Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Πορνογραφία.

Ο πολιτισμός φταίει για την οικτρή ηθική μας ή η ηθική μας για τον οικτρό πολιτισμό μας; (Νίτσε)

Σε κάδρο βαλμένη ή σε γυαλί οθόνης μοιάζει με τον έρωτα των άλλων. Όλων εκείνων όπου αντιλαμβανόμαστε την πραγματική μακρινή παρουσία τους, τόσο κοντά.

Η αλήθεια είναι ότι δεν αντέχεται τόση ασχήμια και τόσος συμβιβασμός ...και δεν το κάνει από τη στιγμή που καταδεικνύει τον εαυτό μας στον περίγυρο!

Κανείς δεν είναι άλλος από όλους αυτούς, εκτός από εμάς οποίοι δρούμε με τις ανάγκες μας κοιτώντας τα τεκταινόμενα εκ του μακρόθεν για κάποιους, εκ του σύνεγγυς πάλι κατ’ άλλους. Αναστενάζοντας. (οι παρόντες εξαιρούνται ως είθισται)

Γινόμαστε κάποτε ανεκτικοί στο θέαμα. Κομπάζουμε –στον περίγυρο υποκρινόμενοι- ότι κάποτε το αντέξαμε και είδαμε. ‘’Πω, πω βρε παιδί μου τι ήταν κι αυτό! Πώς τα βλέπουνε…’’ 

Ισχυριζόμαστε ότι δεν μας άγγιξε γιατί πίσω από όλο αυτό υπάρχουμε και εμείς φωτογραφημένοι χωρίς μάσκες, με κοιλιές με ιδρώτες, σε άσχημα δωμάτια, με θελήσεις κρυφές, αλλά ζωντανές ασθμαίνουσες στη διεργασία της γοργής άνθισης της θαμμένης επιθυμίας σε σκοτάδια με απλά ή περίπλοκα όνειρα.

Καλά καταλάβατε δεν είναι μονάχα το θέαμα αλλά και η σκέψη.

Δεν ζητείται συναίνεση. Είπαμε. Πάντες οι παριστάμενοι εξαιρούνται. Πάσα καταδίκη δεκτή καθώς μιλούμε για όλους τους άλλους, για τα όνειρα εκείνων που απουσιάζουν και τα έχουν φθηνά σε πληθώρα, μακριά από τα κοινωνικά καταξιωμένα προφίλ τους. Τους ξέρουμε όλους εκείνους …μακριά από εμάς!

Ποια να είναι άραγε η αρμόζουσα σεξουαλικότητα, ποιο να είναι το καταστατικό της εταιρίας του έρωτα, ποια η νόμιμη και ποια η παράνομη πρακτική του; (Με τον όρο ‘νόμιμη’ εννοώ την κοινωνικά αποδεκτή. Ο νόμος γενικώς δεν είχε ποτέ καλές σχέσεις με την ηθική).

Ποια λοιπόν η κοινωνικά αποδεκτή μορφή του έρωτα;

Η απλή; Εκείνη που περιγράφεται μονάχα στα ρομάντζα;

Μάλλον αυτή. Μάλλον εκείνη όπου μπορεί να υμνείται σε συνεστιάσεις κοσμίων ατόμων, σε γκαλά μόδας σε πάνελ βράβευσης άξιων. Μακριά από το μποστάνι της ηδονής όπου η πληθώρα χρωμάτων μαγεύει σιωπηλά και δημιουργεί -στους απόντες φυσικά- συναισθήματα σκοτεινά, κρυμμένα σε ντουλάπια μαζί με επιθυμίες φωτεινές, αλυσοδεμένες… 

Σε έναν απόλυτα ειλικρινώς εκφραζόμενο κόσμο, το όποιο πορνογράφημα θα ήταν απλά μια φωτογράφηση της καθημερινότητας της πλειοψηφίας. Μιας πλειοψηφίας χωρισμένης με σύνορα, αλλά ενιαίας ως προς το σύνολο. Εκεί η πορνογραφία θα είχε μονάχα ρόλο καταγραφής. Ουδέν πρόβλημα.

Στον κόσμο της υποκρισίας όμως; 

Εκεί ανθεί. Ανθεί γιατί ο κάθε καταπιεσμένος βλέπει τις ορέξεις του να καταξιώνονται. Γίνεται το κάθε υποκείμενο, μέλος μιας ομάδας με όμοιο θέμα χαράς. Παύει να είναι μόνο. Το κάθε εν λόγω υποκείμενο, μπορεί να είναι ο γιατρός της πολυκατοικίας μας, ο βουλευτής, ο καθηγητής του πανεπιστημίου, ο υπάλληλος, ο γιός και η κόρη του διαχειριστή. Ο μεγάλος Στρος Καν, εάν θυμάστε… 

Η κοπέλα που κάνει πιάτσα έχει μάλλον τις λιγότερες πιθανότητες.

