Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

Δύο αλλιώτικες γραφές.

Μοιράζομαι μαζί σας την εμπειρία μου μετά την συγγραφή 3 θεατρικών έργων δημοσιοποιώντας παράλληλα τις θερμές ευχαριστίες μου στην ηθοποιό Πηνελόπη Σταυροπούλου (απόφοιτο εθνικού θεάτρου) για τις συμβουλές, τις παρεμβάσεις και την ακούραστη συμπαράστασή της στο ‘’εγχείρημα’’ που κάθε άλλο παρά εύκολο ήταν (…μετά την συγγραφή 16 μυθιστορηματικών έργων*).

Το θέατρο είναι ζωή!

Αυτά ήταν πρώτα λόγια που άκουσα από το στόμα της ηθοποιού-Πηνελόπης. Πολύ εύκολα και πολύ κατανοητά… όμως όπως όλες οι αλήθειες, λέγονται, ξαναλέγονται, μα δύσκολα εμπεδώνονται και ακόμα δυσκολότερα υλοποιούνται...

Η ίδια ατάκα επαναλήφθηκε αρκετές φορές, κάθε επόμενη περισσότερο έντονα… ‘’Το θέατρο δεν είναι μυθιστόρημα, είναι ή ίδια η ζωή’’.

Μην σας κάνει εντύπωση το γεγονός. Είναι πραγματικά κάτι εντελώς διαφορετικό το να θέλει κανείς να γράψει θεατρικό, μια και στο θέατρο η περιγραφή των πάντων απουσιάζει. Όλα επαφίενται στους διαλόγους.


Ο συγγραφέας ακολούθως εμπιστεύεται τα συναισθήματα που επιθυμεί να προσδώσει στον ήρωα, στον ηθοποιό, αφού προηγουμένως έχει προσπαθήσει και καταφέρει(;) να του μεταδώσει το ‘νεύμα’ (μέσω του έργου του) και εδώ είναι που κρύβεται το μεγάλο μυστικό.

Στο βιβλίο, ο κάθε γράφων έχει σύμμαχο τις άπειρες σελίδες. Μπορεί να παίζει ακατάπαυστα με μορφές, με σχήματα, με ιδέες, αναλύοντας σύμφωνα με το ταλέντο του όλα όσα δεν λέγονται, όλα όσα απλά εννοούνται ή θα ήθελε να γίνουν.

Στο μυθιστόρημα, συνεχίζω, ο κάθε υπογράφων βρίσκει ακόμα φίλο την κατασκευή των εικόνων, την ‘’εύκολη’’ διαμόρφωση χαρακτήρων, την μυθιστορηματική υπερβολή. Μοιάζει θα λέγαμε με τον κινηματογράφο, άλλωστε στην πλειοψηφία τους οι ταινίες, πρώτα κυκλοφόρησαν σε βιβλία.

Το μυθιστόρημα πλατειάζει με τέχνη, ελίσσεται εξελίσσοντας την υπόθεσή του, σε μία -μέτρια σε ‘’πλάτος’’- έκδοση 350 σελίδων (70.000 – 75000 λέξεις) μέχρι και άλλες 300.000+ λέξεων (800+ σελίδες)… Υπάρχει το έδαφος λοιπόν τής κάθε (λογικής) υπαναχώρησης-επεξήγησης-διόρθωσης**

Στο θέατρο, αυτή η πληθώρα των λέξεων απλά δεν υφίσταται. Ο χώρος είναι μικρός και άρα πολύ πολύτιμος. (Δεν ήξερα το πόσο, ούτε το φανταζόμουν)

Ένα θεατρικό έργο (πλην εξαιρέσεων) ολοκληρώνεται σε 20.000 περίπου λέξεις. Πολλά είναι σίγουρα μικρότερα, αλλά για κάποια άλλα φαντάζομαι ότι μπορεί να φτάνουν και τις 30.000… (δεν έχω και την μεγαλύτερη πείρα…) αρκεί βεβαίως για να εξάγουμε ασφαλές συμπέρασμα να φανταστούμε ότι μία παράσταση διαρκεί από 100 λεπτά έως 120-130΄ οι μεγαλύτερες… Η απλή ανάγνωση μίας σελίδας διαρκεί περίπου 1 λεπτό (η οποία ανάγνωση, πόρρω απέχει της θεατρικής απόδοσης), γίνεται λοιπόν εμφανές ότι ένα έργο (συμπεριλαμβανομένων των παύσεων) ξεκινάει από 60 σελίδες!

Μέσα σε αυτό το ‘’ρηχό’’ εύρος, ο συγγραφέας οφείλει να κάνει τα πάντα.

Πρέπει να φτιάξει χαρακτήρες, να ‘’δώσει’’ δράμα ή γέλιο (πολλές φορές και τα δύο) μέσα από καταστάσεις οι οποίες θα εξελίσσουν την υπόθεση, να προϋποθέσει  τα νοήματα που χρειάζονται ώστε το έργο να αφήσει στο θεατή το ελάχιστο (έστω) άξιο να θυμάται φεύγοντας, να μην έχει τίποτα το περιττό (αυτό το τελευταίο είναι πιο δύσκολο από ότι μπορεί να φανταστεί κανείς…) και φυσικά να υπάρχει ενδιαφέρουσα υπόθεση.

