Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

Η μία ή η καμία αλήθεια.

Γνωρίζω πως επιμένω εδώ και μερικά χρόνια ότι δεν υπάρχει μία αλήθεια και πιθανώς να μην υπάρχει καν αλήθεια και να είναι όλο αυτό το πανηγύρι -της ταυτοποίησης- μια δικά μας εφεύρεση η οποία καθησυχάζει τοποθετώντας το μέτρο στις συμπεριφορές μας.

Γνωρίζω επίσης ότι κάθε τόσο αναφέρομαι στην ελάχιστη υπαιτιότητα του οποιοδήποτε, για το οτιδήποτε, αναγνωρίζοντας τον τεράστιο αντίλογο ο οποίος μάλιστα δεν έχει μη ισχυρά επιχειρήματα, που όμως κατά την γνώμη μου στηρίζονται στο μέτρο της αληθείας των οποίων με τη σειρά τους μετέρχονται.

Και μέχρι εδώ καλά, αλλά θα έρθει κατόπιν αυτόν, ο οποιοσδήποτε λογικός και θα πει: από την στιγμή που πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει αλήθεια για ποιο λόγο θα θεωρήσουμε τα λόγια σου αληθή… και ομοίως σωστά ή λαθεμένα, διότι και το ορθό και το μη ορθό χρειάζονται μια βάση, μια παγκόσμια σταθερά αντικειμενικώς αποδεκτή ώστε να πατήσουν, κάνοντας μία αρχή.

Εξηγούμαι λοιπόν λέγοντας ότι δεν ισχυρίζομαι περί της μη ύπαρξης της αληθείας σε επίπεδο συμπαντικού εύρους, αλλά περί της σθεναρής εκείνης της προσωπικής, η όποια βασίζεται σε γεγονότα αδιαμφισβήτητα (;) ...μα σαφώς κρινόμενα ως τέτοια από εμάς τους ίδιους και άρα και πάλι από κάποιους αλλόπιστους, μαχητά.

Στο ότι η αλήθεια δεν είναι ίδια σε όλους, το έχουμε θαρρώ αποδεχθεί και προσυπογράψει.

Πίσω λοιπόν από όλες τις εκδοχές της υπάρχει σαφώς κάτι το στέρεο το οποίο όμως σε συμπαντικό επίπεδο (θα ασχοληθούμε με το θέμα σε ένα επόμενο άρθρο) ξεπερνάει τις δυνατότητες μας και αφού τις ξεπερνάει, προκειμένου να υπάρξουμε και να συνεννοηθούμε, δημιουργούμε -εν ομονοία- εμείς μία δικιά μας, πλατιά, η οποία όμως αδυνατεί να έχει το κάλλος και το μεγαλείο της απεραντότητας της φυσικής. 

Πέρα από τις φιλοσοφίες όμως, οφείλουμε να συνεργαστούμε αρμονικά και άρα να μην αποδεχθούμε την μη μοναδική ορθή περίπτωση-εκδοχή, του ενός πράγματος, του ενός θεάματος** (καλά διαβάσατε) της μίας άποψης, της μιας ιδέας, της οποιαδήποτε πράξης, διότι με αυτόν τον τρόπο θα αθωώναμε τους πάντες… Εγκληματίες και μη.

Πάντες θα είμεθα εν δυνάμει μη ένοχοι ακόμα και για την όποια μας πράξη, και δεν μετέρχομαι των επιχειρημάτων του Ντετερμινισμού*. 

Υποβιβάζουμε άρα το ζήτημα -μη καταφέρνοντας να κάνουμε αλλιώς- και το φέρνουμε στα μέτρα μας. Εκεί συμφωνούμε, αποδεχόμαστε και υπογράφουμε. 
  • Από τούδε και στο εξής ''αυτό'', θα βαφτίζουμε αληθές.
Και γιατί αυτό θα έπρεπε να μας στεναχωρεί από τη στιγμή κατά την οποία γνωρίζουμε ότι οι κοινωνίες δεν είναι τίποτα παραπάνω από μπουκέτα απαγορεύσεων;

Για ποιο λόγο θα έπρεπε να νοιώθουμε άσχημα όντας γνώστες της εκούσιας παρουσίας μας στο σύστημα μέσα;

Η απάντηση βρίσκεται στο τι κερδίζουμε και στο τι χάνουμε από το παρών μας εδώ. Στις κοινωνίες εννοώ.

Επί του πρακτέου λοιπόν, μη δυνάμενοι για κάπου αλλού (δεν αναφέρομαι στο χώρο αυτός είναι το έσχατο πρόβλημα) έχει αποφασισθεί και εμείς έχουμε διδαχθεί την αποδοχή των όρων, ίσως μη άξιοι μακριά τους, ίσως φοβούμενοι τον ίδιο μας το εαυτό και την απόλυτη υποκειμενικά εκφραζόμενη ειλικρινή μας ελευθερία...

Ο Χομπς στο τέλος δικαιώνεται...


*     Θεωρία περί της απόλυτης αιτιοκρατίας του κόσμου.
**  Τα όργανα που αποκαλούμε οφθαλμούς είναι αποδεδειγμένα ατελή καθώς καταφέρνουν και συλλαμβάνουν ένα ελάχιστο μέρος του φάσματος της ακτινοβολίας και άρα χάνουν τον πραγματική έκταση της πραγματικότητας και άρα εκείνου που αποκαλούμε αλήθεια.