Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Στο λαγούμι της σκέψης.

Το μαύρο, αφώτιστο και αληθές –για πολλούς- μέρος του εαυτού μας δεν μπορεί παρά να φωλιάζει στα έγκατα, στα όρια της ίδιας συνείδησης, μιας συνείδησης η οποία υπό το βάρος της διαλεύκανσης-απάντησης στο ερώτημα: Ποιος τελικά είμαι, αντιφάσκει καταφάσκοντας, ευρισκόμενη διαρκώς στην περιφέρεια του ορισμού της φαυλότητας ενός κύκλου.

Για να απαντήσει ευθέως με σύνεση και ειλικρίνεια στο ερώτημα οφείλει να αποδεχτεί τους ορισμούς τους οποίους και απορρίπτει-ξορκίζει. Οφείλει να σταθεί στα λόγια και στις έννοιες τις οποίες θεωρεί πλαστές, αναγορεύοντας την πλαστότητά τους, έστω και προς στιγμήν άξια και παραδεκτή ώστε πίσω από την εφήμερη ισχύ του κανόνα τους να βρει την επόμενη αλήθεια.

Μέσα σε μια πλαστή πραγματικότητα δεν μπορεί παρά και οι ορισμοί της να είναι πλαστοί καθώς στηρίζονται σε έννοιες βλιτές, -στη δεδομένη απειροελάχιστη έστω στιγμή, θετικές δηλαδή αποδεκτές- και άρα, στην πράξη αμελητέες από πάσαν κατεύθυνση.

Το μέγα ζήτημα, η παρατήρηση δηλαδή του ‘’είμαι’’, σκοντάφτει σε ένα και κύριο πρόβλημα. Στο εάν θα δω τον εαυτό μου από μέσα προς τα έξω ή από έξω προς τα μέσα και αυτό γιατί η γωνιά, αλλάζει και το νόημα-αποτέλεσμα.

Πρόβλημα βεβαίως, διότι η ορθή παρατήρηση θα ήταν από έξω προς τα μέσα αλλά πλήρως αποστασιοποιημένη εμού, πράγμα επίσης αδύνατον, διότι –όπως θα πούμε και παρακάτω- η σκέψη διακλαδίζεται αναγεννάται και θνήσκει και σε καμία περίπτωση δεν παραμένει ομοία. Οι λόγοι, οι εμπειρίες, τα αποτελέσματα ως διδαχές ή ενδεχόμενα, δεν παύουν όσο η ζωή διαρκεί.

Χρειάζεται λοιπόν η απόταξη ακόμα και του ελάχιστου μέρους της ιστορίας μου αλλά και ακόμα και της ιστορίας που με περιβάλλει διότι και οι δύο σφύζουν αιτιών, αιτίων οι οποίες κάθε άλλο παρά αμερόληπτες είναι…

Μονάχα ένα άτομο το οποίο παρατηρείται από ένα τρίτο έξω από τον κύκλο επιρροής του, χωρίς ίχνος εμπάθειας και άρα αποστασιοποιημένο και αυτό με την σειρά του από κάθε λόγο και αιτία, μπορεί ενδεχομένως να καταφέρει το δύσκολο.

Είναι γεγονός ότι το ‘’είμαι’’, είναι, ένα σύνολο αποφάσεων, και ακολούθως ένα αποτέλεσμα γαλούχησης. Είναι –το ‘’είμαι’’-, ένα πλάσμα παντελώς διάφορο στο βαθύ ‘’μέσα’’ από το ελαφρύ διαχειρίσιμο ‘’έξω’’.  Ας φανταστούμε για παράδειγμα την κίνηση του υγρού σε ένα κύλινδρο που κινούμε. Πόσο εύκολα και πολύ κινείται το υγρό στην επιφάνεια και πόσο δυσκολότερα στον πάτο... στην βάση της συναίσθησης ή άγνοιας του ''εγώ''. Όπως το προτιμάτε. 

Το συναίσθημα και αυτό πλαστό ως είναι, διαμορφώνει. Από αυτό συνάγουμε, ανάγοντας τους λόγους ως πρωταρχικούς γενεσιουργούς παράγοντες, κανόνες διαμόρφωσης χαρακτήρων. Σαν από λάθος θα λέγαμε, καθώς άπαντες οι λόγοι και άπασες οι αιτίες, διατηρούν στο ακέραιο την πλάνη ή την εμπάθεια της κρίσης του εκάστοτε υποκειμένου.

Το ερώτημα θα παραμένει. Το ‘’εγώ’’ είναι η αίσθηση του εαυτού μου προς εμένα ή η κεντρική ιδέα της άποψης των ανθρώπων που αποστασιοποιημένοι μιλούν, πλην εμού, για εμένα.

Η απόκλιση μεταξύ των δύο χαρακτηρισμών θα είναι χαώδης καθώς το ‘’εγώ’’ μεροληπτεί σχεδόν ασυνείδητα αναλύοντας τους λόγους πριν ακόμα γίνουν σκέψη, λαμβάνοντας το αποτέλεσμα ως επακόλουθο καθ’ όλα φυσικό. Ενώ η άλλη η άποψη των πάντων συναντά τον μέσο όριο της αλήθειας, της αλήθειας εκείνης η οποία καταρρίπτει την αξία της, μη μία ούσα.

Και όμως ένας τρίτος παρατηρητής, θα είχε τη δυνατότητα έξω από τον κύκλο της όποιας ιστορίας, να κρίνει μετερχόμενος ως μέσον τη μία και μόνη άριστη σκέψη του, υπό την προϋπόθεση, ότι αύτη θα συντελείτο άπαξ δια παντός, καθόσον δεν υπάρχει σκέψη μη εξελίξιμη και άρα απέχουσα της όποιας βιωματικής ενστικτώδους συναίσθησης.

Η στιγμή, η ώρα και το λεπτό της πράξης, παίζουν σπουδαίο ρόλο καθώς ουδείς πορεύεται άνευ διαφοροποίησης στον χρόνο...