Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Ταξικώς ...αδιάφοροι.

Δεν είναι ο κόσμος μας χωριστός, δεν υπάρχουν στην ουσία, στο βάθος της υπόθεσης, ούτε καν οι διαφορές εκείνες που λέμε ταξικές, καθώς είναι δημιουργήματα μιας κοινωνίας που χωλαίνει διότι εάν δεν παραπατούσε θα κρατούσε τις αξίες της ψηλότερα, είναι δεδομένο. 

Δεν μπορεί σε καμία περίπτωση, το λεγόμενο και πανθομολογούμενο προ πάσης αρχής άξιο (ομιλώ περί ισότητας) να τεκμηριώνεται και προ παντός να ομολογείται ως δικαίως(!) άνισο με την πάροδο των ετών από το βάθος της ιστορίας μέχρι τις μέρες μας.

Ως βάση του επιχειρήματος στάθηκαν πολλές παράμετροι όπως η μόρφωση, η ευγένεια (το καλό γένος), το χρήμα και αρκετά άλλα πέραν αυτών…

Τελικά είμαστε όλοι ίσοι; Ασφαλώς και όχι, αλλά από την ανάποδη, θα χαμογελάσω!

Το ‘’μέτρο’’ λοιπόν κάνει τη διαφορά και ο τρόπος σκέψης που αυτό εφαρμόζεται επάνω στις υποστάσεις μας. Λέγοντας υποστάσεις εννοώ ασφαλώς το άυλο μέρος του εαυτού μας.

Ας κοιτάξουμε λίγο πιο πριν. Η έννοια ύλη είναι ένας καθαρά φιλοσοφικός όρος, πολλοί το γνωρίζουν και οι υπόλοιποι εν καιρώ θα το μάθουν… εννοούμε λοιπόν, αναφέροντας αυτόν (τον όρο ύλη), το οτιδήποτε έχει μάζα και βάρος.

Καταφέραμε λοιπόν στρεβλώνοντας την ουσία (την αλήθεια* θα έλεγα) συνομολογώντας ότι το είδος μιας συγκεκριμένης (ύλης), ενός χαρτιού επί της ουσίας ή κάποιου μετάλλου, θα έχει το ύψος μιας ανυπέρβλητης αξίας μεταξύ ημών. Το αποδεχθήκαμε ως μόνο τρόπο αξιολόγησης μιας εργασίας, μίας προσπάθειας, μιας κάποιας εξυπνάδας εν κατακλείδι στα πλαίσια της πλέον εγωιστικής έναντι των άλλων διάθεσης. 

Πλέον αυτής της ομολογίας, ξεχωρίσαμε σε ομάδες οι πάντες μεταξύ μας. Συνδέσαμε τη συγκεκριμένη μορφή της ύλης με όλα τα καλά τα οποία θα μπορούσαν να προέλθουν από τον άνθρωπο που την κατείχε, θεωρώντας τον κάτοχο, πρώτιστα ικανό, έξυπνο ή άξιο. Ενός κακού μύρια έπονται και ενός καλού όμως, να υποθέσω.

Ποιος δεν θα ήθελε κάποιον έξυπνο, καλό, ικανό και πλούσιο στο πλάι του;

Ποιος αντ’ αυτού, θα επέλεγε έναν ευτυχισμένο; Προσέχετε το χαμένο νόημα; Το χρήμα που υποτίθεται ότι υπηρετεί την ευτυχία, καταντά να την υποκαθιστά. (μεταξύ μας ούτε αυτό δεν καταφέρνει.)

Πολλοί λιγότεροι θα επιμείνω -επανερχόμενος- εξακολουθώντας να ισχυρίζομαι ότι κανείς άνθρωπος έξω από τον κύκλο του, δεν αξίζει στο βάθος της υπόθεσης, πεντάρα! Η αξία είναι κάτι που συνομολογείται, δεν είναι κάτι το υπερκόσμιο.

Θέλετε παράδειγμα; Ας άρουμε ένα άνθρωπο μιας ορεινής κοινότητας και ας του μιλήσουμε του για τον τάδε διάσημο ή τον τάδε (άξιο σύμφωνα με τα δικά μας μέτρα) διανοούμενο, κατόπιν ας προσπαθήσουμε να ανταλλάξουμε την παρουσία τού γείτονά του, του φίλου του (για μία ώρα, όχι για περισσότερο) με το δικό μας ίνδαλμα… Το αποτέλεσμα; Πόρτα σφαλιστή (στη λαϊκή διάλεκτο). Πόρτα και μάλιστα από εκείνες που αφήνουν βρόντο ισχυρό στα αυτιά και την ψυχή.

