Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Η περί καλοσύνης διάθεση.

Επιμένω και θα εξακολουθήσω να το κάνω, ότι τελικά εκείνο που εξάπτει τη θέληση, τη φαντασία και δίνει ώθηση στη σχέση είναι η ιδέα που έχει ένας για τον άλλον.

Ο κάθε ένας, για τον εαυτό του και μόνον φαντάζεται, ότι είναι κάτι το ξέχωρο για το υπόλοιπο μισό της σχέσης του, κάτι που όσο πιο ψηλότερα βρίσκεται τόσο το καλύτερο.

Θα έλεγε ακόμα κανείς ότι παίρνουμε δύναμη από την εντύπωση που φανταζόμαστε ότι δίνουμε στον άντρα ή την γυναίκα που στέκεται πλάι μας και έξω από αυτό, προσπαθούμε με κάθε τρόπο να συντηρήσουμε αυτή του την εντύπωση. Για εμάς τους ίδιους μην απατάσθε... 

Τις περισσότερες φορές -θα τολμήσω να πω- ότι η εντύπωση αυτή, η ιδέα εάν προτιμάτε δεν έχει μεγάλη σχέση με την πραγματικότητα, καθώς για ένα διάστημα (που ποικίλει από άνθρωπο σε άνθρωπο) καταφέρνουμε και υποδυόμαστε τον άνθρωπο, τον ρόλο που επιθυμούμε ώστε να διατηρήσουμε τον θαυμασμό στα μάτια του συντρόφου μας.

Δεν ξέρω κατά πόσο είναι κακό όλο αυτό το παιχνίδισμα-ανάγκη1.

Κάποιοι μπορεί να βιαστούν να καταδικάσουν, άλλοι να συνηγορήσουν.

Η κάθε πλευρά έχει τα δίκια της, διότι η μεν πρώτη θα ψέξει μιλώντας για μια καθαρά υποκριτική συμπεριφορά και η δεύτερη, για μια εκ βαθέων ανάγκη ίσως όχι (οριστικής, πώς θα ήταν δυνατόν άλλωστε) αλλαγής (του χαρακτήρα) μα σίγουρα μιας τίμιας2 θέλησης.

Ο ερώμενος επιθυμεί διακαώς τη δικαίωση, το έχουμε αναφέρει και σε άλλα άρθρα, τη δικαίωση στα μάτια τού συγκεκριμένου προσώπου κυρίως και κατόπιν, σε εκείνα του περίγυρου του/της (κατά προτίμηση) Προς έμμεση επικρότηση πάλι.

Αυτός ο δεύτερος εαυτός προέρχεται από μια ανάγκη για δικαίωση. ‘’Τελικά είμαι καλός’’ έστω για έναν άνθρωπο, συμπληρώνει και ποιος είναι εκείνος που δεν θέλει να είναι καλός, ποιος είναι εκείνος που δεν θέλει να είναι πίσω από την καλοσύνη του αρεστός/η. Κανείς, όλοι επιθυμούμε την ευαρέσκεια των άλλων…

Όλοι κινούμεθα μέσα στον χώρο μιας υπόθεσης και μιας καλοσύνης που στη βάση της τρίζει. Μπορεί να είναι κακό υπό την έννοια της μη ειλικρίνειας αλλά και καλό υπό την άλλη (υπόθεση) της προσπάθειας, της προσπάθειας ακόμα και για τον ένα ή την μία αποδέκτη.

Τελικά ως δεδομένο θα πρέπει να θεωρήσουμε προσυπογράφοντας εκείνο που πολλές φορές έχουμε αναφερθεί στη σειρά των παρόντων άρθρων.

·  Ο έρωτας γεννάται από εμάς τους ίδιους για εμάς τους ίδιους.

·  Τον εαυτό μας ερωτευόμαστε στο πρόσωπο που τον αναγνωρίζει και καταλήγουμε να έχουμε τόσο ανάγκη το πρόσωπο αυτό που ξεχνάμε το βαθύτερο νόημα.

Ας κοιτάξουμε λίγο μέσα μας.

Θα μπορούσαμε να αντέξουμε-υποστούμε, την αποκήρυξη του/της αγαπημένης μας;

Και εάν ναι για πόσο;

Όλες οι προσπάθειες που θα κάναμε θα είχαν στόχο την αναβάθμιση και την δικαιολογία του προσώπου μας στο δικό του/της;

Θα ανησυχούσαμε για την εικόνα μας στα μάτια του/της;

Εάν ναι, γιατί;

Κανονικά θα έπρεπε να νοιαζόμαστε για εκείνη και πίσω από αυτό μας το νοιάξιμο να βελτιώναμε τις πράξεις μας. Να τις φέρουμε σε μία αντιστοίχιση με τα λόγια μας ενδεχομένως…

Οι περισσότερες σχέσεις από εκεί φθίνουν. Από την εικόνα τη δική μας στα μάτια του άλλου. ‘’Σιγά το νέο’’ Θα βιαστούν πολλοί…

Η δική μας απομάκρυνση όμως οφείλεται κυρίως σε αυτή την αποκαθήλωση. Εφ’ όσον αντιληφθούμε ότι δεν μπορούμε να αποκτήσουμε εκ νέου τον θαυμασμό του/της αποσυρώμεθα (σε πολλές περιπτώσεις) αναζητώντας κάπου αλλού τη χαμένη μας αίγλη…

Μπορεί με την πάροδο των ετών να βελτιωνόμαστε, αλλά και αυτό το κάνουμε πίσω μια αδιόρατη –ενδεχομένως-, αλλά σίγουρα εγωιστική διάθεση, από τον ασίγαστο πόθο του εαυτού μας για θαυμασμό.

Ήδη γνωρίζουμε ότι χαιρόμαστε περισσότερο την παρουσία μας δίπλα σε ανθρώπους που μας δέχονται ή μας θεωρούν έξυπνους. Αυτό από μόνο του μιλάει για πολλά και για τον εαυτό μας, αλλά και για τις προσπάθειες που καταβάλουμε ώστε να διατηρήσουμε αυτήν μας την εικόνα…

Στο σημείο αυτό μπερδεύεται η υποκρισία με την ευγενή προσπάθεια συνομολογώντας οι δύο, μία ανάγκη.

Στην ανάγκη αυτή θα πρέπει να εστιάσουμε. Η ανάγκη αυτή χρίζεται εχθρός και πολεμάται μονάχα με τη γνώση του εαυτού μας.


Ανάγκη, γιατί διότι πίσω από την πράξη κρύβεται μία απαίτηση της ψυχής για πλήρωση και γιατί όχι για ανάπαυση σε μία αγκαλιά που έλκει. Το επιχείρημα με ή χωρίς δικαιολογία, στέκει ολόρθο. Το υποκείμενο θέλει, εάν το κάνει ορθά ή εσφαλμένα είναι μια άλλη συζήτηση.

2 Η τιμιότητα της θέλησης, ποσώς ασχολείται με το περί δικαίου ερείσματος αυτής, αντιθέτως απολαμβάνει εξ ολοκλήρου την επιταγή της γεννήσεώς της. Δεν υπάρχει μη δίκαιη ενόρμηση, σε άλλη περίπτωση θα ενοχοποιείτο ακόμα και η αφετηρία της σκέψης, της ιδέας, του ένστικτου.