Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Η πολύ καλοσύνη καταντά ...εμμονή.

Βάλε ζάχαρη. Ρίξε κι ακόμα λίγη. Πάρε τώρα το γλυκό και πέταξέ το.

Το ρητό, μηδέν άγαν, (τίποτα πολύ) των αρχαίων ημών… είχε την αξία του. Δώσε θάρρος στο χωριάτη… Παροιμία με τη δική της αξία.

Επί της ουσίας λοιπόν.

Η πολύ καλοσύνη δεν εκλαμβάνεται ως τέτοια. Θεωρείται με μεγάλη επιείκεια να πω, ανάγκη. Δεν θα πω ‘’βλακεία’’, γιατί τέτοια δεν είναι, αλλά θα επιμείνω προσθέτοντας μία ακόμα λέξη σε εκείνη της ανάγκης. Εξάρτηση.

Ο ευεργετημένος ως άλλος αγνώμων –ισχυρός του είδους- θεωρεί ότι εκείνος που του προσφέρει, τελικά ...υποχρεούται. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς (και δυστυχώς μπορεί να έχει δίκιο).

Μέγα το λάθος και ανήκει ολόκληρο σε εκείνον που ευεργετεί δίχως να καταφέρνει να τιθασεύσει την ανεπάρκειά του σε αίσθημα. ‘’Δίνω, άρα πρέπει να πάρω κι όταν δεν παίρνω, δίνω ακόμα περισσότερο ελπίζοντας…’’

Η ευγενής διάθεση με την πάροδο του χρόνου εκλαμβάνεται ως αδυναμία, ως υποχρέωση και ο άνθρωπος ο οποίος ευγενώς δίνει, καταντά κατοικίδιο ευγενές. Χαριτωμένο.

Αυτή λοιπόν η ‘’χαριτωμενιά’’ προσβάλει.

Καταδεικνύει στο έπακρο την ολιγότητα τού να καταφέρουμε να σταθούμε σε ύψος που ορίζει η αξιοπρέπεια.

Ασφαλώς και υπάρχει θέμα με τον χαρακτήρα μας. Ασφαλώς δίχως αντίρρηση.

Το να θέλει κανείς να παρουσιάζεται συνεχώς καλός/η, αρεστός ή ενδιαφέρων, βράζει (όχι βγάζει) πρόβλημα ψυχής.

Δεν είναι ποτέ δυνατόν αλλά ούτε και πρέπον –με την έννοια της υποχρέωσης- να συμβαίνει αυτό σε οποιαδήποτε παρέα, σε οποιαδήποτε σχέση.

Ιδίως σε οποιαδήποτε σχέση.

Η ισοπέδωση των δικών μας επιθυμιών φέρει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα στον άνθρωπο που στέκει ευεργετούμενος απέναντί μας, μια και μας θεωρεί ως κάποιους εξαρτώμενους από την παρουσία του (σε πρώτη ανάλυση).

Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι που έχουν χαραγμένες τις δικές τους γραμμές, τον δικό τους τύπο, την δικιά τους εκδοχή, γίνονται εκείνοι οι οποίοι καταφέρνουν να έλκουν.

Δεν χρειάζεται κανενός είδους καλοσύνη λοιπόν, πέραν εκείνης της σωστής. Δεν απαιτείται δεύτερη κούπα γλυκαντικού, όταν η παγκόσμια συνταγή προτείνει μία. Θα γίνει λάθος!

Προεκτείνοντας λέω ότι και οι άντρες αλλά και οι γυναίκες (ίσως ιδίως αυτές) έλκονται από την πικράδα του γλυκού. Αρέσκονται σε εκείνο τον παρτενέρ όπου το μέτρο της κακότητας κάνει στο μυαλό της να ηχεί η καμπάνα του μυστήριου ρίσκου. Ένας τέτοιος παρτενέρ δεν είναι ποτέ καλός με την πλούσια έννοια του όρου.

Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει πως θα είναι κάποιος κακός, αλλά σημαίνει με τρόπο απόλυτο ένα και μόνο πράγμα...

