Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Το δίκαιο ως μέσω επιβολής.


Η κοινωνία στηρίζεται σε κάποιους κανόνες, αυτό είναι σε όλους γνωστό. 

Η ατομικότητα όπως αρχικά μπορεί να θεωρηθεί, σωστό, δεν προηγήθη της κοινωνίας καθώς ο άνθρωπος εξέλαβε την ανθρωπιστική υπόστασή του μέσα από το σύνολο συναναστροφής με τους ομοίους του. Δίχως αυτούς (τους συντρόφους) θα παρέμενε ένα ‘’ζώο’’ με τα ‘’ευγενή’’ ένστικτα της αγέλης. Στην καλύτερη περίπτωση.

Ευθύς εξ’ αρχής, οι συναθροισμένες οικογένειες, φυλές, έπαιξαν τον ρόλο της πρώτης κοινωνικής συνοχής και θεσπίστηκαν οι πρώτοι άγραφοι κανόνες, σχεδόν δίχως δεύτερη σκέψη.

Το αυτονόητο κοινό αποδεκτό, ήταν και το σωστό.

Ο άνθρωπος ως άτομο είναι μοναδικό, καθώς έχει μία και μόνη ταυτότητα η οποία προέρχεται από το σύνολο των ρόλων τους οποίους εκών-άκων διαχειρίζεται.

Είμαι πατέρας, υπάλληλος, φίλαθλος. Τρεις ρόλοι, αποδεκτοί και πιστά υπηρετήσιμοι. 

Στο σύνολο της συμπεριφοράς του ο οποιοσδήποτε μπορεί προσμετρήσει ακόμα και μερικές χιλιάδες ρόλων μια και η κάθε του κίνηση ή η κάθε του σκέψη, απαιτεί και έναν ακόμη.

Αποποίηση ρόλου δεν υφίσταται υπό την έννοια της κενής θέσης. Αφήνοντας ένα ρόλο, αυτόματα λαμβάνουμε ένα άλλο. Π.χ. Είμαι παντρεμένος και χωρίζω. Μπορεί να χάνω τον ρόλο που ‘’έπαιζα’’ –παντρεμένος- για ένα διάστημα της ζωής μου, αλλά αυτόματα με την έκδοση του διαζυγίου μου αποκτώ έναν άλλο, εκείνο του χωρισμένου.


Μετά από εκείνο το λεπτό (της υπογραφής του διαζυγίου) διαχειρίζομαι αλλιώς τη ζωή μου καθώς με τρόπο αυτόματο-υποσυνείδητο (πριν προλάβω να αρθρώσω κουβέντα) στο βάθος του μυαλού μου έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία αλλαγής συμπεριφοράς. Το εάν αυτή θα περάσει με τρόπο εμφανή στον κοινωνικό μου περίγυρο είναι θέμα εντελώς διάφορο.


Το σημαντικό είναι ότι η ιδέα της υποχρέωσης της αλλαγής νοοτροπίας (σε σχέση με το προαναφερθέν παράδειγμα) έχει περάσει με τρόπο αμετάκλητο στο υποσυνείδητο, καθώς το υποκείμενο δεν νιώθει πλέον υπόλογο στη συνείδηση (τη δική του) και στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις δεσμεύσεις της κοινωνίας για τα άτομα τα εντός γάμου.

 ‘’Απολογείται’’ πλέον και σε όλους όσους γνωρίζουν τον ρόλο το οποίο πρέπει να έχει ο κάθε χωρισμένος. Πχ. Καλά, ελεύθερος άνθρωπος κάθεσαι μέσα το σαββατόβραδο;

Έχει λοιπόν σημασία όχι μόνο η ίδια γνώμη για τον ρόλο που εκπληρώνουμε αλλά και εκείνη της κοινής γνώμης. Ίσως εκείνη της κοινής γνώμης περισσότερο!

Τώρα το υποκείμενο οφείλει να ακολουθεί τη ζωή του χωρισμένου-απεμπλεγμένου. Αλλιώτικες υποχρεώσεις (στο άτομό του). Ο περίγυρος περιμένει-επικροτεί (σχεδόν επιβάλλει) την αλλαγή πλεύσης. Μη αλλαγή, σε πολλές περιπτώσεις σημαίνει ακόμα και ενοχές. 

Αναφέροντας ένα ακόμα παράδειγμα θα έλεγα ότι κείνος ο οποίος έχει ένα γρήγορο-αγωνιστικό αυτοκίνητο υποδύεται αυτόματα τον ρόλο του ραλίστα. Του ανθρώπου που ξέρει να οδηγεί καλά και αναγκάζεται (από τον ρόλο που έχει αναλάβει) να το αποδεικνύει σχεδόν σε κάθε πρόκληση κάνοντας ''κόντρες''! Ο ίδιος άνθρωπος με ένα απλό αυτοκίνητο θα οδηγούσε πιο συνεσταλμένα διότι δεν θα είχε τίποτα να αποδείξει σε κανέναν.

