Κυριακή, 5 Ιουλίου 2015

Σχέση εξουσίας.

Πολύ θα ήθελα να μιλήσω για εκείνη την αφ’ υψηλού αγάπη. Για εκείνη την μονομερή, την αφ’ υψηλού σύνδεση, στη σχέση δύο ανθρώπων.

Έχουμε σε πολλά άρθρα αναφερθεί επί μακρόν στο θέμα του έρωτα αλλά σε αυτό το είδος νομίζω πως όχι, ή τουλάχιστον από ετούτη την οπτική μεριά.

Στη θέση του ανθρώπου που βιώνει, απολαμβάνει, χαίρεται μια όμοια σύνδεση μπορούμε να βρεθούμε όλοι εκείνοι που έχουμε την ικανότητα να εκτιμούμε και να αγαπάμε με ένα τρόπο πιο ορθολογιστικό θα έλεγα, με ένα τρόπο κάπως πιο απόμακρο. Ορθολογισμός και έρωτας είναι δύο έννοιες που ζουν σε διαφορετικά εδάφη. Θα μπορούσα να τολμήσω την φράση ‘’κάνω χάρη’’ με εννοείται φαντάζομαι.

Οι περισσότεροι ίσως ήμασταν –κάποτε- στο απέναντι μέρος, ίσως είμαστε τώρα ή θα βρεθούμε ενδεχομένως κάποτε στο μέλλον. Δεν λέω οι ‘’τυχεροί’’ ούτε οι άτυχοι, καθώς αυτό απλά συμβαίνει και γίνεται απολύτως αντιληπτό με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο σε όσους το ζήσουν…* -Θεωρείται τυχερός άραγε ο απρόσβλητος από έρωτα και από όλα τα ακολουθήματα αυτού ή άτυχος; Βεβαίως μεγάλο ρόλο παίζει και η φάση στην οποία βρίσκεται η ζωή του. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν μπορούμε να μιλάμε για εντιμότητα-

Πιο συγκεκριμένα. Μιλάω για μία παρουσία σε μία σχέση που η επιθυμία θρέφεται περισσότερο από την εκτίμηση στο πρόσωπο του επιλεγέντος ατόμου παρά στην από έρωτος -υποχρεωτική- λαχτάρα. Αποτέλεσμα αυτού η η διαχείριση –της σχέσης- να γίνεται με τρόπο άνετο, σχεδόν χωρίς συναίσθημα…

Το υποκείμενο βιώνει την απολαυστική εκείνη διάθεση η οποία το καταλαμβάνει όταν βιώνει τον έρωτα ενός άλλου ενός ανθρώπου, κάποιου που εκτιμά, που συμπαθεί, που ερωτεύεται χωρίς επί της οποίας να το κάνει!


Στη σχέση αυτή λοιπόν, βρισκόμαστε ένα σκαλί παραπάνω καθώς έχουμε τη δυνατότητα να ‘’παίρνουμε’’ χωρίς να διακινδυνεύουμε και πολλά. 

Μπορεί να συμβαίνει ετούτο; Και εάν συμβαίνει τότε για εμάς το συναίσθημα που πληρώνει-γεμίζει την ψυχή μας δεν μπορεί να λέγεται –ασφαλώς- έρωτας. Λογικό μοιάζει και είναι.

Πράγματι δεν είναι έρωτας, καθώς δεν έχουμε ούτε πόνο, ούτε άγχος, ούτε δίψα. Η μόνη χαρά μας είναι το δόσιμο εκείνο που κάνει τον άλλον/η να χαίρεται ερωτευόμενος/η να προσφέρει γη και ύδωρ στον εγωισμό μας.

Εκείνη όμως η αφ’ υψηλού ματιά που λέγαμε στην αρχή δεν είναι εκείνο που αξίζει σε κανέναν σύντροφο. Το χαμόγελο εκείνο που δένει και κόβει πρέπει να μένει πίσω από τα χείλια μας. Η υπεροχή μας εξ’ αιτίας της προσκόλλησης του άλλου στο πρόσωπό μας δεν θα πρέπει να μας αφήνει να απολαμβάνουμε την ισχύ μας στην όποια ελπίδα του άλλου.

Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από τη φράση ‘’σε έχω και δεν σε έχω’’, ‘’Είσαι δίπλα μου και όμως είσαι μίλια μακριά’’ Πολλοί θα το έχουν ακούσει, εκείνοι καταλαβαίνουν. Ίσως πολλοί από εμάς να το πει, εκείνοι και πάλι καταλαβαίνουν…

Κακά τα ψέματα ο άνθρωπος που δεν θέλει δεν πείθεται. Ίσως γιατί δεν μπορεί. Οι διεργασίες των συναισθημάτων ξεκινούν και τελειώνουν μόνες τους. Οι προσπάθειες –για να μας αγαπήσει κάποιος- μονάχα πρόσκαιρες –από μέρος του- καλοσύνες φέρνουν. Βεβιασμένες. Ψεύτικες σε κάθε περίπτωση…

Οι περισσότεροι θα συμφωνήσουν ότι είναι χιλιάδες φορές καλύτερος ένας χωρισμός από μία έρπουσα κατάσταση με μονομερή συναισθήματα-προσπάθειες.

