Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Άνθρωπος και δημοκρατία.

Ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε από τη φύση του να είναι δημοκράτης για πολλούς λόγους*. Έγινε(;) όμως, δήλωσε τέτοιος από τη μεγάλη ανάγκη του για συντροφιά. 

Μπορεί η φύση να τον προίκισε με αυτή τη ’’δουλεία’’ -της ανάγκης-, όμως στο βάθος της σκέψης της, δεν προδίκαζε το αποτέλεσμα και ως αποτέλεσμα εννοώ, την ιδιαίτερη συμπεριφορά τού κατασκευάσματός της. Την καλλιεργημένη μορφή τού προϊόντος της, την οποία παρουσιάζει-προτάσσει (''αυτό'', δηλαδή εμείς) σε κάθε κοινωνική συναναστροφή του. Καθημερινά έως σήμερα.

Γαλουχημένος με ιδέες των οποίων οι ρίζες τους ήταν μοναδικές –τόσο, όσο και αυτός ο ίδιος- κοιτούσε τους ανθούς των, (ιδεών) και συνέκρινε. Η σύγκριση ως ενέργεια ανέκαθεν γινόταν αυτόματα, προ πάσης -ηθικής- απαγόρευσης, προ πάσης συστολής και το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε παρά να ήταν-είναι, –σύμφωνα με τον Καστοριάδη- τριπλό.

Ή θα ήταν ίσος (με τον απέναντι), ή ανώτερος, ή κατώτερος. Απόλυτη ισότητα δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει (διότι ουδέποτε υφίσταται μεταξύ δύο ατόμων απόλυτη ομοφωνία, πόσο δε μάλλον σε περισσότερα), άρα ή έπρεπε να υποκύψει ή να επικρατήσει. Η αντιπαλότητα θεωρείται δεδομένη σε κάθε περίπτωση.

Ο εαυτός ταυτίζεται με τις ιδέες μας -δεν πρέπει λησμονούμε το ουσιώδες-, καθώς οι σκέψεις μας γίνονται συνειδητά ή ασυνείδητα στόχοι-επιθυμίες, διαμορφώνοντας, όχι τις εξωτερικές μας αντιδράσεις, τις οποίες καταφέρνουμε -πολλές φορές- και τιθασεύουμε, αλλά το ''κάτω'' μέρος της ύπαρξής μας, εκείνο στο οποίο φωλιάζουν όλα τα ανεκπλήρωτα. Τα τσεκαρισμένα προς υπόμνηση στο διηνεκές.

Το κάθε ανεκπλήρωτο έχει -όσο και να πει κανείς-, την απαλή ιδέα έστω, της απόχρωσης του μίσους. Η λέξη δεν είναι σκληρή.

Η ισότητα μεταξύ ημών, αρνείται κοινό έδαφος και στην πρακτική της μορφή, αλλά και στην ουσιώδη της, αρνούμενη από φυσικού της να φιλιώσει με το διάφορο. Εάν οι νόμοι, οι κανόνες, οι απαγορεύσεις, δεν είναι απόλυτα όμοιοι μεταξύ δύο ανθρώπων, κοινοτήτων, κοινωνιών, εθνών κ.τ.λ. επέρχεται η ρήξη.

Ως τέτοια, νοώ ακόμα και την υποκριτική κατάφαση μεταξύ δύο ανθρώπων, συνεργατών, εραστών ή ακόμα και αγνώστων… Αλήθεια, πότε ομονόησαν απόλυτα δύο άνθρωποι μεταξύ τους; Ποιος άνθρωπος με τον εαυτό του;

Η προϋπόθεση της (εκούσιας) απεμπόλησης των δικαιωμάτων του ενός, καθιστά επισφαλή-ακατόρθωτη, την όποια (ΑΠΟΛΥΤΗ) ομοφωνία. Κάποιος από τους δύο θα πρέπει να δεχθεί το λάθος της όποιας θεώρησής του, είτε αυτή είναι σε απλό καθημερινό ζήτημα είτε σε κάτι βαθύτερο όπως η θρησκεία ή η παραδοχή διάφορων άλλων αξιών, για παράδειγμα...

Η ομαλή συμβίωση μεταξύ μας, επ’ ουδενί απαλείφει το μασκαρεμένο σε απαλή χρονίζουσα διαφωνία, μίσος, το οποίο έρχεται στην επιφάνεια ως ένταση σε μία καλή περίπτωση ή ως οργή, σε κάποια άλλη λιγότερο βολική.

