Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Σχέσεις δηλητήριο. Νο 2

Σε συνέχεια του παλαιότερου άρθρου μου Σχέσεις Δηλητήριο, (για να διαβάσετε πατήστε εδώ. Προτείνεται.) πρόκειται να αναφερθώ -προσεγγίζοντας με εντελώς αλλιώτικο τρόπο το ζήτημα-, στην παθολογία των ατόμων που χαρακτηριστικά λέμε ότι δεν μπορούν να ανήκουν πουθενά.

Πράγματι το κάνουν, όμως μία μερίδα από αυτά, αναρωτιέμαι, εάν θα μπορούσαν να πράξουν διαφορετικά, εάν θα είχαν τη δυνατότητα να ακολουθήσουν άλλο δρόμο. 

Όπως καταλαβαίνω και εγώ, αλλά και εσείς, όποιος προσπαθεί να υπεισέλθει στον ψυχισμό του οποιοδήποτε το κάνει με τεράστιο ρίσκο εάν είναι μη επαγγελματίας (ψυχολόγος) και με προσοχή υπό τον ελλοχεύοντα κίνδυνο του ανθρώπινου λάθους εάν είναι του επαγγέλματος, άρα, οφείλουμε πάντα να κρατάμε τις δέουσες αποστάσεις.

Ας πάρουμε τα πράγματα από πολύ νωρίς, ώστε να μπορέσουμε να καταλάβουμε...

Μέχρι την ηλικία των δύο (2) ετών αγόρια και κορίτσια χαράσσουν στην άδηλη μνήμη τους, περιστατικά, συμπεριφορές, προσωπικά συμπεράσματα. Άδηλη θεωρείται –αναφέρω για τους μη γνωρίζοντες- η μνήμη εκείνη η οποία δρα ασυναίσθητα, ακαριαία, δίχως καμιά προσπάθεια. Θα μπορούσαμε να τη πούμε και ενστικτώδη. Είναι η μνήμη εκείνη η οποία μας θυμίζει για παράδειγμα τον τρόμο κατά τη διάρκεια ενός σεισμού ή τις καλές ή κακές αναμνήσεις από τη θέα μιας συμπεριφοράς. 

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι στην άδηλη μνήμη δεν έχουμε τη δυνατότητα να επέμβουμε.

Ειρήσθω εν παρόδω, άλλη μας μνήμη εκείνη που όλοι γνωρίζουμε, επεξεργαζόμαστε και χρησιμοποιούμε είναι η έκδηλη.


Συνοπτικά, ανάλογα με τον τρόπο που μεγάλωσε ο κάθε ένας από εμάς μπορεί να καταταγεί σε μία από τις παρακάτω κατηγορίες, έχοντας μεγάλες πιθανότητες να δημιουργήσει δύο τύπους σχέσεων με τους εκάστοτε συντρόφους του. Τους ασφαλείς και τους μη ασφαλείς.
  • Σχέση ασφαλούς δεσμού. Αναφερόμαστε ουσιαστικά στο δεσμό εκείνο μέσα στον οποίο το παιδί βίωσε τη φροντίδα την αγάπη και την ασφάλεια των γονέων του. (καλύπτει το 55-60% των ατόμων περίπου)
  • Μη ασφαλείς δεσμοί: Σε αυτή την κατηγορία υπάγονται οι 4 ακόλουθες περιπτώσεις.

α) ΑνασφαλήςΑποφευκτικός δεσμός. περίπτωση κατά την οποία το παιδί έχει βιώσει την απομάκρυνση των γονέων του, την εγκατάλειψη, όχι απαραίτητα εκείνη που εμπίπτει σε …ποινικό κώδικα αλλά την αδιάφορη σχέση του μαζί τους, την απόμακρη, τη μη ασφαλή επικοινωνία. Εκείνο το διαρκές, ''άσε με τώρα''. Το ''φτιάξε το μόνος /η σου μπορείς'', (που πολλές φορές επικροτήσαμε ακόμα και ως γονείς σε λίγες περιπτώσεις ευελπιστώ) σε ευρεία κλίμακα βεβαίως και επί μακρόν. (καλύπτει το 20-30% των ατόμων περίπου) *

β) Αμφιθυμικός Δεσμός. Εκείνος ο δεσμός με τον οποίο το παιδί δεν ήταν σίγουρο για τις διαθέσεις των γονέων του. π.χ. θα με μαλώσει για την πράξη μου ή θα μου πει μπράβο. Κάποτε βίωνε την αγάπη με όλα της τα επακόλουθα και κάποτε όχι. Πάντοτε προσπαθούσε μη γνωρίζοντας το αποτέλεσμα. Ελπίζοντας στην καλή κουβέντα. (καλύπτει το 5-15% περίπου του πληθυσμού)**

