ασθενής διατηρούσε το δικαίωμα του λαπ-τοπ, τι να έκανα;

Περπάτησα όλο το μήκος του ποταμού και εντυπωσιάστηκα για ακόμα μία φορά με την κουλτούρα των Σλοβένων. 

Από τον ποταμό πέρασε ένα καραβάκι μέσα στο οποίο ένας τενόρος και μία σοπράνο με τη συνοδεία ζωντανής μουσικής εκτελούσαν άριες από γνωστές όπερες.


Πλανόδιοι μουσικοί έπαιζαν στις γωνιές κλασικά έργα!



Ήταν από τις στιγμές όπου η ομορφιά γίνεται δύσκολα διαχειρήσιμη αν δεν έχεις κάποιον να τη μοιραστείς...











Βάλθηκα να βγάζω φωτογραφίες...










Πριν επιστρέψω πέρασα στους πίσω δρόμους. Είδα ένα καφέ όπου είχε τοποθετήσει στα σκαλιά του μικρού πλατώματος που σχηματιζόταν εμπρός του χαμηλά σκαμνάκια που χρησίμευαν για τραπεζάκια. Οι παρέες κάθονταν στα σκαλιά και άκουγαν από ένα βιολί, μία κιθάρα και ένα κοντραμπάσο την Κάρμεν. Στάθηκα λίγο. Επέστρεψα όταν η βροχή είχε αρχίσει σιγά - σιγά να πέφτει. Την επόμενη μέρα θα πήγαινα να πληρώσω την κλήση σε μια τράπεζα. (Είχα ήδη μία απλήρωτη, πεσκέσι από την Ουγγαρία, αν άφηνα και αυτή δεν έμενε χώρα ώστε να μπορώ να ανέβω βορειότερα χωρίς συνέπειες..)


 Λιουμπλιάνα


Το βράδυ ξέσπασε μια καταιγίδα που κράτησε αμείωτη μέχρι την επόμενη. Ήδη το ρολόι έδειχνε 9 και συνεχιζόταν με ορμή, λοξή. Δεν υπήρχε περίπτωση να βγει κάποιος στον δρόμο με ομπρέλα και να μην γυρίσει μούσκεμα μέσα σε μερικά λεπτά...

Περιμέναμε μέχρι τις 10 όπου κόπασε. Πηγαίνοντας στο αυτοκίνητο να φέρω τη δεύτερη ομπρέλα διαπίστωσα πως ο συναγερμός ακουγόταν σαν ψίθυρος.  Η σειρήνα του είχε νοτίσει...  

Δοκίμασα να το βάλω με αγωνία εμπρός. Πήρε με την πρώτη. Τέλεια.

Η γυναίκα μου αισθανόταν το πόδι της όπως ήταν δεμένο, καλύτερα. Τολμήσαμε λοιπόν... Βγήκαμε και ξαναμπήκαμε να πάρουμε τα μπουφάν μας. Η θερμοκρασία είχε πέσει τόσο πολύ ώστε κάτι αρκετά χοντρό, μας ήταν απαραίτητο. Βαδίσαμε για μια ακόμα φορά την λεωφόρο Slovenka, μια λεωφόρος που δεν είχε κάτι το αξιόλογο και όμως φαινόταν ενδιαφέρουσα και ο λόγος -καταλάβαμε αργότερα- ήταν η μεγάλη κίνηση των πολιτών της με ποδήλατα (εδώ είναι άλλος δρόμος)) και ακολούθως οι ιδέες που μας δημιουργούσε περί της τόσο διαφορετικής τους νοοτροπίας. 

Σε ολόκληρη την πόλη η άσφαλτος ήταν σαν χαλί, οι διαγραμμίσεις έντονες, φρέσκες, οι οποίες σε συνδυασμό με μια κόκκινη άλλη γραμμή που διέτρεχε κάποιες από αυτές (σηματοδοτώντας μάλλον τους ποδηλατόδρομους που μοιράζοντας το δρόμο),  σε όλο τους το μήκος έδινε μια εντύπωση νοικοκυριού και σωστής διευθέτησης.






Πληρώσαμε την κλήση στην πρώτη τράπεζα που βρήκαμε μπροστά μας και ξεκινήσαμε μια αργή περιπλάνηση στην πόλη. Περάσαμε δρόμους που δεν είχαμε διαβεί, από καφέ σε στενά που δεν γνωρίζαμε πως υπήρχαν, βαδίσαμε σε μέρη πίσω από τα γνωστά λαμπερά στις μπροστινές πλευρές του ποταμού, από το μαγαζί που είχαμε δοκιμάσει περίεργες γεύσεις παγωτού σε χωνάκι, από την υπαίθρια αγορά που βρισκόταν στην δεξιά μεριά του ποταμού στο ύψος της γέφυρας των δράκων, απ' όπου πήραμε κάποιο φρούτο που έμοιαζε με κόκκινο μούρο αλλά ήταν ξινό και τρωγόταν με δυσκολία. 

Το νερό τώρα στον ποταμό είχε χάσει το πράσινο χρώμα του. Ήταν πλέον καφέ από το χώμα που προφανώς είχε κατεβάσει η χθεσινή ολονύχτια νεροποντή.  Περάσαμε από την επόμενη γέφυρα και πάλι από τους πίσω δρόμους της άλλης μεριάς να αλλάξουμε εικόνες να ανακαλύψουμε την κρυφή μεριά του ωραίου. Ακόμα κι αυτό, το πίσω μέρος της πόλης δηλαδή, παρέμενε ενδιαφέρον, όμορφο, σαν η Λιουμπλιάνα να ανοιγόταν απλόχερα, να μην είχε μυστικά. 

Η τεράστια σκηνή όπου δυο μέρες πριν φιλοξενούσε μια ορχήστρα συμφωνικής μουσικής παρέμενε όρθια περιμένοντας την επόμενη δωρεάν εκδήλωση. Από το μυαλό μου πέρασαν οι εικόνες των βραδινά ντυμένων γυναικών που είχαμε δει τις προηγούμενες μέρες. Το κάθε πράγμα αποκτά την αξία που του δίνει κανείς. Ψωνίσαμε τέλος από το Spar κοντά στην κεντρική πλατεία, κάτι για φαγητό και γυρίσαμε νωρίς να ξεκουράσουμε το πόδι της γυναίκας μου κι αν καταφέρναμε το απόγευμα να πηγαίναμε βόλτα στο πάρκο, να πίναμε ίσως αργότερα καφέ στο ψηλότερο (πριν από χρόνια) κτήριο της πόλης. 

Νωρίς το απόγευμα βγήκαμε με το πόδι σχεδόν καλά!

