Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Κριτικοί και συγγραφείς: Το κυνήγι της χίμαιρας.

Το δέλεαρ των προβολέων είναι πράγματι ισχυρό. Οι φωνές του κόσμου που λατρεύει -τον καλλιτέχνη- ασύγκριτα θελκτικό, η κοινωνική καταξίωση σκοπός, όνειρο ζωής.

Ο τρόπος επιτυχίας όμως εξ’ αρχής λαθεμένος και βιαστικός. Πρόχειρος, σύγχρονος πλαστικός, πιεστικός, μαζικής παραγωγής, ενέδωσης.


Αφορμή για το άρθρο στάθηκε η κριτική για κάποιο μυθιστόρημα την οποία και διάβασα σε ένα διαδικτυακό κλαμπ φίλων του βιβλίου. Είναι βεβαίως και θεμιτό και δεδομένο πως όλοι οι νέοι συγγραφείς (και όχι μόνο) επιδίδονται στην πρακτική της επιστράτευσης των φίλων, των γνωστών και όλων όσων υπολοίπων παρουσιάζονται βολικοί, φιλικοί να γράψουν δυό λόγια καλά προς θετικό επηρεασμό των υπολοίπων, να πουν μία καλή κουβέντα για την προσπάθεια του φίλου ή της φίλης συγγραφέως (και ίσως καλά κάνουν όσοι δεν το κάνουν μέσα από 5-10 ψεύτικα διαδικτυακά προφίλ με διαφορετικά ονόματα). 

Υπάρχει βεβαίως όμως, όπως σε όλα τα πράγματα όριο, πέραν του οποίου συναντάται η έκθεση. Το απροκάλυπτο και πασιφανές τρολάρισμα το οποίο δεν αφήνει εκτεθειμένο μόνο τον συγγραφέα που δεν αντιδρά –τις ελάχιστες φορές που μπορεί (μη θέλων άκομψους-υπερφίαλους επαίνους)- αλλά κυρίως τον κριτικό. Για τους απλούς φίλους που γράφουν από το πραγματικό τους προφίλ και κάτι παραπάνω δεν γεννάται ζήτημα, καλά κάνουν.

Στην κριτική την οποία και διάβασα (το όνομα της κυρίας που διατείνεται κριτικός -προφανώς και δεν είναι- δεν θα το αναφέρω ούτε και τον τίτλο του μυθιστορήματος με το οποίο καταπιάστηκε το οποίο ειρήσθω εν παρόδω θεωρείται από αρκετούς αναγνώστες καλό) ένοιωσα απόλυτα ξένος με την έννοια της σύνεσης. Απόρησα με το μέγεθος της αντίληψης της διατεινομένης ‘’κριτικού’’ περί της νοήσεως των αναγνωστών. Η θεϊκότητα του συγγραφέως ανυπέρβλητη και από αυτόν τον ίδιο τον Θεό. Η τιμή μας που γεννήθηκε στις μέρες μας, μεγάλη…

Ακόμα και εάν ήταν επί πληρωμή η καταχώρηση (που πιστεύω πως δεν ήταν διότι ο συγγραφέας δεν θα το επέτρεπε) θα έπρεπε να κρατηθούν στο ελάχιστο τα προσχήματα. Το ότι μιλούσε η γράφουσα για επικό μυθιστόρημα είναι κάτι που μπορεί κάποιος διακατεχόμενος από την αρίστη των διαθέσεων να αποδεχθεί, όμως αυτό ήταν το λιγότερο. Τελειώνοντας την κριτική έκπληκτος –ελάχιστα υπερβάλλοντας- ένοιωσα τον Όμηρο μαθητή του. Μετά από αυτό το μυθιστόρημα, τι; Για ποιο λόγο άραγε ζούμε; Κλείσαμε ως αναγνώστες!
Βρέθηκε πάντως κάποιος και αυτό πρέπει να το πούμε, ομοίως φρονών, απλός αναγνώστης ο οποίος κοσμίως στα σχόλια έγραψε: ‘’Ε όχι και σαν τον…’’ ανέφερε το όνομα ενός κλασικού Έλληνα συγγραφέα με τον οποίον είχε παρομοιάσει τον σύγχρονο εκλεκτό της.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση θεωρώ πως ο συγγραφέας δεν φταίει. Ό,τι έγινε, έγινε ερήμην του. Η ευθύνη, η έκθεση, ανήκει καθ’ ολοκληρίαν στην ‘’κριτικό’’ η οποία εκστασιάζεται σαν να ανακάλυψε σήμερα τη λογοτεχνία και χωρίς –ίσως- να το καταλαβαίνει κάνει κακό στον συγγραφέα.

