Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Η συμπαθής μαϊμουδίτσα και η θεωρία της σχετικότητας.

(Για όλους εμάς που κριτικάρουμε με περισσή ευκολία, θεωρίες, επιλογές και ίσως τον τρόπο της ζωής φιλοσόφων και λοιπών καταξιωμένων διανοητών)


Πριν από κάμποσο καιρό ένας διάσημος σκακιστής έκανε κάποια κίνηση στον μέσον μιας παρτίδας. Μια κίνηση που του πήρε κάμποσο χρόνο να σκεφθεί. O αντίπαλος που του έτυχε ήταν άξιος.  Μελετώντας αρκετά χρόνια αργότερα την συγκεκριμένη κίνηση, -σε κάποια εφημερίδα που είχε δημοσιεύσει την παρτίδα-, ένας αρχάριος σκακιστής απορούσε με το μέγεθος της ανοησίας του μαιτρ… Αδυνατούσε να βρει το νόημα της κίνησης και έκρινε την επιλογή της προώθησης που συγκεκριμένου κομματιού, αψυχολόγητη αν όχι κακή…


Πράγματι μια καημένη  μαϊμουδίτσα –με κάθε συμπάθεια κυριολεκτικά και μεταφορικά- την ίδια χρονική στιγμή σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου, αδυνατούσε να βρει ενδιαφέρον, αξία, στη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, πράγμα το οποίο όλοι ανεξαιρέτως το βρίσκουμε απολύτως φυσικό. 

Τώρα κάνουμε τους ανάλογους συνειρμούς.

(Μεταξύ μας, οι περισσότεροι στη μοίρα του συμπαθούς ζώου είμαστε, απλά έχουμε τη νόηση-κρίση-αυτοσυγκράτηση, να μην επιτιμούμε - υποτιμούμε εκτιθέμενοι δημοσίως- εκείνο που δεν καταλαβαίνουμε. Κάποιοι άλλοι στην ίδια μοίρα με εμάς, αντιδρούν αξιότερα προσπαθώντας να καταλάβουν (λόγια και πράξεις) στο μέτρο που μπορούν. 

Η αλήθεια είναι πως υπάρχουν πολλά επίπεδα νόησης γύρω μας και συνακόλουθη αλήθεια είναι, πως όλοι μας έχουμε πρόσβαση (κατανόησης) σε πολλά κατώτερα από το δικό μας, σε αρκετά όμοια και σε λιγότερα ανώτερα.

Η σκέψη μοιάζει σε κάποια πολλά σημεία με τα μαθηματικά. Χρειάζεται να κατέχει κάποιος το προηγούμενο μάθημα ώστε να προχωρήσει με αξιώσεις στο επόμενο, επομένως κρίνεται προφανές πως είναι σχεδόν αδύνατον να ερμηνεύσει κάποιος απαίδευτος, τη σκέψη, τις αποφάσεις, τις κινήσεις, τον λόγο ενός κάποιου καταξιωμένου διαχρονικά διανοητή-φιλοσόφου με την πρώτη ανάγνωση.

Μπορεί κάλλιστα να μην συμφωνεί, δικαιούται άλλωστε να έχει δική του γνώμη, άποψη, στα πλαίσια της ελευθερίας του λέγειν. Κατανοητό και απολύτως αποδεκτό καθόσον το δικαίωμα είναι σαφές και αναφαίρετο, όμως το αποκτά –επί της σοβαρής ουσίας του λόγου, δημοσίως- ο οποιοσδήποτε έχει εντρυφήσει στο έργο εκείνου που κρίνει θετικά ή αρνητικά, αλλιώς πολύ απλά γενικώς απαξιώνεται και εάν επιμένει, καταντά ‘πρόχειρος’, γραφικός, ενδεχομένως κι αστείος.