Υπόλογοι είμαστε όλοι. Άπαντες, αλλά μονάχα στους άξιους. Αρκεί να μου δείξετε έναν… που να μπορεί και να μην κάνει ή σκέφτεται –το ηδονικό απρεπές- διότι αλλοίμονο από τους άτολμους που βαφτίζονται ηθικοί γιατί δεν καταφέρνουν να είναι ανήθικοι. Το έχουμε ξαναπεί.

Και όμως συμβαίνει γύρω μας. Την ίδια ώρα που η δασκάλα καταδικάζει, ονειρεύεται. Την ίδια στιγμή όπου ο επίτροπος κατεβάζει τον διακόπτη της προβολής, έχει καβάτζα την κόπια σπίτι του. Πόσο ψέματα μπορεί να είναι;

Πολλοί γίνανε αστυνόμοι γιατί αρεσκόταν στο έγκλημα. Γιατί μέσα από αυτό γοητευόταν από την αγριάδα του. Φαίνεται πως ο κόσμος παραμένει ανώριμος. Ασφαλώς και όχι όλος, μα το μεγαλύτερο μέρος του.

Ανώριμος για δημοκρατία (όπου σημαίνει ελεύθερη έκφραση χωρίς χρέωση και σεβασμό στην επιθυμία του άλλου. Σήμερα οι δημοκράτες σεβόμαστε τη διάφορη γνώμη ή την επιθυμία του γείτονα;) καθώς δεν είναι ειλικρινής και δεν είναι ειλικρινής γιατί φοβάται και φοβάται γιατί ακόμα ζητάει να αποδείξει στους γύρω του κάτι που ασφαλώς και δεν είναι. Οι κρυφές του σκέψεις το αποδεικνύουν. 

Και πώς να είναι όταν το ένστικτο καταδικάζεται; Όταν η επιθυμία χειραγωγείται και αναγκάζεται σε υπογραφή δηλώσεως μετανοίας; Απόταξης του επιθυμητού και καταγραφής του ως μη άξιου; Πότε το ένστικτο νοιάστηκε περί της όποιας αξιοσύνης; 

Οι μάσκες πέφτουν. Το κάνουν στην απόλυτη μοναξιά, στην απόλυτη εμπιστοσύνη, στην απόλυτη γνώση. Εκεί υπάρχει ειλικρίνεια. Στο σβησμένο φως του προσωπικού μας χώρου.

Συμβιβαζόμαστε. Το ότι όλα δεν είναι αρεστά σε όλους δεν μπορεί να σημαίνει τίποτα. Το ότι κάποιες αξίες θίγονται σημαίνει ότι το κάνουν σε ένα άλλο επίπεδο σε εκείνο το κοινωνικό, όμως ο έρωτας είναι κάτι το απολύτως προσωπικό και βρίσκεται κάπου αλλού. Αποκαλύπτεται σε άλλους ανθρώπους απαιτώντας μια άλλη ζωή, μέσα στην ίδια μας την ζωή.

Ο αρεσκόμενος σε ταινίες, δικαιούται. Σε βιβλία επίσης… αρκεί να μην επιβάλει, να μην προκαλεί εκείνους που δεν θέλουν να βλέπουν. Εκείνους που προτιμούν άλλα διότι όλοι σε κάτι αρέσκονται που ασφαλώς και κανέναν πλέον των εκλεκτών του δεν υποχρεώνουν.

Οι υπόλοιποι μπορούν να πράττουν κατά δοκούν, ως κάνουν δηλαδή. Ποιος ξέρει τι. Αυτό το ‘δωμάτιο’ όσο ακριβό ή φθηνό και εάν είναι, μοιάζει με το στομάχι. Παράθυρο δεν έχει. Ο καθένας όταν χορτάσει μπορεί να επαίρεται υπέροχο δείπνο σε εκλεκτό ξενοδοχείο και να έχει φάει μαρμελάδα ή οτιδήποτε άλλο από τα πόδια του δυνάστη του…

Περί ορέξεως άλλωστε… εκεί θέλω να καταλήξω.

Ο κύριος ή η κυρία, μας δίνει το χέρι σε δεξίωση και χαίρουμε. Ντρεπόμαστε για την δική μας ‘κατάντια’ θεωρώντας τους άλλους άμεμπτους, υπεράνω πάσης υποψίας. Πόσο λάθος κάνουμε αγνοώντας ότι οι ανάγκες όλων στο χρώμα τους μονάχα διαφέρουν, καθώς είναι ζωγραφισμένες στο ίδιο ταψί, κρυμμένες πίσω από τίτλους κι αρώματα.

Τα στόματα ραμμένα σφιχτά. Τασάκι ο κόσμος…