γ) ΑποδιοργανωμένοςΑλλοπρόσαλλος δεσμός. Ο δεσμός στον οποίο δεν υπάρχει καμία λογική. Κανείς δεν ξέρει την αντίδραση κανενός, η οποία αντίδραση ενδέχεται να επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες προβλέψιμους ή μη. Ίσως ο χειρότερος-δυσκολότερος από όλους. (καλύπτει το 10% των ατόμων)***

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να πάμε λίγο πιο πίσω τονίζοντας τη φυσική έλξη του παιδιού προς τη μητέρα. Τον άρρηκτο φυσικό δεσμό τους. Το παιδί μπορεί να απομακρυνθεί για παράδειγμα από κοντά της παίζοντας, εξερευνώντας τον χώρο, μα μόλις νοιώσει κίνδυνο επιστρέφει στην ποδιά της θα λέγαμε. Αυτό συμβαίνει ασφαλώς και σε μεγαλύτερες ηλικίες ακόμη και σε εμάς τους μεγάλους όπου σε μια δύσκολη κατάσταση επιλέγουμε την οικογένεια για συμπαράσταση-σιγουριά

Όλο αυτό λοιπόν -το παιδικό πηγαινέλα-, εκτός από μια μαγική ομορφιά εμπεριέχει μια ασπίδα προστασίας στο υποκείμενο, ένα ασφαλές λιμάνι για κάθε παιδί. Είναι με άλλα λόγια το φυσικό του σωσίβιο σε κάθε κακό νερό. Φανταστείτε τώρα, την ώρα όπου το παιδί γυρνάει τρομαγμένο στην μάνα του να βρει την πόρτα της κλειστή! Εκείνη να ασχολείται με κάτι σημαντικό –δεν λέω- για την ζωή της που να μην προλαβαίνει να ικανοποιήσει την ανάγκη του παιδιού και όπως καταλαβαίνετε δεν μιλάω για μία φορά που μπορεί να τύχει σε όλους μας αλλά μία παγιωμένη κατάσταση δυσκολίας-βαρεμάρας-υποτίμησης του γεγονότος.

Πέραν αυτού φανταστείτε εμάς όπου με διαμορφωμένο ήδη χαρακτήρα, όντες και ούσες ισχυροί/ες, σε μια δύσκολη κατάσταση να ζητήσουμε βοήθεια από το οικογενειακό μας περιβάλλον και να μας την αρνηθεί προφασιζόμενο κάποια δικαιολογία... Απογοήτευση το πρώτο συναίσθημα και η επόμενη σκέψη ''Πού να πάω;''

Είμαστε από τη φύση μας κουρδισμένοι -θα έλεγα- να επιστρέφουμε σπίτι. Όταν όμως η πόρτα είναι κλειστή και έχουμε τη νόηση του δίχρονου πλάσματος, φανταστείτε εκ νέου, το μπέρδεμα, την αποδιοργάνωση, τον φόβο, την αμφιβολία που ξεχειλίζουν από ψυχή του… Ξεχειλίζουν, μα δεν εκφράζονται από τα χείλη που δεν γνωρίζουν τις λέξεις. Καταγράφονται όμως οι αντιδράσεις των γονέων στην ΑΔΗΛΗ μνήμη του ως συναγερμός. η φύση το προστάζει, το ένστικτο που θέλει να το κρατήσει στη ζωή.

Και είναι όντως τρομερό…

Στο σημείο αυτό αν σκεφθούμε ίσως κάποιοι από εμάς να μπορέσουν να ταιριάξουν μνήμες, περιστατικά στα οποία ενδεχομένως ενεπλάκησαν ως γονείς-δράστες ή ως παιδιά-θύματα.

Τίποτα γενικώς δεν πάει χαμένο, κάπου καταγράφεται και μας ακολουθεί από την κούνια μέχρι τον τάφο... **** 

Παράδειγμα: Ο πατέρας ενός πεντάχρονου δέρνει το παιδί του επειδή αρνείται να τον υπακούσει π.χ. για να φάει το φαγητό του. Το παιδί αντιδρά στραβώνοντας τα μούτρα του.

