Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Το μαντρί.

Στο μαντρί υπάρχει σιγουριά, το καλό χορτάρι όμως είναι στην εξοχή.

Δεν μπορούν να συνυπάρξουν τα αντίθετα. Το βολικό, το σίγουρο ας πούμε με το μοναδικό. Το ‘ένα’, θα γινόταν βαρετό, θα έπαυε να ήταν το πρώτο κι o επικαρπωτής ως αποτέλεσμα κούρασης θα γινόταν κι αυτός ράθυμος στο πανηγύρι της χαράς.

Το εξαιρετικό δεν βρίσκεται στην απόλυτη σιγουριά. Πολλοί θα διαφωνήσετε μία καθ΄ όλα θεμιτή διαφωνία, όμως ακολούθως θα συμφωνήσετε στο ότι το όποιο άριστο με τη έννοια του έκπληκτου παύει να είναι τέτοιο μετά από κάποιο χρονικό διάστημα. Παύει να κελαηδάει στο κλουβί.

Τότε χρειάζεται η βόλτα. Η βόλτα στην εξοχή, στον αέρα, στο φόβο του λύκου, πλάι στον κίνδυνο. Όχι σε αυτό το άρθρο δεν θα αναφέρω από την αρχή παραδείγματα, θα σας αφήσω να τα βρείτε μονάχοι σας. Η αλήθεια άλλωστε δεν είχε ποτέ μία όψη, βρείτε λοιπόν τη δική σας και συμφωνούμε.

Το κέρδος ήταν πάντα ανάλογο του ρίσκου. Υπήρχαν εκείνοι που ρισκάριζαν κι εκείνοι πού όχι. Κανείς καλύτερος από τον άλλον. Ο καθένας είχε τις δικές του απολαβές.

Οι μισοί και ίσως οι περισσότεροι στο μαντρί λοιπόν. Φαγητό εξασφαλισμένο, ζέστη, οικογένεια, παιδιά, εργασία, τις Κυριακές (κάποιοι από αυτούς) εκκλησία… Οι υπόλοιποι καβάλα στ’ άλογο, δρόμο κι όπου τους βγάλει…

Αναρωτιέμαι στο σημείο αυτό γιατί οι λεύτεροι καβαλάρηδες υμνήθηκαν από όλα τα τραγούδια. Αναρωτιέμαι...

Αναρωτιέμαι γιατί οι περισσότεροι χαζεύουν τους φευγάτους από το παράθυρο φορώντας παντόφλες, έχοντας την εφημερίδα διπλωμένη στην πολυθρόνα την ώρα που δηλώνουν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Γιατί μη μου πείτε πως δεν καμαρώσατε ποτέ σας καβαλάρη την ώρα που πηδούσε τον φράχτη μέσα στην βροχή. Μη μου πείτε πως δεν λατρέψατε έστω για μία φορά το θάρρος του, πως δεν γείρατε από αυτό, το λαιμό μέσα στους ώμους…

«Παλαβός είναι»

Συμφωνήσαμε όλοι μας. Κι εγώ μπορεί μαζί σας. Μπορεί...

Θα θέλαμε όμως να είχαμε την παλαβομάρα τη δική του.

Κι αναρωτιέμαι και πάλι. Στα καφενεία ποιον τριγυρίζουμε, το φίλο με την παντόφλα ή τον άλλον με το σπαθί; Εκείνον που 'ρχετα από το σπίτι σκασμένος στο φαγητό ή τον τον κουρασμένο με τις δροσερές ιδέες από τον δρόμο;

Κακά τα ψέματα.

Στο μαντρί δεν πλησιάζει ο λύκος. Στέκει ο Θεός-κυνηγός ολόρθος και φροντίζει τα μαλθακά του... Τα μαλθακά του λοιπόν; Κι εμείς που ζητήσαμε τον σίγουρο έρωτα (ασχέτως αν μεταλλάχθηκε σε αγάπη αδελφική), εμείς που υπηρετήσαμε τη σίγουρη πίστη εκείνη που τους αφήσαμε -εκόντες άκοντες- να μας διδάξουν, που διαλέξαμε το μόνιμο πιάτο, τη θαλπωρή της καθημερινής εργασίας του Κυριακάτικου εκκλησιασμού, μαλθακοί είμαστε;

Ναι.

Ίσως βέβαια όχι ακριβώς έτσι, αλλά και κάτι παραπάνω!

Ας το δεχθούμε.

-Η παλαβομάρα λοιπόν, η τρεχάλα στο άγνωστο, η συνεχής αναζήτηση, η ασυδοσία, το κυνήγι της αχαλίνωτης ηδονής, αυτά θεωρούνται αξιότερα από τη σύνεση, από τη σιγουριά; 


-Όλα θα πρέπει να είναι άσπρο ή μαύρο; Η απάντηση.

Πάντα υπάρχουν χώροι που μας βγάζουν από την πραγματικότητα. Στους χώρους αυτούς οι δοκιμασμένες ηθικές, οι συνολικά γνωστές αξίες, χάνουν την βαρύτητά τους και εναποθέτονται και πάλι στο τραπέζι προς αξιολόγηση. Προς διαπραγμάτευση.