  • Οι αξίες αποκτούν θέση, βάση, υπόσταση, λόγο, σε εκείνους που τις αποδέχονται ως τέτοιες. Που έχουν εκ των προτέρων συνομολογήσει. Το εκατοντάευρο έχει αξία στα ανάλογα έθνη, στα βάθη της Αφρικής έχει αξία η μύτη του ακόντιου. Ας μιλήσουμε λοιπόν σε εκείνους τους ανθρώπους για το ποιος από τους δυό μας έχει δίκιο…

Αν μιλούσαμε όμως για ευτυχία; Αν μιλούσαμε για καλοσύνη, για ευγνωμοσύνη; Τότε θα βρίσκαμε χαμόγελα και αγκαλιές ανοιχτές οπουδήποτε και αυτό γιατί τα μη εξαγοράσιμα είναι πανανθρώπινα και άρα άριστα εκ των αρίστων.

Ας επανέλθουμε, ας μαζευτούμε και ας ορίσουμε τους ποιητές, άριστους, τους διανοούμενους, επίσης, αφήνοντας μια θέση κενή για κάποιους που θα σκεφθούμε αργότερα. Τι πράττουμε με όλη αυτή την αξιοπρεπή κατά τη γνώμη μου κίνηση; Συνομολογούμε υποθέτοντας ότι ορθώς κρίνουμε… το κάνουμε όμως για κάτι το οποίο δεν υποχρεώνει το σύνολο. Αυτό κάνουμε.

Στεκόμαστε (οι θεωρητικώς κρατούντες) και αποφασίζουμε ερήμην υπολοίπων βαφτίζοντας το υποκειμενικό, το αρεστό στους ιδίους, ως άξιο… Κατόπιν αυτού, βαθμολογούμε πάντες με βάση τη δική μας κλίμακα αξιών που χρίσαμε ικανή. Ομοίως λοιπόν οι υπόλοιποι, εκείνοι οι οποίοι δεν εμπίπτουν στα δικά μας κριτήρια μέσα, αγνοώντας και την κλίμακα, αλλά και εμάς τους ίδιους, στρέφουν την πλάτη τους και μας αφήνουν μονάχους στη χαρά μας…

Οι πλούσιοι με τους πλούσιους μετράνε τα λεφτά τους και αξιολογούν τις αξίες τους. Οι φτωχοί με τους φτωχούς μετράνε τα δικά τους –άξια, αρεστά- και αξιολογούν επίσης τις ζωές τους. Οι δυστυχείς με τους ομοίους τους και ευτυχείς με πάντες διότι δεν έχουν τίποτα να χρειάζονται.

Η ευτυχία μετριέται με τις ανάγκες, δεν ακουμπάει στην ύλη καθώς αυτή μπορεί σε ένα βαθμό να βοηθάει στην αποφυγή του αντίποδα αυτής, τη δυστυχία, αλλά επ’ ουδενί εγγυάται μία ζωή μακριά από ανάγκες, εξαρτήσεις, και όλα τα συμπαρομαρτούντα**. 

Εκείνος εκεί, ο απέναντι που δεν του χαλαλίζω δεύτερη ματιά, κάλλιστα μπορεί να ζει στον δικό του απλό ή περίτεχνο κόσμο, ευτυχής. Εγώ ο γνώστης ακόμα να να παλεύω με τα όρνεα... Βεβαίως και μπορεί να είναι κάποιος ευτυχής και μέσα στην ύλη, αλλά το ένα δεν προϋποθέτει το άλλο. Μάλλον το αντίθετο, διότι η ύλη γεννά επιθυμίες, το καλάθι των οποίων δεν έχει πάτο… Είναι σαφές.

Ασφαλώς και κάποιος διανοούμενος πίσω την ειλικρινή γνώση του μπορεί να προσπαθεί και να καταφέρνει να ζήσει άξιο βίο, μα δεν είναι κανόνας. Την ίδια χαρά, στην ίδια ακριβώς ‘’διεύθυνση’’ και θέση, μπορεί να βρεθεί και κάποιος άλλος με λιγότερες γνώσεις, ακολουθώντας ίσως ένα πιο περίπλοκο δρόμο ή κάποιος άλλος έναν πολύ πιο ευθύ. Η μόνη που μπορεί και γνωρίζει είναι η ψυχή. Ούτε ο νους ούτε το στόμα, μονάχα το βάθος της ψυχής που αισθάνεται δίχως να μιλά…

Θα έλεγα ότι ο κύκλος είναι φαύλος. Οι άνθρωποι φτιάξαμε τις κοινωνίες γινόμενοι αυτοί που είμαστε μέσα από τους ορισμούς-απαγορεύσεις τους. Κατόπιν προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τα δεινά που προέκυπταν από τις συναναστροφές μας, αρχίσαμε να φιλοσοφούμε περί αξιών και δικαίων. Στο τέλος οι ελάχιστοι γνώστες αποσύρονται, ζώντας μια ζωή μοναχική (κυριολεκτικά ή μη), πλήρεις όντες, δικαίων και αδίκων… 

*    Καθ’ υπέρβασιν δεχόμαστε ότι υπάρχει.
**  Συν+παράς+αμαρτία. Μαζί με τον παρά και οι αμαρτίες