Μπερδευτήκαμε για λίγο στην άλλη πλευρά της πόλης αυτής που βρισκόταν στα αριστερά της Slovenka. Ο ποταμός ήταν στα δεξιά της. Το μέρος αυτό δεν είχε κάτι να μας πει. Ήταν σαν κάπως ξεχασμένο, γνωστό, χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο μιας και τα κτήρια, η βιασύνη του κόσμου να φτάσει όπου επιθυμούσε και η έλλειψη κάποιας ξεχωριστής εικόνας μας έκανε να εντάξουμε το σημείο στα κοινά της κάθε πόλης.

Λίγο αργότερα εμφανίστηκε εμπρός μας το πάρκο και τα πάντα και πάλι άλλαξαν. Μας χώριζε από αυτό μια περιφερειακή λεωφόρος ταχείας κυκλοφορίας. 
Δεν υπήρχε διάβαση ούτε δεξιά αλλά ούτε και αριστερά για όσο έφτανε το μάτι μας. Ας ήταν πολύ καλύτερα το πόδι της γυναίκας μου, εμείς κάναμε όση οικονομία βημάτων μπορούσαμε έτσι αντί να ρισκάρουμε επιλέγοντας μια κατεύθυνση για να βρούμε δίοδο (η οποία υπήρχε αφανής, υπόγεια πενήντα μόλις μέτρα μακριά μας...) επιλέξαμε την ελληνική της κάθετης εφόρμησης μόλις η κυκλοφορία μειωνόταν.

Βρεθήκαμε στη στρωμένη με γκαζόν νησίδα και η κυκλοφορία άρχισε. Βαλθήκαμε να βαδίζουμε λοιπόν επάνω της μέχρι που μας είδε ο αστυνόμος ενός περιπολικού που έκανε έλεγχο σε κάποιο αυτοκίνητο. Φώναζε και έπιανε με τα δυό του χέρια το κεφάλι. Μας έδειχνε με τα χέρια κρατώντας το κεφάλι του γερμένο προς μία κατεύθυνση. Γυρνούσε μας ξαναέβλεπε και ξαναφώναζε! Φώναζε στη γλώσσα του αυτός και εμείς του απατούσαμε στη δικιά μας. Δεν κάναμε το λάθος να μιλήσουμε αγγλικά...

Κάποτε περάσαμε απέναντι με τα μάτια του καρφωμένα επάνω μας και τα χέρια του στη μέση, Το βράδυ θα είχε να διηγηθεί μια τρομερή ιστορία στους φίλους και τους συγγενείς του.

Το πάρκο μεγάλο. Θα έλεγα πως είναι κάτι το συνηθισμένο τα μεγάλα πάρκα στις βόρειες χώρες όπου το κλίμα ευνοεί...

Επιστρέφοντας ψάξαμε και βρήκαμε το κτήριο που μας είχαν πει ότι έδειχνε την πόλη από ψηλά. Δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο. Έκανε τόσο κρύο έξω που καθίσαμε μέσα και από εκεί βλέπαμε τις κορυφές των άλλων κτηρίων που με τα χρόνια είχαν ξεπεράσει το παλιό οικοδόμημα σε ορόφους. Οι καφέδες ήταν πάμφθηνοι, πληρώσαμε νομίζω κάτω από πέντε ευρώ και για τους δύο...


Λιουμπλιάνα-Μάριμπορ 127 χλμ


Χωρίς να βιαστούμε καθόλου και με καλό καιρό φτάσαμε στο Μάριμπορ στις 12 το μεσημέρι. Μας υποδέχθηκε η οικοδέσποινα μας κέρασε ένα χυμό από σταφύλια και βάλθηκε να μας εξηγεί το πού θα πάμε και τι θα κάνουμε. Ήταν τόσο λεπτομερής που από κάποιο σημείο και μετά προσπαθούσαμε να ξεκολλήσουμε να φύγουμε επιτέλους...

Η εντύπωση από τη διαμονή μας στο σπίτι της ήταν εκείνη που αφήνει σε κάποιον η φιλοξενία του από κάποιον συγγενή με τον οποίο οι σχέσεις του μαζί του έχουν παραμείνει για κάποιο λόγο ακαλλιέργητες και ως εκ τούτου υπάρχει όσο να πεις μία απόσταση... 

Η εντύπωση αυτή παρέμεινε ισχυρή στο μυαλό μου παρ' όλο που είχαμε ένα ολόκληρο διαμέρισμα στη διάθεσή μας, αλλά που είχε ως εξώπορτα πόρτα τζαμένια ημιδιάφανη, εσωτερική, μέσα από την κανονική εξώπορτα και εμπρός από τις εσωτερικές σκάλες όπου οδηγούσαν στο διαμέρισμα των οικοδεσποτών.

Για το Μάριμπορ δεν χρειάζεται δεύτερη μέρα.

Το πρωί αναλωθήκαμε σε μια ερευνητική βόλτα στην πόλη, αγοράσαμε κρασιά (τα οποία δεν έχουμε ακόμα δοκιμάσει) για εμάς και τους φίλους, κάτσαμε για φαγητό σε ένα γραφικό μεξικάνικο εστιατόριο, αλλά ο σερβιτόρος μας ενημέρωσε πως λόγω του φεστιβάλ που γινόταν το ίδιο απόγευμα στην πόλη και τις ετοιμασίες που είχε, θα τρώγαμε μετά από είκοσι λεπτά το γρηγορότερο. Το πήραμε φωτογραφία και φύγαμε...















Το απόγευμα που ο ήλιος χαμήλωνε και η ζέστη έπεφτε, η πόλη γινόταν συμπαθέστερη. Οι γύρω λόφοι πράσινοι το ίδιο και οι δρόμοι λίγο έξω από το κέντρο της πόλης, που για να φτάσουμε σε αυτό χρειαζόμασταν 15 περίπου λεπτά.


Στις παραποτάμιες διαδρομές μας βγάλαμε ωραίες φωτογραφίες και σουλατσάρωντας επάνω-κάτω στο μέρος όπου γινόταν το φεστιβάλ που περιλάμβανε σκηνές με ροκ συγκροτήματα, εκθέσεις νέων μοντέλων αυτοκινήτων, πρόχειρα φαγητά, προκάτ μπυραρίες, μας δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι βρισκόμασταν σε ένα εξελιγμένο  γραφικό χωριό. 



Φτάσαμε στη μέση της παραποτάμιας ακτής ανεβήκαμε στην γέφυρα και χαζέψαμε τον ποταμό που ήταν καφετής και αυτός. Έπειτα χωθήκαμε ξανά μέσα στο πλήθος που ανεβοκατέβαινε απολαμβάνοντας το γεγονός που τον έβγαζε από τη συνήθεια των συνεχόμενων ημερών του.