Πριν από μερικές δεκαετίες, το 1970-80 οι περισσότεροι όσοι δεν κατείχαν κάποιο τίτλο σπουδών κουτσοκαμάρωναν δηλώνοντας διακοσμητές ή αισθητικοί. Οτιδήποτε έχει να κάνει με την υποκειμενική κρίση περιβάλλει με ένα κλοιό ασφαλείας τον δηλώνοντα. ‘’Εγώ προτείνω να μπουν έτσι τα έπιπλα για αυτόν τον λόγο’’ Ποιος μπορεί να πει κάτι; Βεβαίως ακόμα και ο τελευταίος ιδιοκτήτης ή ενοικιαστής του οποιοδήποτε διαμερίσματος, κάπως θα έβαζε τα έπιπλά του αυτό ασφαλώς και δεν τον κάνει διακοσμητή, όπως επίσης ούτε και η μία σχολή ενός ή δύο ετών…

Σήμερα που έχουμε κάπως προοδεύσει και σχεδόν όλοι έχουν πτυχία χρειάζεται μια εξτρά καταξίωση για κάποιους ανθρώπους. Η συγγραφή ασφαλώς και προσφέρεται και προσφέρει πεδίο δόξης από μετρίως φωτεινό έως λαμπρό. Βεβαίως υπάρχουν και εκείνοι οι οποίοι δεν γράφουν αλλά διαβάζουν…

Το διάβασμα λοιπόν, αλλά κυρίως η εμπέδωση του αναγνώσματος είναι μία υπόθεση απολύτως προσωπική και άρα ασφαλής. Σαν την πρόταση του διακοσμητή. Με ελάχιστες γνώσεις κάποιος/α μπορεί να δηλώσει κριτικός, μεγάλος κριτικός, ακόμα –ανάλογα με τον νου που διαθέτει- και ο καλύτερος κριτικός. 

Βεβαίως κανέναν δεν υποχρεώνει.

Αυτό το τελευταίο είναι θα έλεγα εκείνο που διαφεύγει από πάντες εμπλεκόμενους με τα καλλιτεχνικά κοινά.

Ας αναφέρουμε ως παράδειγμα το ποίημα που σκαρφίστηκα:

Η νύχτα πάλευε με τα σκοτάδια της
τα έπλεκε ρούχο ανάλαφρο για να με ντύσει
αστέρια τα κοπάδια της
μ’ ελπίδα ζωντανό να με κρατήσει

Γράφτηκε λοιπόν (χάριν του παραδείγματος) πως ο ποιητής θέλησε να τονίσει με τον μοναδικό του τρόπο πως μέσα από το σκοτάδι (ματαιοδοξία, κατάθλιψη) υπάρχει γύρω μας ένας ολόκληρος κόσμος που νοιάζεται για εμάς. Η ελπίδα ως στέρεη, ως μόνιμη δύναμη, αρωγός-επιβραβευτής ακόμα και της μίας ματιάς μας (στ’ αστέρια-ομορφιά της ζωής) στέκεται πλάι μας και την κρίσιμη στιγμή θα μας δώσει τη λύση. Ο ποιητής παρουσιάζεται αισιόδοξος, τιμητής της ζωής και προτείνει τον αγώνα, Η ελπίδα στο τέλος θα δικαιώσει…

Σκέφτομαι να γράψω ακόμα δέκα, να πληρώσω να τα εκδώσω και να τυπώσω 1000 κάρτες με τον τίτλο ποιητής! Μπορεί και να αβαντάρω και καμία δεύτερη καλή κριτική.

Κάποιος άλλος θα έλεγε πως πρόκειται για μπούρδα (και θα είχε δίκιο)

Δυστυχώς για πούμε και το δίκιο του ελαχίστως βλέποντα, σήμερα τα πάντα στηρίζονται στο promotion. Οι πάντες διαφημίζονται όντας ο μόνος τρόπος να γίνουν κάπως γρηγορότερα γνωστοί. Το κοινό θα επέμενα πως παρουσιάζεται αν όχι αμέριμνο, τουλάχιστον αδαές. Θα έλεγα πως φέρνει κάπως σε σύγχρονο ψηφοφόρο. Ειλικρινά θα χαρώ να κάνω λάθος και οι γράφοντες διθυράμβους για μετριότητες να το κάνουν επιτελώντας έργο, σκοπό. Θα τους εγκαλούσαμε για έλλειψη αμεροληψίας για υπηρέτες ελαχίστων ή κάπως μεγαλύτερων συμφερόντων, αλλά όχι για κουταμάρα. (Μεταξύ μας θα χρειαστεί να συζητήσουμε ώστε να αποφασίσουμε ποιο είναι το χειρότερο)

Ας επανέλθουμε.