Από την άλλη ο δεμένος/η είναι πολύ δύσκολο να κάνει το πρώτο βήμα καθώς ελπίζει και η ελπίδα αυτή μοιάζει με εκείνη την άγονη που παρουσιάζεται στο θεατρικό του Μπρεχτ ‘’Περιμένοντας τον Γκοντό’’ Όπου δύο άνθρωποι (για όσους δεν έτυχε να το δουν) αναλώνονται περιμένοντας στην ερημιά τον ευεργέτη Γκοντό που θα τους έφερνε όλα εκείνα που περιμένανε. Είπαν πολλές να φύγουν μα έμεναν -μέρες στο ίδιο σημείο- από τη την ουρά της μάταιης ελπίδας ‘’Κι αν έρθει μόλις φύγουμε; Δεν είπε ότι κάποτε θα περάσει; Ας κάτσουμε λίγο ακόμα…’’

Ο Γκοντό τελικά δεν ήρθε κι όταν κατάλαβαν -στο τέλος του έργου- ότι πλέον η κάθε ελπίδα του ερχομού του είχε χαθεί κίνησαν να φύγουν. ‘’Κι αν έρθει τώρα που αποφασίσαμε φεύγουμε;’’ Ακούστηκε πίσω από τη σκηνή η τελευταία ατάκα και ξαναγύρισαν να περιμένουν. 

Είναι πράγματι συγκλονιστικό όλο ετούτο το αλισβερίσι με το ενδεχόμενο που ποτίζεται από την άρνηση της ψυχής να δεχθεί την ήττα. Μπορεί να μην είναι ακριβώς ήττα, γιατί στον έρωτα γενικώς δεν υπάρχουν χαμένοι και νικητές, αλλά σίγουρα είναι κάτι που έχει να κάνει με τη μη αποδοχή και την κούφια κακιά ελπίδα.

Το χαμόγελο του αμέτοχου, του χαλαρά ιστάμενου στην πράξη, (του έρωτα), μοιάζει με κακόγουστη φάρσα και ως τέτοια θα πρέπει να εκλαμβάνεται.

Το θέμα είναι το πώς μπορεί να το καταλάβει κανείς…

Πρώτα από όλα το ‘’χαλαρό’’ μέρος, δεν ανησυχεί, δεν αγωνιά, δεν προσπαθεί. Συνήθως γυρεύεται, δεν γυρεύει. Κάλλιστα θα μπορούσε να είναι άτομο αποφευκτικού δεσμού (για να διαβάσετε πατήστε εδώ) ή κάποιο άλλο το οποίο περιστασιακά απολαμβάνει της αποδοχής του εμπλεκόμενου.

Όπου και να κοιτάξουμε γύρω μας θα δούμε ζευγάρια που το ένα μέρος κοιτά να αποφύγει, δεν μιλώ για αυτά. Μιλώ για εκείνες τις σχέσεις οι οποίες ζουν και διαιωνίζονται υπό το προσωπείο της αριστείας, που όμως ο ένας δεν βολεύεται μέσα τους.

Θα έλεγα ότι μιλάω κυρίως για σχέσεις εκτός γάμου ή για παράνομους δεσμούς όπου η κάλυψη της υποχρέωσης ή της ελευθερίας δίνει το πολυπόθητο άλλοθι για διαφυγή από τη μια και για …μύρια σενάρια από την άλλη. Εκεί όπου το ένα μέρος προσκολλάται και το άλλο απλά παρίσταται…

Όχι. Ούτε ως παραστάτες, αλλά ούτε και ως προσκολλημένοι μας αξίζει να ζούμε. Οι πρώτοι απολαμβάνουν το ένα μέρος της κατάστασης και δεύτεροι ένα υπόλοιπο. Κανείς από τους δύο όμως δεν ζει στον κύκλο που ορίζει ο έρωτας.

* Θεωρείται τυχερός άραγε ο απρόσβλητος από έρωτα και μοιραία από όλα τα ακολουθήματα αυτού ή άτυχος; Βεβαίως μεγάλο ρόλο παίζει και η φάση στην οποία βρίσκεται η ζωή του. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν μπορούμε να μιλάμε για εντιμότητα –εξαιρείται η περίπτωση βεβαίως κατά την όποια ευθέως στέκουν ομολογημένα άπαντα.-