Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Αναλύοντας τα αυτονόητα.

Τελικά ως λαός είμαστε ανικανοποίητος. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει τα πάντα.

Πρώτα από όλα επιμένουμε την επόμενη μέρα, όταν την προηγούμενη σαφώς σιωπούσαμε. Περιμέναμε να γυρίσει ο τροχός να δικαιωθούμε εξ’ ενός αποτελέσματος του οποίου τη χθεσινή αγνοούσαμε-αμφιβάλαμε. Τώρα όμως που ανατέλλει δικαίωση, ποιος μας πιάνει…

Γενικώς και για να τελειώνουμε θα πρέπει επιτέλους να κατανοήσουμε όλοι, ότι ενέργεια εκ του μηδενός δεν παράγεται, σε άλλη περίπτωση θα είχαμε λύσει το μέγα πρόβλημα.

Ο δανειστής θέλει τα λεφτά του με τον τρόπο που εκείνος γουστάρει. Και γούστο του και καπέλο του, που λέγαμε οι παλαιότεροι στα παιδικά μας χρόνια.

Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς και επ’ αυτού υπάρχουν δύο λύσεις: Ή του τα δίνουμε όπως θέλει ή δεν του τα δίνουμε όπως θέλει εκείνος αλλά όπως και όποτε γουστάρουμε εμείς. Σε αυτό συμφωνούμε όλοι οι Έλληνες.

Εάν πούμε ότι του τα δίνουμε, τα θέλει όπως τα θέλει. Δικαίωμα του. (τα επιχειρήματα περί ηθικής βρίσκονται από ώρα κουρέλια στα καλαθάκια των άχρηστων της πρακτικής που φωνάζει συμφέρον, επιβολή, πολιτική).

Διαπραγματευόμαστε βεβαίως τις δόσεις και όλα τα υπόλοιπα, αλλά με τη πλάτη στον τοίχο διότι και πάλι ζητάμε. Κατανοητό. Ζητάμε απειλώντας χλιαρά, έχοντας όπλα με μύτες –καθώς αποδεικνύεται- αμβλείες. Οι αγορές δεν ίδρωσαν… Όταν δεν υπάρχει αντικείμενο στην απειλή, η τελευταία χάνει την αξία της. (Τα περί γεωπολιτικής αποστασίας τα ακούει ο Αμερικάνος και χαμογελά. Μπορεί να μη θέλει, αλλά γνωρίζει ότι μπορεί να αποτρέψει εάν χρειαστεί)

Στην άλλη περίπτωση, εκείνη όπου στυλώσουμε τα πόδια και το παίξουμε άντρες θα πρέπει να μπορούμε να πάρουμε και τις ανάλογες αποφάσεις. Όταν ακούς βογγητά στην κρεβατοκάμαρά σου και αποφασίζεις να ανοίξεις την πόρτα οφείλεις να μπορείς να πάρεις θέση στο θέαμα, άλλως φεύγεις ακροπατώντας(!). Συγκατανεύεις και υπογράφεις. Σε κάθε άλλη περίπτωση η ιστορία αναφέρει το περιστατικό ως ξεφτίλα με γράμματα κεφαλαία.

Ανοίξαμε την πόρτα... Δραχμή λοιπόν, δηνάριο, φοίνικας, g-eyro ή όπως άλλως ήθελε ονομαστεί το νέο νόμισμα. Αλλά νέο νόμισμα με το χέρι να κτυπά στο τραπέζι.

Πολλά τα καλά εξ’ αυτού και άλλα τόσα τα κακά. (στο σύνολό τους κανείς δεν μπορεί να τα υπολογίσει, όλοι υποθέσεις κάνουν)

Δυσκολευόμαστε.

Πίσω από την κλειστή πόρτα και πάλι. Να το σκεφθούμε. Το δίλημμα στέκει. Τι κάνουμε; 

Χωρισμένοι περήφανα σε δύο τρεις ή περισσότερες παρατάξεις επιμένουμε στα γνωστά αληθή συνθήματα τής κάθε πλευράς, μονάχα που το κάθε ένα από αυτά τεκμηριώνει τη μισή θέση της πρότασης-διεξόδου, αφήνοντας την αλήθεια της άλλης πλευράς ακάλυπτη, την οποία και μετέρχονται αξίως οι θιασώτες της και αποτέλεσμα ως είναι φυσικό δεν βγαίνει… Οι φωνές μας γανιάζουν μονάχα.

Ομονόηση κατά φαινόμενα δεν πρόκειται να υπάρξει, διότι όλοι μας υποστηρίζουμε τα ίδια, τα προσωπικά μας συμφέροντα. Εκείνος που έχει χρήματα στο εξωτερικό πρεσβεύει άλλες πορείες από εκείνον που τα έχει στο εσωτερικό, ο άλλος που δεν έχει, κοιτά με μάτι μισό τον γείτονα που την κουτσοβολεύει και πάει λέγοντας… 

Επί του πρακτέου, λύση χωρίς πόνο δεν υπάρχει. Ενέργεια εκ του μηδενός δεν παράγεται, το είπαμε. Το χρήμα καθώς καταφέρνει και θέτει σε κίνηση… θεωρείται ενέργεια (διότι για να παραχθεί κατεναλώθη ενέργεια. Π.χ. φαγητό για τον εργάτη που δούλεψε).

Πρέπει λοιπόν να αποφασίσουμε ως λογικά σκεπτόμενοι όλοι. Τι θέλουμε;

Μέτρα και ευρώ; Επιλέγουμε τότε μνημόνια βουτηγμένα στο αίμα και οβολό ή ρήξη με εθνικό νόμισμα; Ξεκάθαρα πράγματα. Και ρήξη και ευρώ δεν γίνεται.

Οι προτάσεις επί της ουσίας είναι αυτές δύο, οι παραφυάδες όσες και ο πληθυσμός της Ελλάδας, όσες και οι γνώμες όλων μας.

Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να στραβώνουμε τα μούτρα ούτε να συζητάμε τι θα γινόταν ...εάν. Είναι έξω από βλακώδες και διχαστικό. Ο Αϊνστάιν είχε πει ότι ο βλάκας κοιτάζει να δει τι έφταιξε την ώρα που ο έξυπνος διορθώνει τη βλάβη.

Ας συμφωνήσουμε καταρρίπτοντας τα ταμπού: Μέτρα, μνημόνια, αναγκαίες-φυσικές υποταγές (σε ένα δανειστή δίχως έλεος) ή περήφανη αποσκίρτηση σε ένα χώρο όπου κανείς δεν μπορεί να ξέρει με ακρίβεια το μέλλον;

Το δίλημμα θα μας περιμένει πίσω από χρεώσεις, προστριβές, καταφάσεις και κάθε είδους επιχειρήματα, ακέραιο.

Η ματιά οφείλει να είναι στο μέλλον, εκεί όπου τα παιδιά μας καλούνται να ζήσουν.