Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Ελευθερία στα όρια της σκέψης.

Υπάρχει πράγματι καθαρή ελευθερία ελλείψει κινήτρων, σκοπών και κατ’ επέκταση πέραν της σκέψης που προϋποθέτει τα προηγούμενα, αλλά και εάν πράγματι υπάρχει αυτό το αγαθό, σε μια σύγχρονη κοινωνία.

Θα πρέπει, πριν γίνει η οποιαδήποτε αναφορά-συμφωνία, να αναδιαμορφώσουμε τον ορισμό της ελευθερίας καθώς, η όποια κίνηση δίχως σκοπό, δεν συνιστά μία τέτοια...

Η απλή περιφορά του σώματος οπουδήποτε στον χώρο, απούσας της νόησης καθιστά το κορμί, κινούμενη δίχως λόγο, μάζα. 
Είναι σαφές, αποδεχόμενοι τούτο, να θέτουμε-εναποθέτουμε το νόημα της ελευθερίας στο μέρος εκείνο του ανθρώπου όπου συντελείται η σκέψη και άρα η επιθυμία, και άρα η βούληση της πράξης για κάποιο σκοπό.
  • Συνομολογούμε λοιπόν ότι το νόημα του αγαθού της ελευθεριότητας συνίσταται πρώτιστα στο νου.
Ελεύθερα με την παρούσα λογική είναι πάντα τα σκεπτόμενα όντα, έστω και πίσω από μία ‘’πρωτόγονη’’ ή σε ελάχιστο βαθμό, οργανωμένη σκέψη. Η σκέψη αφ’ εαυτού της παράγει επιθυμία, άλλως η κάθε κίνηση, θα ήταν στέρφα, άτοπη, βαλτωμένη, παράγωγο ενός αρχικού ανεπεξέργαστου ενστίκτου, μόνη, μη έχουσα τη δυνατότητα εξέλιξης, κύησης και καρποφορίας


Με τη λογική αυτή δεν θα μιλούσαμε για συλλογιστική, μα για το είδος μιας πρότασης η οποία αποκτά την αξία ενός κανόνα σε ένα εν τοις πράγμασι άβουλο ον.

Άρα η σκέψη οφείλει-προεξοφλεί-γεννά επιθυμίες –με την ευρύτατη έννοια του όρου-. Οι επιθυμίες ακολουθούνται όπως είναι φυσικό από κίνητρα, τα κίνητρα, από φαντασία, από εικόνες και όλα ετούτα από ζωή.

Η εξέλιξη πάντων θεωριών, συνετελέσθη τη αποδοχή όλων ημών. Η φύση έπλασε κατά το δοκούν πλάσματα, τα πλάσματα αυτά θέσπισαν κοινωνίες και οι κοινωνίες, υπεύθυνα όντα. (Υπεύθυνος γίνεται ο οποιοσδήποτε υπό το κράτος της στέρησης της ενόρμησης και άρα της άγριας -ενστικτώδουςεπιβολής της θέλησης)

Ακόμα και πολλά είδη ζώων, αδυνατούν να επιβιώσουν πέραν αυτών –κοινωνιών- αναγκάζονται λοιπόν να θεσπίσουν τους δικούς τους νόμους, τις δικές τους ιεραρχίες, από μια σαφώς μεγαλύτερη αναγκαιότητα από εκείνης της υπάρξεως του απόλυτου της ελευθερίας, προς εξακολούθηση της ζωής.

Οι άνθρωποι ομοίως δεν θα μπορούσαμε να αποτελούμε εξαίρεση στον κανόνα, θα ήμαστε μάλλον κάποιο από τα φωτεινότερα παραδείγματα, όντων, που εκουσίως περιόρισαν το απόλυτο της ελευθερίας τους προς επίτευξιν ενός μεγαλύτερου καλού. (Αλήθεια, η κακότητα συναντάται, αναγνωρίζεται, μόνο σε εμάς τους ανθρώπους, ή την ορίζουμε ως τέτοια -καθώς είναι μία κοινή συμπεριφορά- εξαιρώντας εαυτούς από τα υπόλοιπα όντα λόγω της νόησης;) 

Κανείς δεν θα τρώει την τροφή του άλλου. Νόμος. Θα έχει όμως τη δυνατότητα να απολαμβάνει αυτής, όταν οικειοθελώς τού παραχωρείται.

Αμέσως βλέπουμε μια απαγόρευση (περιόριση ελευθεριότητας) αλλά και μια συμπόνια ως δικλείδα ασφαλείας πίσω από αυτήν. Κατόπιν παρατηρούμε την κοινωνία να ορίζει, πρέπουσα, την ελεήμονα διάθεση ισορροπώντας τον νόμο-απαγόρευση με μία προτεινόμενη ηθική που έχει τον ρόλο της αμοιβής του ελεήμονος.

