Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

Το φαινόμενο ’’Έλληνας’’

Είμαστε περίεργη φυλή, πραγματικά περίεργη. Θέλουμε το καλό με το καλό, δεν σηκώνουμε αγριάδα, συμβιβαζόμαστε κάποτε, αλλά στο βάθος μένουμε ανυπότακτοι, θυμόμαστε και παύουμε τον κατ’ ανάγκην συμβιβασμό σε χρόνο ανύποπτο, εκδικούμαστε με τον δικό μας προσωπικό τρόπο. Κάποτε αυτοκαταστρεφόμαστε, πεθαίνουμε από ένα καπρίτσιο χαρούμενοι και λυπούμαστε σε κάθε συμπεριφορά μη ανθρώπινη, έχοντας κατά νου μια ιδιαίτερη ιδέα περί της ανθρωπιάς, ο κάθε ένας από μία, την καθαρή προσωπική του.

Ίσως αυτή μας η μεγαλόψυχη συμπεριφορά και η –άγραφη- απαίτηση κατανόησης να είναι ένα πρόβλημα που τροφοδοτεί προεκτάσεις απαντητικών τρόπων ή άλλως, αντιδράσεων, ερμηνεύοντας πάντοτε με ίδιο (προσωπικό) τρόπο το κάθε ερέθισμα του συνανθρώπου- συνέλληνα.

Σαφέστερα, η κατανόηση απαιτείται δεν προσδοκάται και θεωρείται εκ των ουκ άνευ δεδομένη από πάντες προς πάντες.

Ο χωρίς κράνος μοτοσικλετιστής επί παραδείγματι, ζητά και στο βάθος του απαιτεί κατανόηση από τον τροχονόμο, διότι μόλις δύο τετράγωνα έχει διανύσει γνωρίζοντας-αποδεχόμενος τους κινδύνους… ή κάποιος άλλος, ο οποίος ελαφρά παρανόμησε σε κάποιον άλλον τομέα αστικής ευθύνης, ομοίως ζητά κατανόηση, παράκαμψη του ‘’ξύλινου’’ γράμματος του νόμου –όπως ισχυρίζεται-.

Πίσω από την απαίτηση αυτή όλων ημών, βρίσκεται η διεκδίκηση της ουσίας και όχι του λόγου. Του βαθέως δικαίου(;). Π.χ. Περνώντας ένα κόκκινο φανάρι με ελάχιστη ταχύτητα, αφού πρώτα έχω ελέγξει ενδελεχώς το δρόμο, απαιτώ κατανόηση υπό το σκεπτικό ότι εάν δεν υπήρχε φανάρι -όπως και σε κάθε διασταύρωση που δεν υπάρχει- με τον ίδιο ακριβώς τρόπο θα περνούσα! Ναι, αλλά τώρα που υπάρχει, δεν περνάει ο άλλος με τον ίδιο τρόπο… η απάντηση.

Ο παράνομος λοιπόν έχοντας κάνει την ίδια παρανομία δεκάδες φορές (μια και βρήκαμε βολικό το παράδειγμα των οδικών παραβάσεων) στέκεται τυχερός* την επόμενη τυγχάνοντας μιας ήπιας μεταχείρισης της ''δράσης'' του, από έναν αστυνομικό που τον λυπάται, που τον κατανοεί, που βαριέται τη διαδικασία, που τον βλέπει και τον αφήνει (και δεν μιλώ μόνο για το κόκκινο φανάρι που θεωρείται από τα πλέον σοβαρά ατοπήματα του όποιου οδηγού αλλά πέραν αυτού και για το οτιδήποτε άλλο λιγότερο σοβαρό) θεωρώντας –ο οποιοσδήποτε- ότι το θέμα ασφάλεια εδρεύει στην ουσία και η ουσία είναι να μην περάσει κανείς π.χ. το κόκκινο με 100 χιλιόμετρα… Βεβαίως, δικαίως υπάρχει διαφορά στην παράβαση, αλλά πέραν όλων των ελαφρυντικών, παρανομία υπάρχει. Η λάμπα ή είναι αναμμένη ή σβηστή. Ροοστάτης στον νόμο υπάρχει μόνο ως προς το εύρος της ποινής, κατόπιν εξέτασης των στοιχείων, όχι ως προς την ενοχή του υποκειμένου. Ευκόλως νοούμενο.