Το γραφικό Μάριμπορ έχει να επιδείξει μερικούς πλακόστρωτους δρόμους και μία πλατεία. Μια παραποτάμια διαδρομή και ένα αμπέλι που η ηλικία του χώνεται δύο ή τρεις αιώνες πίσω. Στην εμφάνιση το αμπέλι αυτό δεν έχει κάτι το διαφορετικό από κάποια άλλα μεγάλα που μπορεί να συναντήσει κανείς. Προσωπικά θα ερχόμουν αν βρισκόμουν κοντά ώστε να το δω απλά για να ξέρω...


 Μάριμπορ - Ζάγκρεμπ 116 χλμ


Από σήμερα θα είμαστε πιο χαλαροί αφού είχαμε κλείσει 4 διανυκτερεύσεις και η προγραμματισμένη εκδρομή στις λίμνες Πλίτβιτσε μία και μόνη. Απέμενε να διαλέξουμε τη μέρα που θα είχε καλό καιρό να την κάνουμε. Μια μέρα με συννεφιά θα ήταν το ιδανικό.

Από το Μάριμπορ φύγαμε κατά τις 8 το πρωί και αφού ήταν Κυριακή είχαμε μια ανησυχία (η οποία κόλλησε πάνω μας σαν αρρώστια) για την κίνηση στα σύνορα. Φόβος ο οποίος δεν επαληθεύθηκε, επαληθεύθηκε όμως η ρήση που ισχυρίζεται: πως το ενδεχόμενο στεναχωρεί συνήθως περισσότερο από αυτό καθ' ευατό το γεγονός. Περάσαμε από αυτά λοιπόν, μέσα σε πέντε λεπτά και σε λίγη ώρα βρισκόμασταν στους άδειους δρόμους του Ζάγκρεμπ. Βρήκαμε το σπίτι που είχαμε κλείσει εύκολα και παρκακάραμε στην αυλή του.


Το σπίτι ήταν παλιό, μπορεί να μετρούσε και πάνω από 100 χρόνια ζωής. Το παρκέ του έτριζε πλήρες πόνου και παραπόνου σε κάθε μας βήμα, τόσο, που αναστατώνονταν οι πρόγονοι. Οι πρώτοι πατήσαντες...
Δεν υπήρχε περίπτωση να παραμείνει κοιμισμένος ο ένας και ο άλλος να πάει μέχρι το παράθυρο. Τα έπιπλα αυθεντικά παλιά. Οι πολυθρόνες, η πήλινη στόφα, ο πολυέλαιος, η βιτρίνα με τα εκθέματά της, προσέδιδαν στον χώρο μια νότα αυθεντίας που καταστρεφόταν οριστικά όταν τα μάτια σου έπεφταν στο λευκό τραπεζάκι του σαλονιού. Του τάλιρου από το ΙΚΕΑ. 

Η τηλεόραση έπαιζε κατά το δοκούν, όποτε έβρισκε σήμα και αναλόγως το wi-fi, το μικρό ψυγείο κύβος είχε καλυμμένο τον όγκο της κατάψυξής του με πάγο, προφανώς από την αδιαφορία των οικοδεσποινών (δύο αδελφές ήταν). Η υπόλοιπη κουζίνα προχειροστημένη να εξυπηρετήσει στα βασικά: Να το νοικιάσουμε να τελειώνουμε... Πληρώσαμε 50 € για αυτό το δωμάτιο και ξυπνούσαμε θέλαμε δεν θέλαμε με το πρώτο φως διότι από άποψη (μάλλον) δεν είχε ένα πατζούρι και δεδομένου ότι το κρεβάτι ήταν προσανατολισμένο προς τα εκεί, μας εύρισκε το φως στο δόξα πατρί. Θα μπορούσαμε βεβαίως να κοιμηθούμε με το κεφάλι στα πόδια αλλά για κάποιο λόγο βαρεθήκαμε την αλλαγή.  Ως προς την τοποθεσία του όμως ήταν άριστο, κοντά σε όλα τα αξιοθέατα και με πάρκινγκ, αυτός ήταν και ο λόγος που το προτιμήσαμε.

Από την πρώτη μας επαφή με την πόλη το ίδιο απόγευμα διαπιστώσαμε πως είχε κρατήσει το χρώμα της. Οι περισσότεροι δρόμοι της άνω πόλης ήταν καλντερίμι (στο οποίο τα αυτοκίνητα έτρεχαν σαν σε άσφαλτο) Στα αριστερά μας και σε απόσταση 5 μόνο λεπτών από σπίτι βρισκόταν η εκκλησία του Αγ. Μάρκου, από εκεί παίρνοντας στο δρόμο προς τα κάτω υπήρχαν δύο επιλογές προς την πόλη και οι δύο περιείχαν κατηφόρες και σκαλιά. Προς την οδό Radiceva η μια και η άλλη δεξιότερα της κεντρικής πλατείας στο μέσον του εμπορικού δρόμου της πόλης Ilica.

Το Ζάγκρεμπ είναι μια πόλη που μπορεί κάποιος να τη γυρίσει σε δύο μόλις μέρες βλέποντας τα βασικά. Εμείς όμως διαλέξαμε εν γνώση μας περισσότερες ώστε να έχουμε χρόνο να ξοδέψουμε...

Εκείνο που μας έκανε εντύπωση ήταν τα τραμ που μοιράζονταν στα ίσια τους δρόμους με τα αυτοκίνητα και τους πεζούς 'προστατεύοντας' τους τελευταίους αφηρημένους, με ένα μικρό χαντάκι πλάτους τριάντα εκατοστών και βάθους τριών (δίπλα από την κίτρινη γραμμή). 

Υπήρχε στο έβγα της κατηφοριάς (αριστερή επιλογή όπως φαινόταν η πόλη από επάνω) ένας δρόμος γεμάτος φαγάδικα όπου καθίσαμε δύο φορές και απολαύσαμε όμορφες μπύρες και berger τα οποία δεν μας ξετρέλαναν. 

Αν βρεθείτε εκεί δοκιμάστε την μπύρα Ozujsko.


