Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Πότε ένα βιβλίο είναι καλό;


Πότε ένας άνθρωπος έχει απόλυτο δίκιο; Πότε ένας άνθρωπος εκφέρει μια απόλυτη ηθική αλήθεια;*  

Η απάντηση είναι ποτέ! 


Ίσως αυτό φαίνεται δύσκολο να γίνει αντιληπτό και ακολούθως αποδεκτό από όλους, όμως στο τέλος και εκείνοι που σφόδρα διαφωνούν, θα συμφωνήσουν.

Ποιο χρώμα είναι το πιο ωραίο; Ο διπλωμάτης θα απαντήσει το απαλό, όλοι οι υπόλοιποι εκείνο της επιλογής μας και θα έχουμε αμφότεροι δίκιο. Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επ’ άπειρον αναφέροντας παραδείγματα όπου η υποκειμενική κρίση και η προσωπική διάθεση θα στέφονται βασιλείς καθώς η αντικειμενικότητα θα υφίσταται συνεχείς ήττες και μάλιστα από τις πλέον βαριές.

Σύμφωνοι μέχρι εδώ.

Όμως ακούμε και κριτικές από ανθρώπους με γνώσεις, από ειδικούς, για βιβλία –μια που για αυτά μιλάμε- που δεν είναι καθόλου, για κάποια από αυτά, κολακευτικές. Καμία αντίρρηση.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να δώσουμε μεγάλη προσοχή. Εάν ερωτηθεί ο αναγνώστης του υφιστάμενου κακή κριτική βιβλίου και απαντήσει περί της ποιότητας του αναγνώσματος θετικά, τότε ποιος ειδήμων κριτικός θα μπορέσει να του αλλάξει γνώμη; Ποιος και από πού θα αποκτήσει το δικαίωμα περί της ορέξεώς του; Ποια επιχειρήματα θα καταφέρουν να πάρουν πίσω την ευχαρίστηση που πήρε ο όποιος –ασφαλώς- τυχερός διαβάζοντάς το;

Κανείς, είναι η απάντηση.

Το 'κακό' για τον κριτικό, βιβλίο, θα παραμένει στον αιώνα άριστο για τον θετικό αναγνώστη και θα προτείνεται εσαεί ως τέτοιο. Και ορθώς θα το κάνει, όταν η γνώμη του ζητείται.

Σαφώς πλέον αυτών, κατά την κρίση όλων ημών των υπολοίπων, υπάρχουν καλά και λιγότερο καλά βιβλία. Κανείς δεν το αρνείται. Ο διαχωρισμός αυτός γίνεται στο νου μας με τρόπο απόλυτο και από πολλούς ταχύ. Συμβαίνει και αποτελεί πραγματικότητα όπως είναι άλλωστε απολύτως φυσικό. 

Λογικά όμως, κάποιος τρόπος θα υπάρχει ώστε να προσδώσουμε κατά το δυνατόν αντικειμενική βαθμολογία για το κάθε ένα ανάγνωσμα…

Ακούγεται λογικό.

Πριν το κάνουμε όμως θα πρέπει να ορίσουμε κατηγορίες, αλλιώς επίπεδα. Όχι επίπεδα βιβλίων, αλλά επίπεδα αναγνωστών! Για τα επίπεδα των βιβλίων θα μιλήσουμε αργότερα εάν χρειαστεί.

Βιβλίο είναι λοιπόν και: τα ‘Φυσικά’ του Αριστοτέλη, βιβλίο και το ‘Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο’ του Μαρσέλ Προυστ, βιβλίο και το ‘Μάζευα στην αμμουδιά λουλούδια’ (φανταστικός τίτλος). Όλα αυτά τα βιβλία, κρίθηκαν από κάποιους αναγνώστες άριστα. Διαφορετικούς την κάθε φορά για το κάθε ένα. Ποιος θα μπορέσει τώρα να πει στην κυρία ή στον κύριο που λάτρεψε το τελευταίο, να διαβάσει Προυστ; Και εάν θα το κάνει, μετερχόμενος ποια επιχειρήματα θα το τολμήσει; Τον Αριστοτέλη ας τον αφήσουμε καθόσον και ο δυσκολότερος…

Θεωρώ πως συμφωνούμε. Έχει τύχει σε όλους να αφήσουμε βιβλίο που μας προτάθηκε στην μέση κρίνοντας το ανιαρό, ομοίως και κάποιος φίλος δικός μας παράτησε στην άκρη τη δική μας προς αυτόν πρόταση...

