Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

Το χαμένο νόημα της διαρκούς κατακραυγής.

Καθημερινό φαινόμενο οι άνθρωποι γύρω μας να δυσανασχετούν και άλλες τόσες με εμάς συμπαραστάτες.

Όλες τις φορές δικαίως, θα συνδράμω, αναρωτώμενος τον λόγο της επανάληψης μίας χρόνιας κατάστασης που μάλλον ανίατη είναι, παρά ιατή.

Όλοι εκείνοι που θα βιαστούν να αντιλέξουν πως χωρίς φωνή τίποτα αλλάζει, ας σκεφθούν τις δικές τους πράξεις, τη δική τους προσφορά στο γεγονός. Καμία, θα προφτάσω, αποδεχόμενος τη διαμαρτυρία εκείνων -των ελάχιστων- που έπραξαν, Διότι κάποιοι όντως έπραξαν, μα είναι τόσο λίγοι…

Καταντά λοιπόν δυσφορία η ίδια και γίνεται κόπος η μάταιη –πλην δίκαιη- αναφορά σε κάθε σφάλμα και είναι τόσα πολλά τα κακώς κείμενα όσες και οι πράξεις που αμελήσαμε να κάνουμε. Όση και η αστείρευτη δύναμη του επικριτικού μας δείκτη.

Μέχρι εκεί.

Οι παρήγορες καταφάσεις, οι ρηχές ομονοήσεις, οι απόλυτες συμφωνίες πως τελικά κάτι πρέπει να αλλάξει είναι επί της ουσίας ‘’άλλα λόγια να αγαπιόμαστε’’ τα πριν από αυτά θα ήταν ‘’Πάμε τώρα να αλλάξουμε τον κόσμο’’ μέσα στον ήλιο, τη βροχή και την αντάρα ενός κράτους που βαριέται, που δυσκολεύεται, που απογοητεύει. Ενός κράτους που συνθέτουμε εμείς οι γενικώς διαμαρτυρόμενοι.

Όλοι συντρέχτες-ένοχοι μίας κατάστασης που διαιωνίζεται. Όλοι πολέμιοι και προδότες συνάμα, σιωπηλοί, όταν εφαρμόζεται το συμφέρον μας.

Και αυτό -θα πει κανείς που κάνω- τι είναι; Δεν είναι και αυτή ακόμα η αναφορά, μία πλάγια κατηγόρια σε ένα σύστημα όπου όλοι συμφωνούν ότι καρκινοβατεί; Όμοιος ομοίω λοιπόν… 

Η απόσυρση έρχεται ως αποτέλεσμα, η απαξίωση η προερχόμενη από τον κάματο φουντώνει –ομοίως- και το στόμα παύει να λέει, απλά το κεφάλι για λόγους ευγένειας συμφωνεί κενά προσυπογράφοντας τα ήδη συμφωνημένα. Το αποτέλεσμα μίας πορείας.

Λόγια υπάρχουν, ιδέες επίσης, οι πράξεις όμως μην απατάσθαι, πήραν εδώ και χρόνια σύνταξη.

Όλοι μαζί σε ένα κύκλο μοιρολογούμε τον νεκρό που οι ίδιοι σκοτώσαμε.

Ο άνθρωπος, η φύση του, η πάστα μας. Όλοι -φταίνε- εκτός από εμάς του παρόντες και ακόμα προσθέτω και εκείνους που θα έρθουν συμφωνώντας με εμάς. Φταίχτης, ο εκείνος χωρίς όνομα, ο νοητός κακός της ταινίας που δεν τελειώνει…

Χρειάζεται ανασύνταξη και κόπος πολύς. Το ζείν δικαίως σημαίνει πολλά, όχι για άλλους στη σχέση τους με εμάς, αλλά για εμάς, στη σχέση μας με τον εαυτό μας. Τεράστια διαφορά.

Πίσω από την αλλαγή πλεύσης, έξω από την ανούσια φωνή, το δίκαιο παρατά την ισχύ του και απλά καταντά ένα κακό κείμενο εν μέσω μυρίων άλλων.

Ουδέν χειρότερο της κατάφασης του κεφαλιού. Ουδέν. Χίλιες φορές η άρνηση επίκρισης, ο αντίθετος διάλογος… η δουλειά χωρίς ήχο! 

Χρειάζεται κόπος όμως, πολύς και όλοι μας δίνουμε το παρόν ασθμαίνοντας. Το σπίτι, η δουλειά, οι φίλοι, τα παιδιά, ο γείτονας που καρφώνει μεσημεριάτικα ξύλα… όλα σπουδαία, καθοριστικά μιας ψεύτικης διάθεσης που παλεύει ‘’ανάταση’’ επί ακμής ξύλου ισορροπούσας.

Αυτό είναι λοιπόν, έχουμε χαμένο από χέρι το αίσθημα του δικαίου, όχι τόσο προς τους γύρω μας, μα προς τον εαυτό μας. Η συμφωνία μας στο ότι κάτι δεν πάει καλά, η υπογραφή μας που καθίζει στο σκαμνί το πρώτο πληθυντικό –που για ξεκάρφωμα αναφέρεται- περισσότερο ενοχοποιεί, παρά καταδεικνύει.

Το ότι, όλοι φταίμε ή ότι είμαστε ‘’τέτοιοι’’ τίποτα δεν κάνει, τίποτα δεν λέει, τίποτα δεν διορθώνει. Η μόνη λέξη που μου έρχεται τον νου είναι εκείνη της ανακύκλωσης ενός επιχειρήματος που δεν είναι καν τέτοιο.

Προσωπικά έπαψα να κατηγορώ τον οποιονδήποτε απλό πολίτη για τα δεινά μας, καταδεικνύω όταν βρίσκομαι εν δικαίω ευατούς, όντας, ένας από όλους εκείνους που εννοούν-κατηγορούν όλοι άλλοι, για το κακό παρόν και το επισφαλές μας μέλλον.