Τη επόμενη μέρα Δευτέρα, ήταν επίσης κλειστά τα μαγαζιά λόγω κάποιας γιορτής έτσι συνεχίσαμε τη χαλαρή περιπλάνησή μας στο κεντρικό δρόμο Ilica όπου βρίσκονται τα περισσότερα μαγαζιά. Φτάσαμε στο Illusion museum (μουσείο παραισθήσεων) στον αριθμό 72 και ανεβήκαμε στον όροφο. Η είσοδος είναι 5 € το άτομο. Αγοράσαμε ξύλινες σπαζοκεφαλιές που μας φάνηκαν ενδιαφέρουσες και φυσικά λύνονται μονάχα από νοητικά ιδιαιτέρως προικισμένους (τέτοιοι δεν είμαστε εμείς γι' αυτό τα κοιτάμε ακόμα επάνω στο τραπέζι λυμένα...) Υπάρχει μεγάλη ποικιλία τέτοιων παιχνιδιών που το κόστος τους ξεκινάει από 10 και φτάνει τα 25€.

Το απόγευμα περπατήσαμε στον από κάτω παράλληλο της Ιlica, την οδό Bogoviceva όπου υπήρχαν επώνυμα καταστήματα και μερικά bistrot κατόπιν αφεθήκαμε και βρεθήκαμε σε πλατείες πιο μακρινές όπου λόγω του Μουντιάλ είχαν στηθεί κιόσκια (καθόλου πρόχειρα) που σέρβιραν μπύρα και πρόχειρο φαγητό.

 Λίμνες Πλίτβιτσε 140 χλμ


Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσαμε να βρούμε το ακριβές μέρος που θα έπρεπε να βάλουμε στο gps ώστε να μας οδηγήσει. Τελικά αποφασίσαμε το: Plitvicka jezera το οποίο ήταν ξενοδοχείο επάνω στη λίμνη. Το πάρκινγκ όπου θα έπρεπε να αφήσουμε το αυτοκίνητο παρέμενε ακόμα αδιευκρίνιστο. 


Ξυπνήσαμε νωρίς. Πόσο; Είναι μια ώρα που δύσκολα λέγεται...
Πέντε το πρωί.

Χρειαζόμασταν περί τις 2:30 ώρες να φτάσουμε αφού ο δρόμος από το Κάρλοβατς και μετά, γινόταν στενός με μία λωρίδα ανακατεύθυνση. Προσθέσαμε και λίγο χρόνο μέχρι να βρούμε το ακριβές σημείο αφού δεν ήμασταν σίγουροι, ακολούθως συνεκτιμήσαμε τις ορδές των Κινέζων που επισκέπτονται μέρος και κάνουν τα μονοπάτια αδιάβατα και κατασταλάξαμε πως καλά πράττουμε.

Φτάσαμε την ώρα που υπολογίζαμε προσέχοντας συνεχώς τις κάμερες ταχύτητας που διάσπαρτες σε όλο τον δρόμο από το Κάρλοβατς και μετά καιροφυλακτούσαν. (Ας είναι καλά το gps που κάθε τόσο μας ειδοποιούσε). Φτάσαμε στο μέρος και το προσπεράσαμε αγνοώντας τη υπόδειξη του gps.

Σταματήσαμε πιο κάτω και κάναμε αναστροφή. Είδαμε μια μεγάλη τετράγωνη ξύλινη καφέ σκούρα αψίδα, που δεν ήταν αψίδα αλλά γέφυρα (όπως διαπιστώσαμε στην επιστροφή) η οποία σηματοδοτούσε το πάρκινγκ. Παρκάραμε στο πάρκινγκ Νο 1 το οποίο ήταν άδειο. (Προσοχή: να θυμάστε πού παρκάρετε ώστε να βρείτε το αυτοκίνητό σας στην επιστροφή και να αποφύγετε περιττές διαδρομές (2-3 χλμ) στον ήλιο, συνοδευόμενες από τις ανάλογες κακοστομίες (ευγενικότερος δεν μπορώ να γίνω)).

Κατηφορίσαμε προς τα ταμεία. Πουθενά οι στρατιές του Δράμαλη. Είπαμε ότι είμαστε τυχεροί.

Εισητήριο 2Χ20 €. Περιμέναμε σε ένα μαγαζάκι λίγο πιο κάτω να πάρουμε και χάρτη. Το εξαιρετικής ποιότητας έντυπο κόστιζε 3 € και ανοίχτηκε μία φορά εκ περιεργείας και μόνο. Μην αγοράσετε χάρτη, υπάρχουν άριστες σηματοδοτήσεις για όποιο μονοπάτι θελήσετε να ακολουθήσετε. Άλλωστε ο χάρτης πέρα από μια γενικότερη ακαταλαβίστικη εικόνα και την περιγραφή των διαδρομών δεν προσφέρει τίποτα άλλο. Τις περιγραφές των διαδρομών που θα αποφασίσετε να ακολουθήσετε θα τις μελετήσετε προσεκτικά από το σπίτι και θα πάτε αποφασισμένοι. Υπάρχουν αναλυτικά στο διαδίκτυο. (μεταξύ μας μονάχα άνθρωποι μεγάλης ηλικίας ή κάποιοι άλλοι με συγκεκριμένα προβλήματα δεν μπορούν να βγάλουν τις κάπως πιο μεγάλες -πλην των 16 χλμ φυσικά- διαδρομές. αφού όλοι μπορούν να σταθούν κάπου να ξεκουραστούν αν παραστεί ανάγκη) 

Εμείς επιλέξαμε την διαδρομή ''Η'' αυτή των 8.900 μέτρων η οποία περιελάμβανε ένα λεωφοριάκι τριών βαγονιών που ονομάζουν 'τραίνο' και ένα πλωτό μέσο για μια ενδιάμεση μετάβαση και θέα σε ολόκληρο το συμπλεγμα. 

Όπως ήδη ανέφερα, θεωρώ ότι όλοι μπορούν να κάνουν τη διαδρομή ''Η'' που επιλέξαμε και εμείς καθόσον μόνο τα νούμερα τρομάζουν. Οι εικόνες που θα αντικρίσουν εκείνοι που θα επιλέξουν μικρότερες διαδρομές θα είναι λιγότερες και είναι κρίμα. Οι μεγαλύτερες διαδρομές προσφέρουν όπως είναι φυσικό μια πιο ολοκληρωμένη άποψη του συμπλέγματος των 16 λιμνών έναντι κάποιων άλλων που εξαιρούν κάποιες... Σκεφθείτε πως: Λιγότερα βήματα, λιγότερη ομορφιά. Πότε θα ξαναβρεθείτε εκεί;


Τα μονοπάτια είναι βατά και ξεκούραστα. Οι ομορφιές που θα συναντήσετε μοναδικές. Αν επρόκειτο να διαλέξουμε ένα μόνο αξιοθέατο από όλο το ταξίδι μας θα επιλέγαμε χωρίς σκέψη τις λίμνες Πλίτβιτσε και την ίδια διαδρομή.