Πέραν όλων των επιχειρημάτων η γνώμη μου είναι πως ο αναγνώστης εκπαιδεύεται. Ομοίως και ο συγγραφέας (άλλη μεγάλη συζήτηση). Θα επέμενα πως οφείλουν να το κάνουν και οι δύο συνειδητά...

Ας επανέλθουμε.

Θα συμφωνήσω προλαμβάνοντας όλους και όλες εκείνες οποίοι θα αντιλέξουν πως: ‘Απλά θέλουμε να περάσουμε την ώρα μας διαβάζοντας κάτι της αρεσκείας μας όσο ελαφρύ και εάν είναι αυτό’’ Καμία αντίρρηση, περί ορέξεως άλλωστε δεν υφίσταται λόγος. Εκείνο που επιθυμεί ο κάθε ένας εκείνο θα διαβάσει και θα το κρίνει ελεύθερα ως άριστο, μέτριο ή (κατά την γνώμη του σε κάθε περίπτωση), κακό.

Δεν υπάρχει διαφωνία, ερωτώ όμως έχοντας ανάγκη τη γνώμη όλων αυτών: Πόσο ωραιότερο θα ήταν, εάν διάβαζαν κάτι για τον εαυτό τους σε ένα μυθιστόρημα; Εάν αναγνώριζαν στην πένα εκείνου του τυχαίου συγγραφέα μια πτυχή του εαυτού τους;  

Δελεαστικό ακούγεται.

Εάν άφηναν για λίγο στο πλάι την υπόθεση ‘’παραμύθι γιαγιάς με τις χίλιες ανατροπές και τους απωθημένους ιδανικούς ήρωες’’ και διάβαζαν κάτι (π.χ.) για μία ψυχολογική κατάσταση την οποία ενδεχομένως να γνώριζαν επειδή κάποτε την είχαν βιώσει ή εξακολουθούν να βιώνουν ή τυχαίνει να τη βιώνει μια φίλη τους; Και όλα αυτά μέσα από μία ρεαλιστική υπόθεση με αρχή μέση και τέλος, χωρίς υπερβολές και ζωγραφισμένα φινάλε που βιώνουν πνοές …στους αιθέρες;

Φυσικά οι μυθιστορηματικές υπερβολές οφείλουν να απέχουν. Μιλάμε για πραγματικότητα, μιλάμε για ζωή. Περνάμε στη διάσταση του απτού παρόντος… Καμία 'μουσική' δε περιέχεται σε καμία ζωή. Η υπόκρουση ανήκει στο σινεμά. Οι ζωές μας συνεχίζουν μονάχα με τα λόγια μας.

Σίγουρα ακούγεται ωραιότερο, ακόμα και εάν σε 500 σελίδες αναλύεται μια και μόνη ημέρα ενός ήρωα. Με μία περιγραφή,..

Εάν με ρωτήσετε για τίτλο βιβλίου θα σας μιλήσω για ένα εξαιρετικό έργο της Ευγενίας Φακίνου «Τυφλόμυγα» Πιθανόν να υπάρχει ή να μην υπάρχει πια. Προσωπικά το έχω σε μια παλαιά έκδοση της Εθνικής Τράπεζας από τότε που έκανε δώρα στους υπαλλήλους της. Το έχω διαβάσει τρεις φορές.

Υπάρχουν λοιπόν οι αναγνώστες εκείνοι οι οποίοι επιλέγουν κάτι απλά για να περάσουν την ώρα τους. Οι επόμενοι που θέλουν κάτι να αποκομίσουν από την ανάγνωση πέραν του προσπεράσματος της ώρας και οι υπόλοιποι που κρίνονται πιο απαιτητικοί.

Η αλήθεια είναι πως έρχεται κάποτε μια μέρα που η πλειοψηφία των εύκολων αναγνωστών κουράζεται. Βαριέται με τα ίδια και τα ίδια και θέλει κάτι αλλιώτικο. Αναζητά αρχίζοντας να εκτιμά έναν τρόπο γραφής αλλιώτικο, ένα τρόπο που κάπως να την συνεπαίρνει. (Σε όλους μας έχει τύχει να βαρεθούμε ένα βιβλίο που μας προτάθηκε για καλό -όπως είπαμε-). 

