Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Τα ''κακά'' παιδιά.

Πιθύμησα κραιπάλη. Ξενύχτι και βόλτα στον έρημο δρόμο, με τσιγάρο. Η παλιά παρέα των όμορφων χρόνων χάθηκε. Σκόρπισε δεξιά και αριστερά. Για κάποιους κάτι γνωρίζω, για άλλους τίποτα λες και η γη άνοιξε και τους μάσησε μέχρι το κόκκαλο.

Ο ένας λέει τα έφτιαξε με μια παντρεμένη. Δύο παιδιά αυτή και άντρα τρέχα γύρευε. Κόλλησε κοντά της κι έμεινε εκεί στα χνώτα της. Στα σεντόνια της μέσα. Ούτε οικογένεια ούτε τίποτα. Ψόφησε κι ο σκύλος του. Ένα πομεράνιαν νευρικό που ποτέ μου δεν συμπάθησα. Λευκό. 
Πενήντα έξι θα είναι τώρα φίλος και θα σέρνεται από κρεβάτι σε κρεβάτι. Θα γελάει εύκολα όπως τότε και θα τις ρίχνει όλες με τον τρόπο του. Με το τσιγάρο κρεμασμένο στη δεξιά μεριά των χειλιών του. Τον είχε τον τρόπο του με τις γκόμενες. Όμορφος δεν ήταν, αλλά έκανε καλή παρέα.

Κάποιος άλλος, έγινε ‘’κάποιος’’ έμαθα. Μεγάλος. Γιατρός είπαν κάποιοι από τα παλιά που τους πέτυχα επάνω στη βιασύνη τους στο σύνταγμα. Δεν είχαν χρόνο για καφέ, αλλά χάρηκαν που με είδαν. Το μισό πόδι στο φεύγα. Στη Βούλα ο τάδε γέλασαν. Διευθυντής. Βέβαια… Μου έριξαν μια φιλική στη πλάτη. Εκείνοι οι δύο ήταν κολλητοί από παλιά. Κράτησαν τη φιλία τους. Υπάλληλος ο ένας παντρεμένος με ένα παιδί φαντάρο και γυναίκα παχιά. Με γκόμενα όμως πολύ σπέσιαλ στολισμένη με γέλια, πολύ σκαμπρόζα. Ο άλλος χωρισμένος και ξαναπαντρεμένος που τα πήγαινε πολύ καλά. Υπάλληλος κι αυτός κάπου. Πιστός. ‘’Τέτοια’’ σαν και τον άλλον δεν έκανε ή δεν ήθελε να πει.

Ο φίλος ο γιατρός λοιπόν, ''το ‘χε'' από μικρός. Διάβαζε και χανόταν από τις παρέες. Από καλή οικογένεια που είχε τον ''τρόπο'' της. Καλό παιδί. Τα αστεία του ήταν κάπως περίεργα και οι αντιδράσεις του τώρα που το σκέφτομαι το ίδιο. Ούτε μπιλιάρδο έπαιζε καλό και είχε ένα χιούμορ που λέγαμε και πιο πριν, κάπως ιδιαίτερο, εγώ όμως τον καταλάβαινα. Παντρεύτηκε και χώρισε μου είπαν. Ο διάολος τα έφερε να πιάσει τη γυναίκα του με το αρνί στη πλάτη. Με τα φιλιά στο στόμα δηλαδή. Την έδιωξε. Δεν είχε το θάρρος για συγχώρεση. Από τότε και στο εξής συμφωνήσαμε γελώντας οι τρεις μας στη μέση του δρόμου, δεν θα άφηνε εφημερία στη μέση. 
Σε καλό μας!

Πριν από κάμποσο, πέρασα από το Νοσοκομείο που δούλευε και πάνω στο ‘’μακρύ περίμενε’’ κάποιων εξετάσεων, είπα να ρωτήσω. Κανείς δεν τον ήξερε. Πάει το έσχατο ίχνος του. Για να είμαι ειλικρινής δεν ξέρω εάν λυπάμαι νοσταλγώντας. Μετά από χρόνια οι φιλίες υποβιβάζονται.

Ποιος να φανταζόταν την πορεία μας… Οι πεθαμένες μανάδες μας σίγουρα όχι. Το θυμάμαι το χαμόγελό τους. ''Ο δικός μου έχει μεγάλα όνειρα'' έλεγαν μεταξύ τους. Μπούρδες, τίποτα δεν είχαμε.

Λοιπόν αισθάνομαι υπεύθυνος κάποτε, όταν η ώρα το φέρνει δηλαδή, για τα όνειρα των μανάδων μας. Κατά βάθος τις λυπάμαι για τον κόπο τους. Ας είναι…

Παιδιά τότε, που μυαλό.

Τα Σαββατόβραδα μπιλιάρδα, τσιγάρα και χίλιες βλακείες. Αργότερα σούρτα- φέρτα με κορίτσια. Τα πρώτα αμάξια Φίατ μικρά. Ζάσταβα. Τα φθηνότερα, η δουλειά μας να γίνεται. Καλομεταχειρισμένα 15 ετών. Ευκαιρία.

Πρόσφατα βρήκα ακόμα έναν. Γενιά του ’60, Καημό είχε λέει να βρει γυναίκα να φοράει εκείνα τα μικρά εσώρουχα που φοράγανε κάποιες προχωρημένες. Στρίνγκ. Η γυναίκα του δεν φορούσε. Λυπήθηκα. Σεξ κάθε εξάμηνο, στα χωρίσματα ήταν. Παιδιά δύο. ‘’Χέστα’’. Έτσι μου είπε. Σαράντα χρόνια μετά την εφηβεία και είμαστε ακόμα εκεί… συμπέρανε κουνώντας το κεφάλι. Τόσο διάβασμα, τέτοια μελέτη... Μισή ώρα να διαλέξει τον τύπο της μπύρας που ήθελε να πιει.

Στέλεχος ο φίλος αυτός, με βαθμό ψηλό σε εταιρία. Κοστούμι, γραβάτα χέρι μαλακό. Μεταξένιο. Η τύχη πολλών ανθρώπων στα χέρια του. Άξιος στη δουλειά του φαντάζομαι, με μισθό ψηλό. Δεξιός. Από αριστερός θυμάμαι είχε ξεκινήσει εκείνα τα χρόνια αλλά η ζωή τον εξέλιξε. Μνημονιακός τώρα, φοβάται μη βγει ο ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα θυμάμαι το ύφος του, εκείνο της συνομωσίας για κάτι παλιές γκόμενες.

Το μυαλό του ανθρώπου κολλάει παράξενα πολλές φορές.

Δεν ξέρω εάν λυπάμαι, πάντως νιώθω ευτυχής που δεν χρωστάω τίποτα στον εαυτό μου. Μπορεί να μην έκανα όλα όσα σχεδίαζα όμως καταφέρνω και κοιτάζω πίσω μου τα γεγονότα με συμπάθεια.

Είμαι βέβαιος ότι σχέσεις των παλιών φίλων ποτέ δεν ωριμάζουν. Διατηρούν και αυτό το διαχρονικά ‘’όμορφο’’, την παλιά ανέμελη ματιά στα σοβαρά και στα αστεία. Ο κάθε ένας εξακολουθεί να έχει την όμοια θέση εν μέσω των φίλων. Εκείνη τη θέση που είχε κρατώντας τη στέκα και το τεμπεσίρι στα χέρια. Οι δουλειές και τα λεφτά, οι επιτυχίες, έχουν να κάνουν με όλα τα μετέπειτα, εκείνα της επόμενης μέρας.


Η ευτυχία ήταν πάντοτε αθόρυβη.