Δεν μπορούμε να κρίνουμε σε ένα υφιστάμενο κόσμο αξίες διαφορετικές. Χρειάζεται ο νους εκείνος όπου θα μπορέσει να δει παραπέρα. Μην ξεχνάτε πως αν σήμερα έχουμε στα κάδρα μας κάποιους, οι περισσότεροι από αυτούς είναι εκείνοι που στην εποχή τους ονομαζόταν παλαβοί, ανήθικοι, άθεοι, βαλμένοι στο περιθώριο της κοινωνίας. Τίποτα από αυτά όμως δεν ήταν. Ήταν αβόλευτοι οραματιστές, άλλοι καλύτεροι και άλλοι λιγότερο καλοί. Λεύτεροι όμως. Και η σκλαβιά του νου, είναι χειρότερη από εκείνη της σάρκας. Πολύ χειρότερη να σας πω.

Υπάρχουν λοιπόν ανένταχτοι στο μέτρο που μπορούν.

Οι παλιοί εκείνοι καβαλάρηδες που ακολουθούνταν από λίγους. Από όλους εκείνους που ήθελαν αλλά δεν μπορούσαν κι από πολλούς που χεσμένοι από τον φόβο τους απαξίωναν.

Σήμερα είναι αλλιώς. Δεν χρειάζεται να απαξιώσουμε χεσμένοι κανέναν, αρκεί που ζηλεύουμε. Κι αν δεν το κάνουμε, μάλλον βρισκόμαστε στο επόμενο στάδιο του φόβου.


Στο επόμενο στάδιο του φόβου.

Στο στάδιο εκείνο όπου έχουμε αποδεχθεί πλήρως και ονομάσει τα λατρευτά μας, ασύνετες αηδίες, έχοντας για τα καλά αποτινάξει από επάνω μας τη ρετσινιά του χέστη, έχοντας -εξακολουθώντας- ονομάσει την υπακοή μας (στη λογική, στη συνείδηση, στις από άμβωνος ομιλίες, στις κοινωνικές προσταγές) σύνεση. Μυαλοσύνη.

Όμως η φλόγα του καβαλάρη χαρχαλεύει τα αντρικά μας.

Ε; ειλικρινά τώρα δεν το κάνει;

Δεν τα αφήνει σε ησυχία και το μάτι μας τρέχει στην όμορφη με το φουστάνι το κοντό, το δροσερό γέλιο, το άρωμα της ζωής… Πού θάρρος όμως… (και δεν μιλώ για απιστία)

-Ατιμία. Παντρεμένοι άνθρωποι…. Έκανες την επιλογή σου.

Πολύ σωστά, πάρα πολύ σωστά. Δεν μπορείς να ρίξεις μία κλωτσιά στην πόρτα και να βγεις στην εξοχή. Υπάρχουν χιλιάδες λεπτομέρειες που θα απαιτήσουν το κεφάλι σου στο δίσκο. Κουκουλώσου  να το γλυτώσεις.

Ρίξε λοιπόν σκαμπίλι στην ψυχή, η ψυχή είναι βολικότερη έχει χαμηλή φωνή. Καρπαζιά στο ένστικτο που αφήνει το νου να θέλει να βγει απ’ το μαντρί να φωνάξει, ‘’ακόμα ζω ρε…’’ .

Τρόμος.

Έχουνε γλύκα τα δεσμά αμ δεν έχουν θαρρείτε; Τρόμος, να ο φόβος τ’ άγνωστου μακριά τους… Ένα σταυρό, ένα κερί και βόηθα Παναγιά. Πόσοι δεν άντεξαν τη κακομοιριά, εμείς τι είμαστε μωρέ, λιγότερο ικανοί στη σκλαβιά;

Πατσαβούρι στο στόμα, όταν θέλει να φωνάξει για την αδικία. Να ο μπάτσος. Νάτος. Κι όλα αυτά που φτιάξαμε χαμένα να πάνε;

-Θες να μιλήσεις μίλα, εμπρός κάνε το και φάε ξύλο, φάε τιμωρίες… Ενώ αν μείνεις στο σπίτι… Αν μείνεις στο σπίτι δες ζεστασιά. Ψωμί κι ελιά, γενιές μεγάλωσαν. Γενιές ολάκερες.

Μωρέ καλύτερα στο μαντρί. Πολύ καλύτερα. Άλλωστε υπάρχει και θεός έ; Που βλέπει και τιμωρεί. Άναψε το κερί, προσκύνα κι άσε τους καβαλάρηδες να τρέχουν στις βροχές και στα κρύα.

Η ώρα πήγε έντεκα, σβήσε το φως γυναίκα. Σβήσε το. Σβήστο. Έτσι μπράβο πολύ καλύτερα τώρα. 

Για να κοιμηθείς σκέψου κάτι ευχάριστο.

Δες για παράδειγμα έναν που τρέχει καβάλα στ’ άλογο. Ονειρέψου καημένε μου.

Χίλιες φορές καημένε.