Με τρόπο άμεσο λοιπόν, η ελευθερία περιορίζεται ποικιλοτρόπως. Για καλό ή κακό, αδιάφορο στην παρούσα.

Ενσκήπτουν πολλά θέματα: Απόλυτα ελεύθερος άνθρωπος δεν νοείται υπό όποιον περιορισμό. Λέγεται όμως ''άνθρωπος'' εκείνος ο οποίος απέχει της κοινωνίας; Από πού και υπό ποίες συνθήκες αποκτά το δικαίωμα του ονόματος, διότι και άλλα θηλαστικά περπατούν στα δύο πόδια… Μήπως ο άνθρωπος νοείται ως τέτοιος εξ’ αιτίας της υποταγής στις ευρέως αποδεκτές απαγορεύσεις του; Σε αυτή την περίπτωση (που είναι και αληθής) θα πρέπει εξ’ ανάγκης να μετατεθεί το όριο της ελευθερίας του, η αφετηρία θα λέγαμε, κατά τι πιο εδώ, ονομάζοντας τη σπάθη της τιμωρίας, σε περίπτωση υπέρβασης των κανόνων, αναγκαία. (Από κάποιους και αγαθή)

Αποδέχομαι λοιπόν τη μείωση του εύρους των κινήσεών μου παραμένοντας ελεύθερος, καθώς έτσι συμφωνήσαμε να ορίζουμε όλοι μας τις επιτρεπόμενες κινήσεις-επιλογές μας. Ο εθελούσιος περιορισμός μου (έναντι της έλλογης θεμιτής ή αθέμιτης επιβουλής μου στο πρόσωπο οποιονδήποτε συνανθρώπου μου {βλ. κοινωνία=απαγορεύσεις} -καθώς μόνο εάν θέλω απεμπολώ την αρχέγονη επιθετική ή όποια άλλη φύση μου-) παύει να λαμβάνεται υπό οποιαδήποτε όψιν. Λησμονείται.

Η νέα ελευθερία λοιπόν, καθαιρουμένων ήδη των μιαρών κινήτρων (της επιβουλής) βαφτίζεται απόλυτη υπό όρους. {Βλ. απαγορεύσεις}

Ο σεβασμός αναδεικνύεται αξία σπουδαία και τοποθετείται υψηλά στην ιεραρχία των πανανθρώπινων αποδοχών και καλώς.

Πίσω από κάθε σκέψη υπάρχει η φαντασία, αυτής έπεται ή προηγείται, το κίνητρο της υλοποίησης του οράματος. Κίνητρο νοούνται τα οφέλη.

Οι κινήσεις προς επίτευξιν όλων των επιθυμιών θεσμοποιούνται, καδράρονται, κατηγοριοποιούνται και θαυμάζονται ή τιμωρούνται. Η αγέλη (ο λαός) περνάει την οδό που ομολογεί η ισχυρότατη πλειοψηφία (και καλώς(;)) όντας ελέυθερη να αποφασίζει κατόπιν των ορισμένων επιλογών όπου εμείς θεσπίσαμε απαγορεύοντας στην αρχέγονη φύση μας να δίνει το παρόν.

  • Είμαστε τόσο ελεύθεροι όσο οι νόμοι μας επιτρέπουν, όσο τα ήθη που ως μαγείας ξεπήδησαν –από ανάγκη θα έλεγα, ανάγκη αδυναμίας- αποκτώντας κορμό, διεκδικώντας κατόπιν λόγο.

Το μέγα ζήτημα είναι η (εκούσια) συμμετοχή. Η εθελούσια και οργανωμένη θέσπιση. Η κοινή ομολογία ότι τούτη η απαγόρευση με βρίσκει σύμφωνο. Εκεί εδρεύει η ουσία. Πίσω λοιπόν από την αμέριστη προσωπική αποδοχή μπορούμε να μιλάμε για ύψος και ύφος ελευθερίας. Άλλως, η αναγκαστική συμπόρευση με το μη συμπεφωνημένο, δυναστεύει.

Μα θα ήταν δυνατόν να απαιτείται υπογραφή από τον καθένα χωριστά για κάθε ένα νόμο; Κάτι τέτοιο φαντάζει γελοίο ακόμα και στα μάτια ενός παιδιού… συμφωνώ και αρπάζοντας την ευκαιρία θα πω, ότι η φύση όταν μας κατασκεύαζε ή ότι δεν είχε στο νου της για εμάς, ένα τόσο μεγαλεπήβολο σχέδιο –απόλυτης ελευθερίας- ή εάν είχε, ακόμα είναι πολύ νωρίς –βλαστάρια όντες- να απαιτούμε καρπούς δέντρων μεστών…

Η εξέλιξη συνεχίζεται…