Δεν είναι δυνατόν να συμφωνούμε με όλους τους στοχαστές. Αυτό είναι δεδομένο καθώς οι απόψεις τους αντιδιαστέλλονται. Δεν το κάνουν άλλωστε και οι ίδιοι μεταξύ τους (πώς θα ήταν δυνατόν;)… Όμως υποκλινόμαστε στο μεγαλείο της σκέψης τους. Είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα η διαφωνία κατόπιν γνώσης και εντελώς αλλιώτικο η αποκαθήλωση με συνοπτικές διαδικασίες-με δυό λόγια, ενός στοχαστή που έχει αναπτύξει δική του φιλοσοφική θεωρία έχοντας ο ίδιος αναδειχθεί σε πρόσωπο ιστορικό. Η ατεκμηρίωτη κίνηση (αποδοχής αλλά κυρίως απόρριψης) δηλοί επιεικώς αμάθεια. 

Το φαινόμενο δυστυχώς παρατηρείται ολοένα και συχνότερα καθώς πολλοί παρασύρονται μιας και αδυνατούν να παρακολουθήσουν το πνεύμα του εκάστοτε φιλοσόφου-διανοητή, εκφράζουν –πολύ δυστυχώς- …απόψεις αποκριάς. 

Με τους ποιητές –στο σύνολό μας- τα πάμε καλύτερα μιας και τα θέματα τα οποία πραγματεύονται μας είναι περισσότερο οικεία και σαφώς πιο αποδεκτά με τα διδαγμένα σε εμάς ήθη.

Σε αυτό το αποδεκτά θα πρέπει να σταθούμε και να θέσουμε σε συναγερμό τη λογική μας. Όχι τις αισθήσεις μας καθότι αυτές πέφτουν διαρκώς θύματα πλάνης. (Η αίσθηση -οι αισθήσεις μας γενικότερα ως επιχειρήματα αποδείξεων- είναι αποτέλεσμα όχι μόνο –ίσως παρερμηνευμένων- απόλυτων φυσικών αποτελεσμάτων αλλά τροποποιημένων τέτοιων, αλλοιωμένων, δια μέσου επιθυμιών, απωθημένων, προσδοκιών, εμμονών, πίστεων.) 

Απόδειξη: 1. Δέκα μάρτυρες θα δώσουν διαφορετική ή έστω παρεμφερή κατάθεση για το ίδιο γεγονός καθώς ο κάθε ένας το κοιτά από τη δική του σκοπιά σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω. 2. Τα αισθητήρια όργανα με τα οποία αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο είναι ατελέστατα με πρώτο και καλύτερο τα μάτια μας ή τα αυτιά μας. Δεν βλέπουμε ούτε ακούμε όλοι το ίδιο άρα πώς θα ερμηνεύσουμε… κ.α.

Ο κάθε ένας από εμάς λοιπόν, πρέπει -αν βρει επιχείρημα άξιο που να του αποδεικνύει το αντίθετο- να είναι έτοιμος-ανοιχτός να αποτινάξει ακόμα και την πιο ισχυρή δοξασία του, να σταθεί έκπληκτος και να θαυμάσει τη νέα προτεινόμενη εκδοχή.
  • Θεωρείστε δεδομένο πως το σύνολο σχεδόν των διαμορφωμένων ιδεών μας είναι λανθασμένο με τρόπο απόλυτο και το εναπομείναν πλην ελαχίστων ‘’ορθό’’, απλά πλησιάζει, ίσα που έχει κάποια ιδέα περί της κατεύθυνσης που βρίσκεται η αλήθεια.
Ως αλήθεια ας ονομάζουμε εκείνη που και ο Καντ θεωρεί και την αναφέρει ως πανανθρώπινη και ηθική. Μα αυτή (ακριβώς) είναι η βάση από την οποία υπέρ και υπό, περιφέρονται σμάρια προσωπικών πεποιθήσεων που ταιριάζουν στις άκρες της παντιέρας τους (και μόνον σ’ αυτές) με άλλες φίλων, συνεργατών, συγγενών και πάει λέγοντας.