Με όλα αυτά θέλω να τονίσω το ιδιαίτερο χρώμα που έχει η συναίσθηση της ευθύνης, της ενοχής, του λάθους τόσο στο άλλοθι του υποκειμένου στο ρόλο που τάσσεται να υπηρετεί, όσο και στην συμπεριφορά του. Το υποκείμενο οφείλει να εκπληρώνει τον ρόλο του!

Μπορεί ο οποιοσδήποτε να κάνει οτιδήποτε, καλό ή κακό, (υπερβάλλοντας ''υποδυόμενος'' τον ρόλο του) αλλά βαθιά του γνωρίζει εάν αυτό που κάνει είναι σωστό ή λάθος. Στην περίπτωση εκείνη που δεν είναι σίγουρος, απλά υποθέτει (υποσυνείδητα) και αυτό, επίσης αρκεί.

Μία μεγάλη μερίδα ανθρώπων στέκεται πίσω από όλα εκείνα τα ηθικά ‘’πρέπει’’ και δρα αναλόγως. Κάνει εκείνο που πρέπει να κάνει και όχι ίσως εκείνο το οποίο το ένστικτο θα οδηγούσε.

Αυτό θα μπορούσε να είναι μία καλή περίπτωση-απόδειξη της αναγκαιότητας των νόμων αλλά και μία εξ ίσου κακή με την αποδοχή της ιδέας ότι η ηθική δεν έχει φτάσει στο επίπεδο εκείνο όπου θα ακυρώνει το από γεννησιμιού μας ένστικτο του –κακού- δράστη. ( Ως δράστης νοείται ο κάθε πράττων το οτιδήποτε)

Ο εξανθρωπισμός  με την έννοια της αλλοίωσης του κακού ένστικτου επέρχεται με την αποδοχή του ατόμου μας στη κοινωνία. Δείχνουμε ωστόσο μία περίεργη συμπεριφορά σε περιπτώσεις όπου το ΕΓΩ απενοχοποιείται.

Θα έλεγα ότι μονίμως τιθασεύουμε τις επιθυμίες μας πίσω μία γενικώς αποδεχούμενη κατακραυγή σε συνδυασμό πάντα με τους ηθικούς μας φραγμούς. (η ποσόστωση έχει μέγα ενδιαφέρον) 

Ο κόσμος. Τι θα πει ο κόσμος. Τι γνώμη θα έχει για εμάς ο διπλανός, το σύνολο της ομάδας, ο περίγυρος, η κοινωνία…

Γινόμαστε εργαλεία (και καλώς σε πολλές περιπτώσεις) των νόμων αλλά και των ανθρώπων τους οποίους αποδεχόμεθα ως ‘’ειδικούς’’. Δεν υπάρχει βεβαίως κάτι το παράλογο στην όλη διαδικασία, απλά επισημαίνω τα συμβαίνοντα. Π.χ. κανένας μη γνώστης δεν θα μπορούσε να επέμβει στον πιλότο ενός αεροπλάνου λέγοντάς του ότι δεν οδηγεί σωστά…

Πού θέλω να καταλήξω;

Αφ’ ης στιγμής ο οποιοσδήποτε αναγνωρίσει την ανωτερότητα κάποιου σε κάποιο τομέα και ακολουθήσει τις εντολές του, απενοχοποιείται!

Έχει τη δυνατότητα να κάνει όλα όσα εκείνος δεν θα έπραττε φοβούμενος (ενδεχομένως) τις επιπτώσεις του νόμου κατά κύριο λόγο ή κατά δεύτερο  τις μομφές της συνειδήσεώς του. Μπορεί και ανάποδα...

Πίσω από τη διαταγή που υποχρεώνει την πράξη, το μεγαλύτερο μέρος των διατασσομένων θα ξεπερνούσε τους ηθικούς του φραγμούς βρίσκοντας άλλοθι για τις πράξεις εκείνες που ίσως βαθιά του ‘’σπαρταρούσαν’’.

Η καταπίεση του ΕΓΩ, δεν μπορεί πάντα σημαίνει άρνηση με την έννοια της κακώς τελουμένης, μια όπως είπαμε προσφάτως εμείς και πολύ παλαιότερα ο Χομπς, ο άνθρωπος είναι και θα παραμένει ζώο με βαθιά ένστικτα.

Οι νόμοι και ακολούθως η ένταξη μας στις κοινωνίες, έχουν λειάνει  την οξύτητα των γωνιών που θα άφηναν να έρθουν στην επιφάνεια τα αρχέγονα ένστικτά μας. Προς απόδειξη τούτων, το πείραμα του MILGRAM* όπου οι συμμετέχοντες-εθελοντές, δικαιολογούσαν την πράξη του πόνου (με βαθμιαία αύξηση ηλεκτρισμού) που προκαλούσαν σε συνανθρώπους τους, πεπεισμένοι ότι εκτελούσαν διαταγές!

Όλοι εκείνοι ήταν κάποιοι από εμάς οι οποίοι ξεπερνούσαν τους ηθικούς φραγμούς τους θεωρώντας ότι ολόκληρη η υπόσταση τους γινόταν εργαλείο στα χέρια τού ειδήμονος τον οποίο και είχαν αποδεχθεί –ως τέτοιο, αξιότερο αυτών- και άρα εκείνοι δεν έφεραν καμία ευθύνη!