Οι φωτογραφίες αυτές είναι από τη διαδρομή πριν πάρουμε το καραβάκι (ανήκουν δηλαδή σε μεγαλύτερη διαδρομή ή σε κάποια άλλη που περιλαμβάνει τις πάνω λίμνες) και όπως καταλαβαίνετε αδυνατούν να αποδώσουν αυτό βλέπει το μάτι...

.


απ'  όσο υπολογίσαμε χωρίς να είμαστε απολύτως σίγουροι θα πρέπει να διανύσαμε περί 3 χιλιόμετρα χωρίς καν να το καταλάβουμε...






Τα μονοπάτια όπως είπαμε είναι βατά είτε σαν αυτό που βλέπετε, είτε σε δρόμο βουνού, είτε φτιαγμένα με ξύλα οριζόντια πάνω από το νερό. Σταθήκαμε τυχεροί και δεν είχε κόσμο τουλάχιστον μέχρι την ώρα αυτή. Αξίζει τον κόπο να πάτε μια εποχή (εφ' όσον βεβαίως έχετε τη δυνατότητα) όπου δεν έχει ακόμα ξεκινήσει η τουριστική περίοδος. Φανταστείτε τον κάθε έναν να σταματάει να βγάλει μια και δύο φωτογραφίες...








Υπάρχουν φορές που δεν υπάρχουν λόγια να περιγραφή το μεγαλείο της φύσης.













Κατόπιν πήραμε το καραβάκι διασχίσαμε τη μεγάλη λίμνη και βγήκαμε στο επόμενο σταθμό υποδοχής.










Από εκεί συνεχίσαμε το περπάτημα για την υπόλοιπη διαδρομή μας. Οι διαδρομές δεν έχουν την ίδια φορά όλες, άλλες ξεκινούν από επάνω και κατεβαίνουν όπως η δική μας και άλλες οδηγούν τους επισκέπτες ανάποδα με αποτέλεσμα τα μονοπάτια να γίνονται διπλής κατεύθυνσης. Αυτό σήμαινε όσο η ώρα περνούσε, συνωστισμό, (οι Κινέζοι έρχονταν κατά κύματα) διότι κάποιοι βιαστικοί, συνεπαρμένοι, δεν περίμεναν τους προπορευόμενους να βγάλουν φωτογραφίες και ερχόταν στη μεριά των επισκεπτών που κινούνταν αντίθετα. 



Το κακό δεν ήταν αυτό -όσο κι αν δημιουργούσε ένα σχετικά μικρό πρόβλημα στην κίνηση, που ασφαλώς θα γινόταν αξιοσημείωτο σε περιόδους αιχμής-, ήταν η αγενέστατη απαίτηση που είχαν, οι ανυπόμονοι -οι Κινέζοι κυρίως- να τους περιμένεις να περάσουν ενώ βρισκόσουν στο δρόμο σου, άλλως έπεφταν πάνω σου. Κάποιος από δαύτους κόντεψε να ρίξει τη γυναίκα μου στο νερό. Τα μονοπάτια δεν μπορούν να χωρέσουν τέσσερις ανθρώπους σε μία σειρά... Από το σημείο εκείνο και μετά, δούλεψε ώμος τοποθετημένος κάθετα, διαθέτοντας εμφανή πρόθεση αυστηρής νουθεσίας... 






Σε αυτό το δεύτερο μέρος της διαδρομής όπου θα βλέπαμε τις χαμηλότερες λίμνες, (αυτές που ξεκινούσαν οι μικρότερες διαδρομές και μάζευαν τον περισσότερο κόσμο) άρχισε να γίνεται εμφανές το πρόβλημα που πολλοί άλλοι φίλοι επισήμαιναν.



Η επιλογή λοιπόν του χρόνου επίσκεψης και της ιδίως της εποχής είναι το πρώτο σημαίνον. 

Ολοκληρώσαμε τη διαδρομή σε τέσσερις ώρες. Κουραστήκαμε, αλλά όχι τόσο όσο να χρειαστεί να κάτσουμε να πάρουμε ανάσες.



Μέχρι εδώ όλα καλά.

Φτάσαμε λοιπόν στον σταθμό 1 από όπου έπρεπε να πάρουμε το λεωφορείο ώστε να πάμε στο σταθμό 2 όπου βρισκόταν το πάρκινγκ 1 (Οι σταθμοί ήταν τρεις)

Περιμέναμε κανένα μισάωρο σε ήλιο και σκιά, μαζεύτηκε κόσμος. στριμωχτήκαμε και μπήκαμε. Η διαδρομή ήταν περίπου 5 χιλιόμετρα, το λεωφορείο την κάλυψε σε ένα τέταρτο. κατεβήκαμε και κινήσαμε για το πάρκινγκ. Θυμόμαστε το ξενοδοχείο όπου αρχικά είχαμε θέσει ως στόχο για την εύρεση της τοποθεσίας... ρωτήσαμε λοιπόν κάποιον υπάλληλο των εγκαταστάσεων και μας έγνεψε ότι πάμε καλά. Φτάνοντας εκεί ρωτήσαμε για ασφάλεια τον υπεύθυνο του πάρκινγκ (διότι τα επιπλέον μέτρα της βάδισης κόστιζαν διπλά υπό τον ήλιο) και μας είπε ότι πάμε εντελώς λάθος και ότι έπρεπε να γυρίσουμε στον σταθμό 1. 

Κεραυνός! 

Μας φάνηκε όμως κάπως λογικό. Δεν μπορούσε όλος ο όγκος των επισκεπτών προκειμένου να φτάσει στο πάρκινγκ να περνάει μέσα από το ξενοδοχείο...

Πήραμε με τα μούτρα χαμηλωμένα τα μπρος-πίσω μέσα στον ήλιο και μετά από πεντακόσια μέτρα βρεθήκαμε στον σταθμό 2. Περιμέναμε εκ νέου το λεωφορείο είκοσι λεπτά + ένα τέταρτο να γυρίσουμε πίσω. Το πόδι της γυναίκας μου δικαιολογημένα είχε αρχίσει να πονάει..

Κατεβήκαμε
-Πού είναι το πάρκινγκ;
-Θα πάρετε προς τα πίσω το μονοπάτι που ήρθατε προς στον μεγάλο καταρράκτη.

Υπόθεση το λιγότερο ενός χιλιομέτρου.

Τα κεφάλια κάτω. Όταν φτάσαμε, ρωτήσαμε πού είναι το πάρκινγκ.
Μας έδειξαν και το βρήκαμε αλλά δεν έμοιαζε με εκείνο που είχαμε παρκάρει. Άφησα τη γυναίκα μου στην είσοδο και άρχισα να ψάχνω στον ήλιο. Τίποτα δεν μου θύμιζε... Πήγαινα από τη μια μεριά, πήγαινα και από την άλλη (υπόθεση 200-300 μέτρων η κάθε επιλογή και δυστυχώς υπήρχαν πολλές...)