Απόδειξη προς τούτο είναι πως κατ’ αρχήν όλοι συμφωνούμε με τον αφρό του ζητήματος, με τη κύρια ιδέα του δηλαδή, όσο όμως εμβαθύνουμε, όσο αναλύουμε το κάθε γεγονός, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Αρχικά κρατάμε –οι συνομιλητές- μια στάση ευγένειας με ελαφρές εκατέρωθεν υποχωρήσεις και μόλις φτάσουμε στα βάθη της ουσίας, θα καταλήξουμε πλήρως διαφωνούντες και ίσως …τσακωμένοι. Θωρείστε δεδομένη την απόλυτη διαφωνία μέχρι την εξάντληση του συνόλου των αναδυομένων παράπλευρων ζητημάτων μίας συζήτησης. Αν δεν έχει επέλθει –η διαφωνία- τότε οι συζητητές έχουν παραλείψει πτυχές…

Θα τσακωθούμε – διαφωνήσουμε, λοιπόν -εμβαθύνοντας- με τρόπο φυσικό, αναμενόμενο, και αυτό διότι μεγαλώσαμε έχοντας αλλιώτικες εμπειρίες (όλες ερμηνευμένες λανθασμένα*), διδαχθήκαμε αλλιώτικες διδαχές (στην ίδια κοινωνία!), μοιραστήκαμε διαφορετικούς γονείς (με διαφορετικά μύρια απωθημένα) και για ακόμα λίγα δισεκατομμύρια άλλους λόγους που τροφοδοτούν μερικές επιπλέον τρισεκατομμύρια αιτίες. Στις αιτίες θα προσάψουμε και τα ατελείωτα λεπτά, λεπτότατα ή μη, υλικά και ηθικά συμφέροντα… Αντιλαμβάνεσθε το χάος που μας χωρίζει…

Ανοιχτά μυαλά λοιπόν. Δεν υπάρχει κανένας λόγος κατάκρισης, την ώρα που φανταζόμαστε πως έχουμε εμπαιδώσει μια τυχαία δημοσιευμένη φράση από το σύνολο των χιλιάδων σελίδων του έργου της ζωής ενός επιστήμονα ή φιλοσόφου.

Ποιος φαντάζεται πως κάποιο άλλο απόσπασμα ενός ‘’κακού’’ (του οποίου το όνομα θα παρέμενε κρυφό προς μη επηρεασμό) δεν θα άρεσε στους ανά το διαδίκτυο (για παράδειγμα) επικριτές του; 

Όλοι εμείς που επικοινωνούμε μεταξύ μας –διαδικτυακά ή μη- επηρεάζουμε ένα ελάχιστο ποσοστό (πολύ μικρότερο εκείνου που ευελπιστούμε, νομίζουμε) φίλων, αναγνωστών τυχαίων ή μη. Πέραν αυτών σε άλλους κύκλους φαντάζουμε αδιάφοροι. Γραφικοί σε μια άλλη χειρότερη περίπτωση. Ας μην αυταπατόμαστε, τα λόγια μας, οι σκέψεις μας θα παραμένουν αιωρούμενα στο στενό περιορισμένο χώρο που φωτίζει το κερί μας…

Επομένως μη μπορώντας να κάνουμε αλλιώς, δεχόμαστε (θα πρέπει να δεχόμαστε) αναγκαστικά ‘το μέτρο του εφικτού’ που όμως αρνείται να υποχρεώσει το όλον, το απόλυτο. Άρα αποφασίζουμε και λέμε αυθαίρετα (ελπίζοντας) πως περιφερόμεθα πλησίον (σε μία καλή περίπτωση) της αλήθειας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν επιμένουμε πως βρισκόμαστε μέσα στην ουσία αυτής.


* Λανθασμένα ως προς την εκτίμηση των ερεθισμάτων, διότι για να εκτιμηθεί σωστά μία κατάσταση-εμπειρία οφείλει να έχει πλήρη έκθεση των δεδομένων της και ένα διαυγές ανεπηρέαστο ορθολογικό μυαλό. Πράγμα αδύνατον από την πρώτη κιόλας προσπάθεια διότι ποιός μπορεί να μιλήσει περί της αρτιότητας των δεδομένων της όποιας περίπτωσης. Ποιος μπορεί να γνωρίζει πίσω από την εκδήλωση της κίνησης, την πραγματική αιτία; Κανείς απολύτως. Όλοι όμως μπορούν να υποθέσουν στοιχειοθετώντας την δική τους γνώμη. Όλοι έχουμε από μία και πολλές φορές από δύο.