Άπαντες οι παρανομούντες λοιπόν ευελπιστούμε στην κατανόηση (του αρμόδιου) και εξακολουθούμε να πράττουμε το αδίκημα ελαφρώς (επί της ουσίας ή κατά τη γνώμη μας) θεωρώντας ότι σε περίπτωση σύλληψης και τιμωρίας έχουμε περιέλθει –άτυχοι όντες και ούσες- στα χέρια του άκαμπτου, του δύστροπου, του ‘’κολλημένου’’, εφαρμοστή του νόμου. Π.χ. Κλήση για ζώνη σε μποτιλιαρισμένο δρόμο στο κέντρο των Αθηνών… Όπως και να το δούμε υπάρχει ένα θέμα, αν και δεν θα έπρεπε καθόσον ο νόμος είναι νόμος… (Απλά αναφέρω, δεν επικροτώ ούτε μάχομαι)

  • Αλλά εάν ο νόμος, ήταν νόμος, θα εφαρμόζετο πάντα, δίχως εξαίρεση, παντί σθένος και τρόπω. Δεν εφαρμόζεται όμως και άρα δεν είναι…

Σίγουρα δεν φταίμε μόνο εμείς, σίγουρα υπάρχει η ευθύνη του ‘’πατέρα’’ που πότε τιμωρεί το παιδί του για την ίδια πράξη και πότε όχι. Το παιδί εν πάση περιπτώσει, δικαίως εξανίσταται και απορεί την δεύτερη φορά -εκείνη της τιμωρίας, καθόσον την πρώτη δεν τιμωρήθηκε-, επιλέγοντας και μία τρίτη επανάληψη της ιδίας, προς τεκμηρίωση της δίκαιης αντίληψής του και ό του θαύματος πράγματι δικαιώνεται! Το κάνει διότι την επόμενη, ο συνάδελφος αστυνόμος, ο διευθυντής, ο προϊστάμενος, ο πατέρας, ο φίλος, ο εχθρός, παραβλέπει την πράξη, επιλέγοντας για την παράβλεψή του αυτή, έναν από τους εκατομμύρια λόγους που έχει να το κάνει με πρώτο και καλύτερο τη βαρεμάρα… Δεν θα υπάρξει και τέταρτη επανάληψη της ‘’κακής’’ πράξης; Βεβαίως και θα υπάρξει!

Άλλο παράδειγμα: Το εύρος των λεωφορειόδρομων το σφετερίζονται δεκάδες χιλιάδων οδηγών παραμένοντες ατιμώρητοι υπό το βλέμμα των κατανοούντων –ενδεχομένως λόγω κίνησης- τροχονόμων! (ο νόμος όμως  δεν προβλέπει την παράμετρο της κίνησης και άρα το προηγούμενο σαφώς και είναι κάκκιστο) Τώρα, τον +1 -των χιλιάδων- οδηγό την επόμενη των ημερών κάποιο κλιμάκιο της τροχαίας του ‘’απονείμει’’ κλήση και δη …βασιλική, για την ίδια παράβαση(!), ο οδηγός δικαίως(;) δεν θα νιώθει αδικημένος μετερχόμενος ως επιχείρημα την επιλεκτικότητα της εφαρμογής του νόμου; Αδίκως το πράττει;

  • Όταν μία παρανομία γίνεται από όλους καταντά νομιμότητα! 

Όταν λοιπόν το κράτος αδυνατεί να εφαρμόσει τον νόμο (διότι περί καθαρής αδυναμίας πρόκειται**) απλά δεν τον ψηφίζει. Άλλως μοιάζει με τον γονιό που απειλεί το παιδί του χωρίς να έχει τη δύναμη -πλην εκείνων των περιπτώσεων που συμβαίνουν σε άτακτα χρονικά διαστήματα -που του κάθεται ‘’στραβά’’- και κάνει πράξη τις απειλές του. Το αποτέλεσμα αυτής της άτακτης εφαρμογής, θα είναι ο οποιοσδήποτε να ρισκάρει, αυτό δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει καθώς συμβαίνει σε ένα ευρύ φάσμα όλων των υφιστάμενων νόμων.