Απόγνωση. Κούραση, Νεύρο.
Η γυναίκα μου κούσταινε. 

Ευτυχώς είχαμε κρατήσει τα εισιτήρια, τα δείξαμε σε κάποιο υπεύθυνο λέγοντάς του ότι είχαμε παρκάρει στο πάρκινγκ αυτής της εισόδου.
-Σταθμός 2 πάρκινγκ 1 (αποφάνθηκε βλοσυρός με σιγουριά).
Ξανά πίσω.
Ζέστη και ήλιος πυρρός. Τα σύννεφα που μας είχαν συντροφεύσει κατά διαστήματα είχαν εξαφανιστεί...
-Πάμε σωστά;
Ποιός ήξερε;
Βρεθήκαμε στον σταθμό 2 μετά από μισή ώρα...
Κουραστήκατε να διαβάζετε, σκεφθείτε εμάς που το ζήσαμε...

Το αυτοκίνητο ήταν εκεί που αρχικά είχαμε πάει. Το βρήκαμε με το πρώτο, βάλαμε κλιματισμό και πήραμε δρόμο της επιστροφής... 140 χλμ.
Στο δρόμο τα μάτια μου έκλειναν..



Ένα μπάνιο, λίγος ύπνος και το απόγευμα έτοιμοι για βόλτες και πάλι στην πόλη η οποία είχε το χρώμα του μουντιάλ αφού η Κροατία είχε την ομάδα της ζωντανή στη Ρωσία. 

Η κεντρική πλατεία Jelacica με το άγαλμα του καβαλάρη είχε μεταλλάξει προσωρινά τη μορφή της. Στο κέντρο της υπήρχε μια τεράστια οθόνη για την προβολή των αγώνων και μερικές δεκάδες μέτρα πίσω της ένα τεράστιο περίπτερο με ψηλά τραπεζάκια και σκαμπό που σέρβιρε μπύρες και κάποια πρόχειρα φαγητά. Την ώρα εκείνη και μέσα στην ελαφρά βοή του δρόμου ξεχώρισαν τύμπανα. Μια σειρά ντυμένων αντρών με  ρούχα εποχής παρέλασαν με τον παραδοσιακό τρόπο ένα κύκλο την πλατεία. Ανάλογες παραστάσεις υπήρχαν και στον δρόμο που ανηφόριζε προς την εκκλησία του Αγ. Μάρκου. 



Η επόμενη μέρα




Για την τελευταία μέρα είχαμε αφήσει το μουσείο βασανιστηρίων. (Torture museum) στην οδό Ρradiceva 14. Το μουσείο άνοιγε στις 11 έτσι ξεκούραστοι πια μετά από ένα καλό ύπνο (με πρωινό αναγκαστικό ξύπνημα) και μια μικρή βόλτα τριγύρω ανεβήκαμε στον πρώτο όροφο όπου φιλοξενούταν. Το εισιτήριο ήταν περί τα 5€ ανά άτομο.  Ο χώρος ήταν σκοτεινός. Φωτιζόταν μονάχα τα εκθέματα υπό τον ήχο μουσικής θρίλερ. Στα χέρια μας κρατούσαμε το τάμπλετ που παραλαμβάνει κανείς από το ταμείο στο οποίο εξηγείται η χρήση του καθενός εκθέματος...



Σε μια ώρα βρισκόμασταν και πάλι στο φως, κατηφορίζοντας προς τη μεγάλη κεντρική πλατεία η οποία μάλλον είναι καθιερομένος τόπος συνάντησης καθώς όλοι οι δρόμοι δείχνουν να περνούν απ' αυτήν. Αναζητήσαμε την υπαίθρια αγορά Dolac. Κάναμε ένα μικρό κύκλο αλλά γρήγορα προσανατολιστήκαμε. Η πλατεία βρισκόταν ακριβώς από την επάνω μεριά της Jelacica και ήταν κάτι σαν τις δικές μας λαϊκές αγορές. Βαδίσαμε καταμεσής των ξύλινων πάγκων της.



Καμία σχέση με τις ποιότητες των δικών μας οπωροκηπευτικών κάτι που μοιάζει φυσικό καθότι η Κροατία ως βόρεια χώρα έχει το ανάλογο κλίμα. Στην πάνω μεριά της πλατείας, ανεβαίνοντας μερικά σκαλιά σε ένα άλλο επίπεδο, υπάρχει η αγορά κρεάτων και αλλαντικών. 

Στην επάνω δεξιά άκρη της, φούρνος, με όλους τους τύπους των ψωμιών. Διαγώνια πίσω, στην άκρη των σκαλιών που ανεβήκαμε για να φτάσουμε έως εδώ, υπήρχε ένα ταχυφαγείο με τραπεζάκια μέσα και έξω που σέρβιρε πίτσες, το παραδοσιακό μπιφτέκι μέσα στο στρογγυλό ελαφρά ψημένο ψωμί και μερικές άλλες ποικιλίες φαγητών. 




Λίγο μακρύτερα από την πλατεία Dolac βρισκόταν ο καθεδρικός ναός του Ζάγκρεμπ. Βγάλαμε τις απαραίτητες φωτογραφίες και κινήσαμε προς τα πίσω οδηγούμενοι στην τύχη από μικρά κατηφορικά δρομάκια ώστε να βρεθούμε και πάλι στους γνωστούς δρόμους με τα μπαράκια.



Πήραμε το αυτοκίνητο και επισκεφθήκαμε το νεκροταφείο Mirogoj όπου στα ...βάθη του απολαμβάνουν ηρεμία νεκροί κάθε θρησκείας. Υπάρχει ακόμα και μέρος ταφής αθέων. Βεβαίως δεν έχει καμία σχέση με εκείνο της Γαλλίας το Περ Λασαίζ αλλά και αυτό είναι πολύ όμορφο και εάν έχετε χρόνο σας προτείνουμε να το επισκεφθείτε.



Επιστρέψαμε. Την επόμενη αρχίζαμε την επιστροφή μας με πρώτη στάση και διανυκτέρευση στη γνωστή Νις και επόμενη τα Σκόπια...



Ζάγκρεμπ-Νις-Σκόπια (840 χλμ)



Φτάσαμε στη Νις μετά από ώρες ταξιδιού αλλά χωρίς πρόβλημα. Το απόγευμα στην πόλη πέρασε ήρεμα με βόλτες στα μαγαζιά και μερικές αγορές. Κοιμηθήκαμε εκεί για βράδυ. Την επόμενη το πρωί έχοντας πλέον χρόνο, κάναμε μια επίσκεψη (υπό βροχή) στο στρατόπεδο Red Cross. Μας έκανε εντύπωση πως ελάχιστοι άνθρωποι μισό χιλιόμετρο μακριά του το γνώριζαν ή δεν καταλάβαιναν αγγλικά... 