‘’Μα στο έχω πει τόσες φορές’’ ή ''Στο έλεγα αλλά δε με πίστευες'' (!) (Βλέπουμε ότι η όποια προηγούμενη συμφωνία, δεν έχει απαλείψει την άρνηση της ιδέας περί προσωπικού δικαίου)

Επανερχόμενος λέγω, πως δύο πράγματα θα έπρεπε να συμβαίνουν. Ή έχω λάθος και ακολουθώ τη δική σου πορεία στην ζωή (αναγνωρίζοντας το λάθος μου) ή έχω δίκιο και ακολουθείς εσύ τη δική μου.

Βεβαίως τίποτα από τα δύο στην ουσία δεν πρόκειται να συμβεί ακόμα και στην περίπτωση των αμοιβαίων υποχωρήσεων προς την αναγκαία συμπόρευση-συμφωνία-αποδοχή. Όλες οι διαφορές θα εμμένουν στο βαθύτερο βάθος του -αρχαίου- εαυτού μας, περιμένοντας τη σπίθα της δικαίωσης…

Όλα αυτά σε προσωπικό επίπεδο. Υπάρχει όμως και το άλλο, εκείνο της κοινωνίας. Είναι εύκολα αντιληπτό το πόσες οικιοθελείς υποχωρήσεις θα συμβούν ή έχουν συμβεί, ώστε να έρθει η κοινωνία σε ένα γάρμπος.

Η αναζήτηση απόλυτα κοινού εδάφους, κρίνεται πλέον αυτών -των διαφωνιών-, σημασίας ζωτικότατης και η εφεύρεση κοινών εδαφών, ο απόλυτος και πανθομολογούμενος για την ύπαρξή μας, στόχος!

Η θρησκεία είναι το ένα έδαφος, η πατρίδα, η γλώσσα, το ομόφρονο έθνος εν κατακλείδι, το επόμενο. Το πλήθος με το κοινό όνομα και την κοινή γη, την όμοια σημαία,, έχει πλέον ζευτεί σε ένα κύκλο (σύνορο) που θα γίνεται τόσο σφιχτός και αδιατάραχτος, όσο και τα περισσότερα θέματα στα οποία θα συμφωνεί. Σαφές βεβαίως είναι, ότι απόλυτη συμφωνία δεν υπάρχει πουθενά, για αυτό και οι εσωτερικές διενέξεις…

Οι κοινωνίες λοιπόν, θέσπισαν δημοκρατίες πλατιές κατ’ ανάγκην. Ο άνθρωποι μέσα τους όμως αναζήτησαν μικρότερες ομάδες. Όσο λιγότεροι άνθρωποι σε μία ομάδα, τόσο λιγότερες γνώμες και άρα διαφορές, ομοίως και μίση! Άρα ευτυχέστερη ζωή…

Κατόπιν φίλιωσαν (κατά το δυνατόν), συμφωνώντας ότι σε ετούτη την ομάδα που ιδρύσαμε, θα μιλάμε μόνο, π.χ. για ποδόσφαιρο, καθώς υποστηρίζουμε το ίδιο σωματείο κοπτόμενοι για τα ίδια (δικά μας) δίκαια. (Πόσο ανθρώπινο!) Ως φίλοι λοιπόν, αφήνουμε έξω την πολιτική, -επί παραδείγματι- διότι εκεί ανήκουμε –πιθανώς- σε άλλες ομάδες.

Η απόλυτη αποδοχή τού διαφορετικού πλησίον-ανθρώπου και συνάμα του εαυτού μας σε ευρύ-ευρύτατο σύνολο, με ίσο λόγο και δικαίωμα, δίχως κακία, ή ύστερη σκέψη -που από ανάγκη κατευνάζεται-, συνιστά την ουσιώδη, βαθιά, και απόλυτη δημοκρατία.

Ακριβό και δυσεύρετο είδος...



* Πρώτος και κύριος το βαθύ του ένστικτο για επικράτηση έναντι παντός άλλου, δεύτερος η εκ φύσεως ανταγωνιστικότητά του, τρίτος η ανάγκη του για επιβίωση. Σύμφωνα με τον Χομπς Προκειμένου να σταματήσει να αλληλοσπαράσσεται όρισε αρχηγό παραχωρώντας του το δικαίωμα της ζωής και του θανάτου στον ίδιο του τον εαυτό.