Όλα τα προηγούμενα μέσα από διαλόγους και μόνον. Για κάποιους περισσότερο μυημένους όλα αυτά είναι αυτονόητα, για εμένα δεν ήταν…

Όλοι έχουμε δει θεατρικά έργα. Όλοι έχουμε δεχθεί ή απορρίψει κάποια και στο σημείο αυτό θα ήθελα να προσθέσω να μη λησμονούμε να λαμβάνουμε υπ’ όψη ότι το θέατρο σε πάρα πολλές περιπτώσεις αναζητά-προσφέρει την υπέρβαση. Πριν λοιπόν κατακρίνουμε κάποιο έργο θα πρέπει να αναρωτηθούμε εάν όντως έχουμε καταλάβει εκείνο που ήθελε να μας δώσει ο συγγραφέας και τον τρόπο που μας το πρότεινε ο σκηνοθέτης.

Το θέατρο είναι ένα σύνολο, μία ιδέα. Κρίνουμε, εφ’ όσον έχουμε προσπαθήσει να μπούμε στο πνεύμα του.

Θα έλεγα –αναφέροντας ένα χονδροειδές παράδειγμα- ότι είναι κάποια θεατρικά έργα, σαν ένα πίνακα του Καντίνσκι ή του Πικάσο όπου ο δημιουργός γνωρίζει το ορθό (τη νατουραλιστική απεικόνιση) αλλά προτιμά την δική του ματιά (στην πραγματικότητα), προσφέροντας μία προσωπική εξήγηση στο εκάστοτε γεγονός. Αυτό συμβαίνει και σε πολλά κινηματογραφικά έργα… 

Αυτό λοιπόν από μόνο του είναι σπουδαίο, διότι προϋποθέτει έκθεση, η έκθεση θάρρος, το θάρρος γνώση μα κυρίως γνώμη!

Από γνώμες με θάρρος πάσχουμε. Όχι από λόγια.

Προπονητές της εξέδρας έχουμε σε περίσσευμα... Ο τόπος μας ποτέ απέκτησε έλλειψη εύκολων επικριτών. Δυστυχώς. Θα λέγαμε ότι η αποτυχία του άλλου ευεργετεί σε βαθμό ευτυχίας τον  (δυστυχή) συνάνθρωπο, αλλά αυτό δεν είναι της ώρας...

Επανερχόμενος λέγω, ότι η διαφορετικότητα αυτής της ματιάς είναι εκείνη που παρουσιάζει ενδιαφέρον. Όπως άλλωστε και σε κάθε δημιούργημα. 

Η τόλμη. Η πρόταση. Η ιδέα. Η άποψη...

Πίσω από αυτή τη θεώρηση, μπορούμε, εάν όχι οφείλουμε, να προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε το βαθύτερο νόημα των λεγομένων, των πράξεων και όλων εκείνων γενικότερα που θέλει να αφήσει να εννοηθούν ο συγγραφέας και ο σκηνοθέτης.

Το θέατρο είναι ζωή!

Είναι όμως πέρα από αυτή και ένα μέσο όπου μπορεί να αφήνει σε όλους εμάς μνήμες καλλιεργημένες. Η σκηνή έχει τη δυνατότητα με τρόπο άμεσο να επεμβαίνει στο ένστικτο. Δεν είναι σαν το βιβλίο. Είναι κάτι πολύ πιο ζωντανό μια και ο θεατής καταφέρνει πολλές φορές να ακούσει εκτός από τα λόγια και την ανάσα του ήρωα, το πάθος και να δει ακόμα και την ψυχή του.

Θεωρώ από τη δική μου σκοπιά (εκείνη του πρωτοσυστηνόμενου), ότι είναι πραγματικά υπέροχο να βλέπει κάποιος την ιδέα του όχι απλά να διαβάζεται, αλλά να δραματοποιείται.

Είναι τεράστια υποχρέωση και ύψιστη τιμή για τον κάθε γράφοντα να γίνονται αποδεκτές οι σκέψεις του, να αποκτούν σάρκα, φωνή και πνεύμα οι διάλογοι που φέρουν την υπογραφή του.

Κακά τα ψέματα. Οι αλήθειες με την πάροδο των ετών οφείλουν την παρουσία τους σθεναρή σε κάθε λογικά σκεπτόμενο άτομο. Κανείς εξ’ ημών -των μετρίων- λοιπόν, δεν έχει το ανάστημα να διαμορφώνει ρεύματα, απλά τοποθετεί την δική του ελάχιστη άποψη, εκείνη της προσωπικής του ματιάς σε κάποιες εκφάνσεις της ζωής που μας αφορά. Μέχρι εκεί…

Αλλάζοντας θέμα θα ήθελα να πω, ότι όλοι έχουμε στο μυαλό μας κάποιους ηθοποιούς ή κάποιους ανθρώπους της τέχνης και είναι πολύ φυσικό να εξυψώνουμε εκτιμώντας κάποιους από αυτούς, απορρίπτοντας κάποιους άλλους με ελαφριά καρδιά, έχοντας ως κριτήριο μόνο τη διασκέδασή μας. Ομοίως και εγώ.