Δεν άξιζε. Το στρατόπεδο κατά την γνώμη μου δεν άξιζε, το ξαναλέω. Τζάμπα ο κόπος. Υπήρχαν στους θαλάμους του φωτογραφίες (προσώπου) Εβραίων που είχαν χάσει τη ζωή τους ή που τελικά είχαν σωθεί. Υπήρχε μια λευκή ιατρική μπλούζα, κάποια κατσαρόλια εμαγιέ και ένα σκουριασμένο πολυβόλο. Μερικά κρανία. Αίθουσες και πάλι κενές με φωτογραφίες (προσώπου) ανθρώπων κρεμασμένες στους τοίχους με τς ιστορίες τους κάτω από αυτές, χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο. (πάντα κατά τη γνώμη μου) Κελιά στον δεύτερο όροφο με τη βροχή απ' έξω να περνάει το ταβάνι και να πέφτει στο εσωτερικό (όχι απαραίτητα μεμπτό το τελευταίο). 

Φύγαμε κατά τις δώδεκα με το πάσο μας και φτάσαμε στα Σκόπια μεσημέρι, όπου βρήκαμε το σπίτι με μια μικρή δυσκολία καθόσον τα ονόματα των δρόμων υπήρχαν ίδια σε δύο τρεις οδούς, την ώρα που δεν υπήρχε καμία αρίθμηση...

Το σπίτι βρισκόταν στον όγδοο όροφο μιας πολυκατοικίας παλιάς, ήταν όμως πλήρως ανακαινισμένο, μεγάλο και άξιζε αρκετά περισσότερα των 20 € που πληρώσαμε. Αυθόρμητα το συγκρίναμε με εκείνο της πρώτης μας διανυκτέρευσης... Πάντως και σε αυτό το διαμέρισμα ενώ είχαμε τονίσει στον ιδιοκτήτη ότι θέλαμε ιδιωτικό πάρκινγκ παρκάραμε στο δρόμο με τη βοήθειά του. Δεν υπήρχε λόγος να παραπονεθούμε. Φαίνεται ότι στη γείτονα το έχουν σύστημα...

Αφήσαμε τα πράγματα και πήγαμε στο διπλανό super market Vero (του δικού μας Βερόπουλου) να πάρουμε μερικά ποτά.
Οι τιμές τους ήταν ακριβότερες από εκείνες της Βουλγαρίας. Η Βότκα η Absotut κόστιζε 11.5€ στη Βουλγαρία ίσως κάτι λιγότερο από 10€. Οι μπύρες 500ml μέση τιμή 0.80-0.90€ εκτός από την Skopco που κόστιζε 0.65€ και δεν μας άρεσε καθόλου.

Πήραμε πέντε βότκες και μερικές μπύρες Lasco, τίποτα άλλο.

Το βράδυ επισκεφθήκαμε με τα πόδια τη περιοχή Μποχήμια ένα περίπου χιλιόμετρο μακριά από το σπίτι μας. Η συγκεκριμένη περιοχή είναι η πιάτσα για της ταβέρνες της πόλης. Αποζημιωθήκαμε για το περπάτημα μαθαίνοντας τον τρόπο που διασκεδάζουν οι γείτονες. Τα τραγούδια τους (όσα τουλάχιστον ακούσαμε) έμοιαζαν σε ρυθμό με τα δικά μας.  Είπαμε υπερβάλλοντας ότι μας αντιγράφουν σε όλα. Κάποτε είπανε και κάποιο ελληνικό...

Η ορχήστρα του καταστήματος αποτελείτο από τρεις μουσικούς που δεν είχαν μέρος να σταθούν. Ο ένας έπαιζε κόντρα μπάσο δεξιά στη πόρτα σε μέρος να μην ενοχλεί τους σερβιτόρους που έτρεχαν, ο άλλος απέναντί του, βιολί και ο τρίτος ακορντεόν λίγο πιο μακριά. Αργότερα εμφανίστηκε και ένας τέταρτος με μια μικρή κιθάρα και η μπάντα ευθύμισε. Το ίδιο σκηνικό παιζόταν σε όλες τις ταβέρνες που χωριζόταν από ένα τοίχο ή από το πλάτος του δρόμου. Φάγαμε κρεατικά. Γεύσεις γκουρμέ αλά σεφ της ελληνικής τηλεόρασης, πριν αποσώσουμε το φαγητό μας η ταβέρνα ήταν ασφυκτικά γεμάτη από μερικές κραυγαλέα καλοντυμένες (λαμέ και στρας) γυναίκες και τους περισσότερους υπόλοιπους νεαρότερους θαμώνες κανονικά με τζην...

Πληρώσαμε για δύο πιάτα μία σαλάτα και τρεις μπύρες 28 €
Η ώρα ήταν περασμένες έντεκα...



 Σκόπια- Αθήνα 700 χλμ (επιστροφή)



Η επιστροφή θα μπορούσε να ήταν απόλυτα προβλέψιμη ο δρόμος ήταν γνωστός και δεν υπήρχε καμία βιασύνη. Φουλάραμε βενζίνη το αμάξι 1.20€/λτρ και αέριο 0.52€/λτρ και βγήκαμε στην εθνική.

Φτάσαμε στα σύνορα περάσαμε τον πρώτο έλεγχο και στον δεύτερο άρχισε το πανηγύρι:

-Έχετε να δηλώσετε τίποτα; Μια στεγνή νεαρή τελωνειακός. Τα χέρια πιασμένα πίσω. Υπηρεσιακά.
-Όχι. Μίλησε η γυναίκα μου.
-5 μπουκάλια βότκα. Εγώ.

-Και ποιος σας είπε ότι μπορείτε να φέρετε 5 μπουκάλια βότκα; Η τελωνειακός. Την πρότασή της πάντα την έκλεινε με ένα ξύλινο 'κύριε' το οποίο είχε διφορούμενη ερμηνεία. Τυπική, υποχρεωτική ευγένεια ή επιτίμηση.

-Ωραία να τα αφήσουμε.
-Δεν μπορείτε να τα αφήσετε, θα πληρώσετε.
-Νομίζαμε πως μπορεί να φέρει 5 λίτρα αλκοόλ το άτομο.
-Κακώς νομίζατε,  μπορείτε μόνο ερχόμενοι από χώρα της Ευρωπαϊκης ένωσης. Ανοίξτε το πορτ-παγκάζ.

