Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

Απαξίωση, η φθηνή άρνηση

Θεωρείται λογικό και πέραν πάσης αμφισβητήσεως πως απόλυτη ταυτότητα απόψεων δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ακόμα και για τα προφανή. 

Με γνώμονα την συμφωνία αυτή, οφείλουμε αποδοχή στη διάφορη γνώμη του οποιοδήποτε άλλου με συμπάθεια. Είναι γνωστό πως ο κάθε ένας από εμάς έχει διαμορφώσει τις γνώμες του -επί παντός επιστητού- σύμφωνα με τις διδαχές-εμπειρίες του αλλά και τις λογικές, που αλληλοεπιδρώμενες αυτών –των διδαχών-εμπειριών- υιοθετούνται. Επομένως επί του πρακτέου είναι αδύνατον να συμπέσουμε με τρόπο απόλυτο ιδίως σε θέματα ισχυρά τα οποία άπτονται πάγιων, κατασταλαγμένων θέσεων. Θέσεων, αποκρυσταλλωμένων στα χρόνια.

Έπειτα είναι και το άλλο, το κυριότερο όλων. Η διαφορά των αξιών που μας διακρίνει!

Υπάρχουν πέραν των καταξιωμένων πανανθρώπινων αξιών (π.χ. η ζωή, η τιμιότητα, αλτρουισμός κ.α.) και μύριες προσωπικές άλλες, οι οποίες στο σύνολό τους ταξινομούνται με διαφορετική σειρά κατάταξης (όπως είναι απόλυτα φυσικό) στη συνείδηση του κάθε ενός.

Κανείς δεν μπορεί να επιβάλλει στον συνομιλητή την δική του σειρά όσο και εάν προσπαθήσει διότι θα υπάρξουν άξια εκατέρωθεν επιχειρήματα. Όλα ορθά. 
Επί της ουσίας βεβαίως δεν υπάρχει ορθό και λάθος. Υπάρχει μόνο το αποτέλεσμα της πράξης και αυτό κρινόμενο σύμφωνα με τα επόμενα της δράσης (ετούτο αξιολογείται). Επακόλουθα, τα οποία κρίνονται από όλους εμάς και κατατάσσονται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες (θετικές, αρνητικές ή αδιάφορες. Καλές, κακές ή αδιάφορες) σύμφωνα -επί παραδείγματι- με την ωφέλεια την οποία προσφέρουν στο σύνολο. Όμως αναλυόμενα αυτά τα αποτελέσματα σε επιμέρους παράπλευρες μικρότερες δράσεις, θα χρειαζόμαστε όλο και περισσότερες κατηγορίες κατάταξης (Υποκατηγορίες ταξινόμησης προς συμφωνία), και αυτό διότι ο κάθε ένας από εμάς καλείται να επιδοκιμάσει πολλαπλάσια –ανακύπτοντα- θέματα, με τον ‘’κίνδυνο’’ της απόκλισης από μια συμφωνία πιθανότερα ορατή. Εμβαθύνοντας λοιπόν στο όποιο ζήτημα, οι ταυτότητες απόψεων μειώνονται δραματικά καθώς η περιπλοκότητα αυξάνει με πρόοδο γεωμετρική.

Επί της ουσίας συμπεραίνουμε, πως η περίπτωση συμφωνίας ολοένα και μειώνεται έως την οριστική απόκλιση και καταλήγουμε φιλοσοφώντας: Ο κάθε ένας είναι από μόνος του και μία γνώμη και μάλιστα ισχυρή…

Ας προσγειώσουμε τη συζήτηση.

Υπάρχουν άνθρωποι που εκθέτουν τις απόψεις τους. Άξια πράξη.

Στο ‘’ακροατήριο’’ υπάρχουν εκείνοι στους οποίους απευθύνεται η ‘’πρόταση’’ οι οποίοι αποφασίζουν περί της ορθότητας ή μη αυτής, εκφέροντας αντίλογο τεκμηριωμένο ή καταφάσεις. Κάποιοι άλλοι αποφασίζουν να κρατήσουν ίσες αποστάσεις. Θεμιτό και αυτό.

Στις ‘’έσχατες’’ θέσεις του θεάτρου παραμένουν οι μόνιμοι αρνητές πάντων. Οι άνθρωποι εκείνοι οι οποίοι καταρρίπτουν ιδέες, προτάσεις και σχέδια μη μπαίνοντας ποτέ στον κόπο να αιτιολογήσουν την άρνησή τους. Γνέφοντας ένα όχι ή γράφοντας ως υπόμνημα απλά μερικές λέξεις, μεμφόμενοι με κόσμιο ή μη τρόπο, απαξιώνοντας επί της ουσίας περαιτέρω συζήτηση λόγω υπεροψίας ή ανικανότητας. 

Μια άρνηση ή ένα ‘’δεν συμφωνώ’’, έχει μηδενική αξία έναντι οιασδήποτε πρότασης. Το κάθε ΔΕΝ και το κάθε ΟΧΙ, οφείλει να έχει λόγο, στήριξη και επιχείρημα. Τότε και μόνον τότε καθίσταται ισχυρό ασχέτως της ορθότητας που το διακρίνει ή όχι. Ασχέτως αυτής, διότι και η τεκμηριωμένη άρνηση κατατίθεται ως πρόταση προς συζήτηση.

Ασφαλώς όπως ανέφερα, απόλυτη ταύτιση δύο ανθρώπων (πόσο μάλλον δε περισσότερων) δεν μπορεί να υπάρξει. Ασφαλέστατα λοιπόν και δεν επιζητείται, όμως ο τεκμηριωμένος αντίλογος δίνει το δικαίωμα στον εισηγητή να κάνει περισσότερο κατανοητά εάν θέλετε τα λεγόμενά του ή να υπερασπιστεί αυτών.

Αυτό είναι το έσχατο όπλο του κάθε ‘εκτιθέμενου’ -προς όφελος πάντα άλλου-, το έσχατο όπλο επαναλαμβάνω, του κάθε μη ασφαλώς καθημένου με όψη κατ’ επάγγελμα κριτή και ύφος υπερόπτη διδάκτορα ο οποίος με προτεταμένο τον δείκτη καταδεικνύει απλά κρυπτόμενος. Ασφαλής στις έσχατες θέσεις που κατά την προσφιλή τακτική του καταλαμβάνει. 

Η ασφάλεια της εξόδου έλκει.

Συζήτηση λοιπόν, όπως από πολλούς άξιους προτείνεται και κατατίθεται.