Το ότι έκανα λάθος το δηλώνω δημοσία γνωρίζοντας πλέον ότι πίσω από τους ψαγμένους του είδους υπάρχει στη σκιά της προσωπικότητάς τους κάτι διάφορο. Κάτι που εγώ θα το έλεγα καλό. Εκείνο λοιπόν το ‘’κάτι’’ που ελλοχεύει αφανέρωτο έχει αξία είτε ανιχνεύεται σε κάποιο γνωστό όνομα είτε όχι. Το ίδιο ισχύει και στις προσωπικές μας σχέσεις και στους δικούς μας φίλους.

Πέραν όλων υπάρχει μία προσπάθεια που οφείλει να αναγνωριστεί, ένας κόπος ασχέτως αποτελέσματος. Αυτός ο κόπος κατά την άποψή μου χρειάζεται τουλάχιστον ευγενή κατανόηση…

Κάποιος κάποτε -δεν θυμάμαι το όνομά του-, είχε πει ότι εάν δεν συμπαθείς αόριστα κάποιον, απλά κάνε παρέα μαζί του. Θα αλλάξεις γνώμη. Το λέω αυτό για όλους εκείνους που συχνά απορρίπτουν ανθρώπους γενικότερα, μόνο και μόνο γιατί δεν τους αρέσει ‘φάτσα’ τους ή γιατί κάποτε είπανε κάτι που δεν τους βρήκε σύμφωνους. Σε όλους αξίζει η αμέριστη προσοχή μας πριν την απόρριψη. Σε όλους, ασχέτως εάν η αποδοχή σε καμία περίπτωση δεν είναι απαραίτητη.

Αυτή η προσέγγιση όμως είναι τρόπος ζωής.

Ξέφυγα. Συγγραφικό ίδιο. Επανέρχομαι λέγοντας ότι νοιώθω περισσότερο ‘’μαθημένος’’ που κολύμπησα σε ξένα νερά έστω και εάν το έπραξα με τρόπο περίεργο κάπως αυθαίρετο***.  Θέλω όμως να πιστεύω ότι έστω και λίγο συντονίστηκα με το περιβάλλον που εκ κατακλείδι κρίνω άξιο, θεωρώντας σε κάθε περίπτωση τον εαυτό μου πολλαπλά κερδισμένο που το τόλμησα. (η συμβολή της Π. Σταυροπούλου στη -διαμόρφωση του θεατρικού χαρακτήρα μου- ήταν δίχως συζήτηση, θετικά καταλυτική)

Ο κάθε άνθρωπος οφείλει να χαίρεται τις γνώσεις του. Προσωπικά νιώθω ευτυχής που κατάφερα να αποκτήσω τη σύντομη -και σπουδαία- διαφυγή από το μήκος των μυθιστορημάτων.

Θα μπορούσα πω ότι η συγγραφή θεατρικού για εμένα είναι το ‘’σπριντ’’ που ξεκουράζει, που απαιτεί, που δοκιμάζει με τρόπο απόλυτο. Είναι η αιφνίδια και έως το μεδούλι αποτύπωση της ‘’διαφοράς’’ των ανθρώπων. Η πεντακάθαρη ουσία, η άμεση συναλλαγή, το τελειωτικό ξεκαθάρισμα από την πρώτη ατάκα του έργου μέχρι την τελευταία.

Δεν υπάρχει ούτε χρόνος, ούτε χώρος, το είπαμε. Υπάρχει άπλα, ναι, αλλά μόνο για ουσία. Για νέκταρ. Για ανταλλαγή καλών ή κακών εντυπώσεων, για πράγματα που χαράσσουν που κάτι σημαίνουν.

‘’Η ανάσα του κομπάρσου έχει τη …σπουδαιότητα της ανάσας του’’ Μου εξηγούσε η Πηνελόπη… ‘’Εάν δεν την είχε, απλά δεν θα υπήρχε…’’

Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο…


* Θα πρέπει να υπενθυμίσω το αυτονόητο, ότι δηλαδή μπορεί κάλλιστα κάποιος να είναι εξαιρετικός θεατρικός συγγραφέας δίχως να έχει την παραμικρή προϋπηρεσία στο μυθιστόρημα και αντιστρόφως φυσικά…

** Με αυτό, μη φανταστείτε πως είναι εύκολη υπόθεση η συγγραφή κάποιου βιβλίου, απλά τονίζω τις διαφορές και τις δυσκολίες της θεατρικής γραφής σε σχέση με το μυθιστόρημα.

*** Γνήσιος Έλλην. Σιγά μην ήμουν ο μόνος που δε τα γνωρίζει όλα!