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ειδήμων γιατρός και ο άνθρωπος που υποτίθετο ότι δεχόταν τις ηλεκτρικές κενώσεις, δεν ήταν τίποτα άλλο, από ηθοποιοί και τα μηχανήματα τα οποία έδιναν ρεύμα, απλά δεν έκαναν τίποτα. Μονάχα λαμπάκια άναβαν.

Οι φωνές του πόνου όμως και τα παρακάλια ακουγόταν!

Οι δράστες εξελάβμαναν ως αληθείς πάσες τις αντιδράσεις.

Οι εθελοντές ενεργούσαν όμως καλυπτόμενοι πίσω από το δίκιο που έδιναν στον εαυτό τους ελλείψει ενοχών

«Ο γιατρός με έβαλε. Πρέπει να το κάνω. Η ευθύνη είναι καθαρά δική του.»

Ο ένοχος γενικώς χάνει το δίκιο του λόγω της ενοχής του, ο αθώος όμως δεν ενέχεται, άρα δικαιούται την πράξη του. Το εργαλείο-άνθρωπος που εκτελεί διαταγές αποποιείται των ενοχών του ακόμη και εάν δεν συμφωνεί με τις πράξεις του και παραμένει -έστω και κατόπιν σκέψεως- αθώος στην συνείδηση του.

Βεβαίως για όλα αυτά υπάρχει και κάποιο μέτρο και αυτό είναι το σημείο εκείνο στο οποίο η λογική επαναστατεί ενάντια σε κάθε επιβολή. Μέχρι εκείνο το όριο όμως, το υποκείμενο αποδέχεται και ενεργεί.

Στο σημείο αυτό ενσκήπτει ένα άλλο θέμα.

Για ποιο λόγο η συνείδησή του εθελοντή δεν επαναστατούσε νωρίτερα;

Για ποιο λόγο έπρεπε να φτάσει εκεί που έφτασε (στο θάνατο του συνανθρώπου) ώστε να πει το μεγάλο ‘’όχι’’;

Η απάντηση σε όλα αυτά είναι ότι μέχρι το σημείο εκείνο σχεδόν απολάμβανε-ανεχόταν. 

Η λέξη ‘’απολάμβανε’’ ακούγεται κυνική και ίσως κακιά, όμως δεν μπορούμε να την αντικαταστήσουμε. Επιεικείς όντες μπορούμε να εστιάσουμε περισσότερο στην άλλη. Ανεχόταν. Αποδεχόταν το νέο του ρόλο. Εκείνον, του εν δικαίω, δημίου!

Ανεχόταν λοιπόν διότι το παλαιό ένστικτο είχε βρει τρόπο δίκαιο να έρθει στην επιφάνεια. Είχε βρει τρόπο να δικαιολογήσει την ύπαρξή του, τροφή, να θρέψει την ανάγκη του.

Πίσω από τον πολιτισμό μας κρύβεται ο παλιός ‘’καλός’’ εαυτός μας**. Δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να το λησμονούμε.

Σκεφτείτε το εξής απλό:

Οι πάντες δεν ενεργούν υπό την πίεση μιας ''ανώτερης'' δύναμης (όχι θεϊκής στο παρόν παράδειγμα) η οποία ευθύνεται για τις πράξεις τους;

Όλοι (ιδίως οι πολιτικοί) δεν αναφέρονται σε καταστάσεις οι οποίες τους υποχρεώνουν να πράξουν όλα εκείνα που πράττουν; Και πόσοι άλλοι καθημερινά πλάι μας...

"Εγώ δεν θέλω αλλά υποχρεώνομαι.  Έτσι πρέπει."

Όχι λοιπόν δεν πρέπει. Το ''πρέπει'' το κανονίζει η ηθική και όχι οι νόμοι εάν δεν συμπίπτουν μαζί της.

Το άξιο της υπόθεσης είναι ένα. Το σημείο εκείνο όπου η συνείδηση επαναστατεί. Όσο νωρίτερα γίνεται τόσο αξιότερο κρίνεται το άτομο.

Καμιά αδικία σε κανέναν. 

Κανένα δίκαιο δεν δικαιούται να απενοχοποιεί κανέναν και ακολούθως καμία πράξη του. Όλα άλλα είναι απλές δικαιολογίες για τις παράλογες ηδονές*** του ενστίκτου.


 *    Εθελοντές πιέζοντας ανάλογους διακόπτες έκαναν ηλεκτροσόκ σε άλλους εθελοντές. Αναζητείστε σχετικό βίντεο στο διαδίκτυο.
**     Εξαιρέσεις πάντοτε υπήρχαν και πάντοτε θα εξακολουθούν να υπάρχουν.

***  Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την απολαυστική ιδέα του επιτυχούς αποτελέσματος της κάθε πράξης μας αλλά χρειαζόμαστε ένα ολόκληρο άρθρο. Επιφυλάσσομαι.