Αναρωτηθήκατε ποιος είναι ο λόγος; 

Ο λόγος είναι ή η γνώση του περιεχομένου από τον αναγνώστη ή η ατολμία του συγγραφέα σε κάθε επίπεδο -η μη εξέλιξη της υπόθεσης είναι μέρος της ατολμίας αυτής-.

Αργότερα, ο τρόπος αυτός της γραφής που μας ήλκε, παύει να αρκεί και ο εύκολος αναγνώστης, που έπαψε πλέον να είναι πολύ εύκολος, αναζητά όχι μόνο γραφή, αλλά και νόημα. (Ποτέ δεν ήταν το πώς τα έγραφε κάποιος, αλλά το τι έλεγε πίσω από τη γραφή του…) Νόημα λοιπόν. Χρειαζόμαστε νόημα!

Νόημα (πέραν των ειπωμένων αξιών) υπάρχει συνήθως σε ρηξικέλευθες γραφές, από ανθρώπους που απέχουν –συνήθως- της δημοσιότητας… (θέμα για συζήτηση, περί ιδεασμένων)

Ο αναγνώστης μας λοιπόν αρχίζει να κατατάσσεται στους κάπως δυσκολότερους καθώς νοιάζεται για ουσία και όσο ο καιρός περνάει δεν την ζητάει, την απαιτεί πλέον συμπυκνωμένη. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος αυτός έχει διανύσει χιλιόμετρα με βιβλία.

Η γραφή πάει κατά μέρος. Η φιοριτούρα μαγεύει τους αρχάριους πλέον. Η ουσία είναι ο στόχος, το επιχείρημα, η απόδειξη. Η ανατροπή της πάγιας ιδέας που χρόνια τώρα κοροϊδεύει!

Συμφωνώ, ο Κορνήλιος στέκει ακόμα μακριά (Τον Καστοριάδη εννοώ) όμως το βήμα έχει γίνει, ο νους έχει ανοίξει και τώρα που άνοιξε, δεν μπορεί να κλείσει. Δεν μπορεί να το κάνει, γιατί βλέπει εκείνο το μικρό φως στο τούνελ. Και αφηνιάζει!

Η γνώση κρύβει πόνο. Γνωστό και τεκμηριωμένο. Όμως είναι ο μόνος τρόπος να σταθεί κανείς ικανός, άξιος αναζητητής…

Ο υποψιασμένος αναγνώστης λοιπόν κάποτε διαβάζει μυθιστόρημα, αλλά το θέμα είναι το πώς επιλέγει… Τι είναι εκείνο που μπορεί να του εξάψει το ενδιαφέρον τώρα που εκ των προτέρων και αποφεύγει τα μελοδράματα και τις υποτιθέμενες ολόγνωστες περιγραφικές καταστάσεις;

Η αλήθεια. Το μέρος της άποψης της αλήθειας! (καθώς μία δεν υφίσταται)

Αναζητά λοιπόν αλήθειες. Αναλύσεις ψυχολογικών καταστάσεων, εφαρμογές πολιτικών, ιδεολογιών, φιλοσοφικών προβληματισμών, ρεύματα. Σχεδόν αληθινές ιστορίες γραμμένες στην γλώσσα που μιλάμε. Κάτι πάρα πολύ δύσκολο. Ελάχιστοι συγγραφείς το καταφέρνουν. Αναζητά πέραν των άριστων μυθιστορημάτων, διατριβές και συγγράμματα…

Με τη γνώση αυτή ο οποιοσδήποτε έχει τη δύναμη να κρίνει ότι όλα τα βιβλία είναι καλά καθώς μιλούν στους ανθρώπους στους οποίους απευθύνονται. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι κάποιοι απλά δεν διαβάζουν το οτιδήποτε. Διαμορφώνουν γνώμες από την τηλεόραση. Πόσο λυπηρό…

Όλοι μας έχουμε τις διαδρομές μας και όλοι μας έχουμε διδαχθεί από κάποιον. Κανείς δεν γεννήθηκε γνωρίζοντας. Το όποιο βιβλίο λοιπόν στα χέρια κάποιου, έχει τη δύναμη να τον οδηγήσει πολύ παραπέρα. Έχει τη δύναμη μετά από μια περιπλάνηση (ετών), να του δείξει τον κύκλο της γνώσης και να τον μπάσει στον μαγικό κόσμο της.

Ως ‘’αλήθεια’’ θα θεωρήσουμε την πανανθρώπινη αποδοχή της πρότασης που αιτιάζει και δικαιολογεί το ρηθέν ή το φαινόμενον.