Εν κατακλείδι… Εάν γνωρίζαμε ότι τίποτα δεν πρόκειται να περάσει ατιμώρητο, ότι για κάθε μας λάθος θα υπήρχε η προβλεπόμενη ποινή, ομοία για όλους, τότε θα ήμασταν όλοι περισσότερο συνεπείς. Ειπωμένο πολλές φορές από χιλιάδες χείλη υπευθύνων και μη.

Βεβαίως συμβαίνει όλοι να είμαστε έλληνες. Και ‘’κλέφτες’’ και ‘’αστυνόμοι’’ που παίζαμε και παιδιά, άρα όμοια γαλουχημένοι στην ίδια νοοτροπία… Μεγαλόψυχοι, καλόκαρδοι, με συνέπεια σε εκείνο που το βλέμμα διακρίνει στα μάτια όχι μόνο του παρανομούντα, αλλά και του κάθε αντικειμένου (εκείνου που αντίκειται) στις θεωρήσεις μας. Καταδεκτικοί, συμπονετικοί στους συναισθανόμενους, αλλά και τιμωροί σε κάθε κακώς συμπεριφερόμενο, σε κάθε έναν που πάει να σηκώσει κεφάλι όταν το ελάχιστο του νόμου καταφέρεται εις αυτόν.

Άλλο τεράστιο θέμα. Ο εν δικαίω ευρισκόμενος τιμητής, επιθυμεί-απαιτεί, βλέμμα χαμηλωμένο από τον εν αδίκω συλληφθέντα. Τότε υπάρχει η περίπτωση να εφαρμοστεί το ‘’ελαφρύ’’ μέτρο… Εκείνο το ‘’ξέρεις ποιος είμαι εγώ;’’ της δεκαετίας του ’70, έχει πάψει (και πάρα πολύ καλώς) εδώ και χρόνια να έχει πέραση. (‘’Ποιος δηλαδή μπορεί να είσαι 6 η ώρα το πρωί στο λεωφορείο; Ή μποτιλιαρισμένος σε Φίατ μεσημεριάτικα σε 40 βαθμούς ζέστη;’’) 

Κλείνοντας θα πω ότι δυστυχώς δεν πρόκειται να υπάρξει καμία αλλαγή. 

Πέραν όμως αυτής της (προσωπικής-απαισιόδοξης) πεποίθησης, όλοι θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι είμαστε λαός εύπλαστος, άξιος, φιλότιμος και ικανός στον υπέρτατο βαθμό. Εκεί που θέλουμε είμαστε άριστοι (π.χ. στο εξωτερικό) εδώ όχι.

Εδώ λοιπόν δεν θέλουμε να είμαστε, για τους δικούς μας λόγους, γιατί έτσι μάθαμε βρε αδερφέ και το πάμε πεισματικά.

Η πρόοδος θα έρθει, στο σύνολο των προβλημάτων, μόνο με την αλλαγή νοοτροπίας όλων μας σε όλα τα θέματα. Ο ψεύτης ποτέ δεν θα μπορέσει να γίνει ούτε φερέγγυος, αλλά ούτε και να υπάρξει πιστός πουθενά. Δεδομένο, ο χρόνος θα αποδείξει το αληθές της ρήσης.

Ας δούμε γύρω μας την τεράστια ασυνεννοησία, ας εστιάσουμε στο δημόσιο… Γιατί θαρρείτε δεν υπάρχει ομόνοια; Πολύ απλά διότι δεν ασπαζόμαστε μεταξύ μας τις ίδιες αξίες, κάποιοι πιστεύουν άλλα και κάποιοι άλλοι αλλιώτικα. Στις κοινωνίες καλώς ή κακώς οι νόμοι, δηλαδή οι απαγορεύσεις δείχνουν το δρόμο, το κοινό συμφέρον, ο κοινός στόχος… Δυστυχώς σε τίποτα από αυτά δεν συμπίπτουμε πέραν των ομάδων των οποίων συγκροτούμε…


* ή άτυχος, διότι την επόμενη μπορεί να υποστεί ατύχημα (ατύχημα= θανατηφόρο συμβάν, δυστύχημα= τραυματισμός)
** Όταν ο εκπρόσωπός σου -κράτος- εν πράττει, αδιάφορο το γιατί, η μη πράξη του συνιστά αδυναμία δική σου.