Το ανοίξαμε και έφριξε! Είδε τέσσερις μπύρες και τους λαιμούς των μπουκαλιών του κρασιού που είχαμε αγοράσει από το Μάριμπορ.
-Περάστε δεξιά και αδειάστε το αυτοκίνητο. (!!!)

Οι νόμοι είναι πάντα νόμοι και εφ' όσον ζούμε σε κοινωνία που λειτουργεί μέσω αυτών οφείλουμε να τους τηρούμε. Καμία αντίρρηση περί αυτού, όμως η κάθε επιταγή επιδέχεται πάντα πολλών ερμηνειών και ανάλογων τρόπων προσέγγισης και εγώ καλώς ή κακώς αισθάνθηκα πραγματικά ηλίθιος και άνθρωπος υπό τη σπάθη του Δημοκλή...

-Τι ήθελες και μιλούσες; Με κοίταξε δικαιολογημένα η γυναίκα μου.

-Αδειάστε το αυτοκίνητο..
Όλα έξω λοιπόν!

Ακολούθησαν στιγμές απείρου κάλλους όταν έψαχνε το αμάξι διότι είχα ξεπεράσει το σημείο όπου κάποιος ελέγχει τον ευατό του και επέμενα φωνάζοντας πως αφού ήταν τόσο τυπική και σωστή στη δουλειά της, όφειλε ανυπερθέτως να ψάξει τα πάντα, ακόμα και τα κρυφά λερωμένα μας αφού έτσι επέτασσε το καθήκον. Της τράβηξα μερικές σακούλες από τα χέρια και πήγα να της αναποδογυρίσω στα μούτρα της μέσα.

-Κύριε! αναδιπλώθηκε και εξακολούθησε να ψάχνει...

Βρήκε 5-6 μπουκάλια κρασιά (την κτύπησε εν νέου ηλεκτρικό ρεύμα) τη γνωστή τετράδα μπύρες...
-Αυτά είναι από Σλοβενία (πράγματι ήταν) Μίλησα.
-Αποδείξεις έχετε;
-'Εχουμε γαμώ το κερατό μου. Έχουμε.
Δεν τις ζήτησε, προφανώς γιατί διάβασε στις ετικέτες τη χώρα προέλευσης.
-Όλοι αυτοί που περνάνε (της έδειξα τις ουρές των αυτοκινήτων) και σας δηλώνουν πως δεν έχουν τίποτε λέτε να μην έχουν ή να σας λένε ψέματα; Τη ρώτησα.
Δεν απάντησε.
-Μήπως τη νύφη πληρώνουν μόνο οι ηλίθιοι; Ρωτάω μήπως. (την κοίταξα)
Σημασία δεν έδινε. Εξακολουθούσε τη δουλειά της. Έψαχνε το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου άνοιγε ένα επίπεδο ξύλινο κουτάκι, προσπαθούσε να σηκώσει το κάλυμμα του πορτ μπακάζ.

-Πόσα είναι ρε ο φόρος να πληρώσουμε. 2 λίτρα δικαιούμαστε, υπολείπονται τα υπόλοιπα 3, πόσα είναι να στα δώσουμε;
Μαζεύαμε ήδη τα πράγματα που βρίσκονταν σκορπισμένα στο υπόστεγο μέσα στο δρόμο, σε θέα κοινή. 

Ακολούθησε ένα μικρός διάλογος νουθεσίας και επαναφοράς εμού του παρανομήσαντα στην τάξη.
Συγκατενέυσα για να δώσω ένα τέλος στην ιστορία. Κέρδος από τέτοιου είδους δοσοληψίες δεν υπάρχει. 

-Πόσα πληρώνουμε;
-Τίποτα. Πηγαίνετε γιατί είσαστε ειλικρινείς...

Φύγαμε. Συνήλθαμε από τη σύγχυση μετά από αρκετά χιλιόμετρα.



Μπορεί από τη στιγμή που κάποιος δηλώνει κάτι, να πρέπει να ελεγθεί, βλέπετε τα Σκόπια δεν είναι μέλος της ευρωπαϊκής ένωσης και ισχύουν άλλα από εκείνα που γνωρίζουμε ερχόμενοι από Βουλγαρία... Καλώς μέχρι εδώ. Ο ύφος όμως, ο τρόπος συνδιαλλαγής και η υποτίμηση του ατόμου, εξοργίζει. Θα μου πείτε μπορεί να γίνει αλλιώς κάποιος έλεγχος; Μπορεί και όχι, όμως το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο. Το κράτος θα διυλίζει πάντα το βουερό κουνούπι. Αυτά προς γνώση όσων πρόκειται να επιστρέψουν από Σκόπια. Προσωπικά εξ' όσων πλέον γνωρίζω θα βγαίνω από Σκόπια και θα επιστρέφω από Βουλγαρία...

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί πως την ημέρα που περνούσαμε τα σύνορα από Ελλάδα προς Σκόπια ρώτησα τον άνθρωπο που ήλεγχε τις ταυτότητές μας:
-Πόση ποσότητα αλκοόλ μπορούμε να φέρουμε;
-Πού να ξέρω...
Αυτή ήταν η απάντησή του!
Θεωρήσαμε λοιπόν κάποιο λογικό...
Τη στιχομυθία αυτή ξεχάσαμε να αναφέρουμε στο ''τυπικό όργανο ελέγχου''. επισημαίνοντάς της πως αν μια χώρα θέλει να παρουσιάζεται τυπική μέσω των οργάνων της, οφείλει να είναι στα ''λαβείν'' της προς καλό του συνόλου, αλλά κυρίως στα ''δούναι'' της για το παράδειγμα το άριστο...
Λέμε τώρα...


Επίλογος


Δεν μπορεί να υπάρξει ταξίδι χωρίς μεγάλα ή μικρά απρόοπτα. Όλα αυτά ήταν κατά τη γνώμη μας ελάχιστα εμπρός σε όλα εκείνα που είδαμε και χαρήκαμε. Αν κάποιος μας ρώταγε τι απ' όλα αυτά που είδατε δεν θα θέλατε να χάσετε, θα απαντούσαμε: Τη βόλτα μας στις λίμνες Πλίτβιτσε. Με διαφορά. Αμέσως μετά την εμπειρία μας από τη ζωή των ανθρώπων στην Λιουμπλιάνα (από αυτό το ελάχιστο που μπορούμε να κρίνουμε)



Απόδειξη πως περάσαμε πραγματικά όμορφα, ο επικείμενος σχεδιασμός του επόμενου ταξιδιού μας (την ερχόμενη Άνοιξη ελπίζουμε) στην Νορβηγία, με αυτοκίνητο φυσικά...