Κανείς κανέναν δεν μπορεί να κάνει ακόλουθο έτσι πρόχειρα. Οι φίλοι του συγγραφέως συμπαρίστανται, οι γνωστοί ανέχονται. Είναι πολύ σημαντικό να το γνωρίζει αυτό ο συγγραφέας, ομοίως και ο κριτικός, Μαζί με αυτούς και οι υπόλοιποι καλλιτέχνες, τραγουδιστές (αν και εδώ υπάρχει το κριτήριο της αντικειμενικότητας της ορθοφωνίας), ζωγράφοι, χαράκτες κ.τ.λ…

Ακόλουθους* κάποιος αποκτά με την πάροδο των χρόνων, με συνεχή επιτυχημένη παρουσία στο αντικείμενο με το οποίο ασχολείται. Οι πιθανότητες εάν πράγματι κάποιος αξίζει να αναδειχθεί είναι πολλές, χωρίς να είναι απόλυτο. Πριν την καταξίωση υπάρχει η αξιοπρέπεια, καλό θα ήταν να μην λησμονείται. Υπάρχουν χιλιάδες ταλέντα που πήγαν χαμένα… Κρίμα. Είναι όμως πολύ προτιμότερο να πάει κάποιος που αξίζει χαμένος, παρά να ξεφτιλίζεται κάποιος ατάλαντος εκλιπαρώντας αποδοχή πιστεύοντας πως την αξίζει. Ειλικρινά ο ίδιος ο καλλιτέχνης είναι ο τελευταίος που θα πει τη γνώμη του για το εάν αξίζει και πάλι θα πρέπει να το σκεφθεί διπλά.

Δυστυχώς σήμερα –το έχουμε αναφέρει και άλλες φορές- η συντριπτική πλειοψηφία όσων –ασφαλώς και όχι όλων- εκδίδουν ένα βιβλίο, ένα μυθιστόρημα θεωρούν εαυτόν ως το ‘’κάτι άλλο’’! Θεωρούν στρεβλά πως έχουν περάσει αυτόματα στον κόσμο των διανοούμενων, εκείνων των οποίων τα λόγια πρέπει να ακούγονται γιατί ξέρουν… Αγνοούν δυστυχέστατα πως εξακολουθούν να μιλούν για λουκούλλεια γεύματα σε χορτάτους. Σήμερα όλοι είναι χορτασμένοι, όλοι γνωρίζουν τα πάντα.

Όλοι κάποτε θα καταλάβουν το μέγεθος της αυταπάτης από το οποίο διακατεχόταν, αλλά η ζημιά θα έχει ήδη γίνει. Πρώτα στους εαυτούς τους, τους οποίους άφησαν μετέωρους να θαρρούν πως κάτι άξιζαν, και κατόπιν στους γνωστούς τους οι οποίοι τελικά κοιτούν αδιάφοροι –και κάποιοι με χαρά, να το πούμε κι αυτό- τη σαμπρέλα να ξεφουσκώνει.

Μα καλά δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος πράγματι να αξίζει; 

Ασφαλώς και υπάρχουν τεράστιες –πιθανότητες- και πράγματι υπάρχουν πολλοί άξιοι, αλλά αυτοί εκφράζουν ιδέες και όχι ιστορίες. Μπορεί ιδέες μέσα από ιστορίες, αλλά σε κάθε περίπτωση όχι μονάχα ιστορίες. Όλοι αυτοί λοιπόν γνωρίζουν το μάταιο της όποιας προσπάθειας καταξίωσης και απέχουν. Μπορεί να μιλούν κάποιοι άλλοι γι’ αυτούς, το κάνουν όμως με σοβαρότητα, με λογική, μακριά από ηλίθιες υπερβολές και πονηρά σπρωξίματα. Δεν υπάρχει άλλωστε  η ανάγκη και πραγματικά ο λόγος ελλείπει.

Προς τεκμηρίωση όλων των προηγούμενων αρκεί να γίνετε φίλοι σε κάποια ομάδα σχετική με βιβλία στο Facebook. Θα αποζημιωθείτε… Θα δείτε πως πράγματι ζούμε σε κάποιον κόσμο που δεν τον έχουμε φανταστεί. Πως περιτριγυριζόμαστε από ανθρώπους μοναδικούς, ανυπερβλήτους, ταλαντούχους, γνώστες πάντων, ορατών τε και αοράτων…

* Ως ακόλουθος εννοείται ο ένθερμος οπαδός.