Ανάλυση. Ο ίδιος πατέρας -του πεντάχρονου- ως μικρός είχε ένα πατέρα αυστηρό που τον έδερνε με κάθε ευκαιρία. Κάθε φορά που σήκωνε λοιπόν το χέρι του, ο πατέρας τού σημερινού πατέρα, στράβωνε το μούτρο του. Η έκφραση αυτή (το στράβωμα του μούτρου) έχει περάσει στην άδηλη μνήμη του τότε παιδιού και σημερινού -ως είπαμε- πατέρα, ως προπομπός κινδύνου (του χαστουκιού που θα δεχόταν) ανασύρονται λοιπόν αυτόματα στο μυαλό του ενήλικα (σήμερα) μηνύματα κινδύνου, άμυνας και αντίδρασης. Καθαρό ένστικτο. Επιτίθεται λοιπόν και δέρνει.
Ο σημερινός πατέρας -θα πρέπει να τονίσουμε- μάχεται περισσότερο τη μορφή του παιδιού του, τους κινδύνους που θεωρεί ότι επιφέρει αυτή, παρά την άρνησή του και αυτό χωρίς να το καταλαβαίνει, χωρίς να το εμπεδώνει, εντελώς αυθόρμητα! 

* Ο πατέρας ή η μητέρα ζητούσε υπερβολικά πράγματα από το παιδί. Το παιδί αφηνόταν μονάχο, βίωνε την ανασφάλεια της μη αποδοχής, της απόρριψης. Κάλλιστα υπάρχουν συνειρμοί κλειδωμένοι αντιδράσεις των γονέων με αρνητικό πρόσημο που πληγώνουν. Κουβέντες ενδεχομένως ειδοποιοί τα οποία όλα θα συνδράμουν στις μετέπειτα σχέσεις του ατόμου... Οι γονείς συνήθως απουσίαζαν (όχι μόνο με την φυσική απουσία τους) με αποτέλεσμα το παιδί να νιώθει μόνο, να μαθαίνει μόνο, να πιστεύει ότι στη ζωή είμαστε μόνοι.
Σε πειράματα τα οποία έγιναν από έναν υψηλό αριθμό τυχαίων γονέων τα παιδιά αυτών που διατηρούσαν απόσταση με τα παιδιά τους (έως δύο χρονών), τα παιδιά σχεδόν δεν αντιδρούσαν όταν οι γονείς έφευγαν μαθημένα όντα και αντιμετώπιζαν με όμοιο τρόπο μια ξένη προς αυτά -φιλική- γυναίκα. (!) Ομοίως παρέμεναν απαθή και μετά την επιστροφή του γονέα.

** Οι γονείς συμπεριφερόταν ανάλογα με τις διαθέσεις τους. Αδυνατούσαν να κρατήσουν μία σταθερή στάση (πιθανώς από άγνοια), με αποτέλεσμα για την ίδια ή συναφή πράξη στο μυαλό του παιδιού να υπήρχε διάφορη αντίδραση. Το παιδί μπερδευόταν, καθώς δεχόταν πότε αγάπη και πότε επίπληξη. 
Παιδιά τέτοιων γονέων όταν οι γονείς τους απομακρυνόταν από το δωμάτιο παρέμεναν ήρεμα αλλά μόλις οι γονείς επέστρεφαν,  πότε έκλαιγαν ξαπλώνοντας κάτω, πότε ήθελαν αγκαλιά και πότε κτυπούσαν τον γονέα φωνάζοντάς του.

*** τα παιδιά αντιδρούσαν δίχως καμία λογική στην επιστροφή του γονέα. μπορεί να κτυπούσαν τον τοίχο μπορεί να ξάπλωναν γελώντας ή μπορεί να έκλαιγαν... Μπορεί να παρέμεναν αδιάφορα και να ξεσπούσαν αργότερα δίχως εμφανή λόγο.

Σημ. Το πείραμα περιελάμβανε την μητέρα με το παιδί (έως δύο χρονών) να παίζει, αμέσως μετά να φεύγει και το παιδί να μένει μόνο τους, κατόπιν να έρχεται μία ξένη γυναίκα να ασχολείται μαζί του, να φεύγει και αυτή την ώρα που επέστρεφε η μητέρα. Όλες οι εναλλαγές ανά τρίλεπτο.

**** Βεβαίως από φιλοσοφικής άποψης το γεγονός απενοχοποιεί διότι ποιος ευθύνεται για  τις δράσεις των άλλων στον ανήμπορο εαυτό του, αυτή όμως είναι μια άλλου είδους προσέγγιση.
Συνεχίζεται…