Πως είναι ακέραιος ο εαυτός του! Είναι εκείνος ή εκείνη που κάνει τον άλλον να ακολουθεί. Που κάνει τον άλλον να θέλει να γίνεται καλός!

Γνωρίζεται ας υποθέσουμε ο από εμάς ευεργετούμενος με τον ‘’κακό της ιστορίας.  Πώς έρχονται τα πράγματα…

Ο μέχρι πριν από λίγο αποδέκτης της καλοσύνης της δική μας λοιπόν, εκείνος ο οποίος παρουσιαζόταν σκληρός, τώρα αναλαμβάνει το ρόλο του ‘βολικού’, θέλοντας δείξει καλό πρόσωπο σε εκείνον τον άνθρωπο που τον έλκει και τον οποίο δεν μπορεί με άλλο τρόπο να ελέγξει. Να θέλξει.

Αυτή η αλλαγή θα πρέπει να πούμε πως έρχεται τρόπο απότομο, σχεδόν ασυνειδητοποίητο καθώς αντιλαμβάνεται την ολιγότητα του εαυτού του –έναντι του ισχυρού χαρακτήρα του άλλου, τον οποίο θαυμάζει-, την μικρή επιρροή που μπορεί να έχει το άτομό του, στο επιθυμητό αντικείμενο. Στο ουρανοκατέβατο δώρο.

Θα μπορούσε πίσω από τη πράξη να ελλοχεύει απότομος έρωτας. Θα μπορούσε και όχι, σίγουρα όμως υπάρχει έλξη, αλλιώς αντιπάθεια. Τον ‘’κακό’’ τον ερωτεύεσαι ή τον διώχνεις. Στην αντιπάθεια όμως το υποκείμενο υποχωρεί και εάν δεν το κάνει (λόγω κοινωνικών υποχρεώσεων), σε καμία περίπτωση δεν προσφέρει επί πίνακι την καλή εκδοχή του εαυτού του/της. Απεναντίας κοντράρει.

Στο σημείο αυτό, ανοίγουμε παρένθεση, τονίζοντας, ότι κάποιος δεν μπορεί να γίνει καλός ή κακός κατά το δοκούν, ούτε να προσποιηθεί κάτι το οποίο δεν είναι. Αυτό είναι σαφές και πέραν κάθε συζήτησης, όμως θα μπορούσε κάλλιστα να μην κάνει υπερβολικές υποχωρήσεις θέλοντας να παρουσιάσει κάτι καλύτερο από αυτό που πράγματι είναι. Σε αυτή την περίπτωση δεν λέγεται καλός, μα υποκριτής.

Η πείρα έχει δείξει ότι όποιος στριμώχνεται εκεί που δεν χωρά, το μόνο που κερδίζει είναι στην καλύτερη περίπτωση τη συμπάθεια του αφέντη προς τον ακόλουθο και στην άλλη την την χειρότερη, απαξία, που μεταφράζεται αρχικά σε κούραση και αμέσως μετά σε σπρωξιά.

Κανένας άνθρωπος δεν στέκει πλάι σε κάποιον επειδή είναι μόνο καλός.

Στέκει για όλους τους άλλους λόγους που περιβάλλουν την καλοσύνη του.

Προσθέτω, κλείνοντας την παρένθεση, μια παροιμία ‘’Το κάθε κορόιδο έχει το κοροϊδάκι του’’. Στη λέξη κορόιδο δώστε την ευγενέστερη των εννοιών.

Ο κάθε ένας από εμάς πλησιάστηκε σε κάποια περίοδο της ζωής του από κάποιον άνθρωπο ο οποίος μας άφησε αδιάφορους. Ήρθαμε σε επαφή με κάποιον με τον οποίο κρίναμε ότι μαζί του δεν θα μπορούσαμε να συνυπάρξουμε.

Σε αυτόν τον άνθρωπο λοιπόν, βγάλαμε, χωρίς να το θέλουμε εκείνη την αδιαφορία του ‘’κακού’’, εκείνη τη ''τραχύτητα'' εάν προτιμάτε που αποδιώχνει, που λέει ότι δεν ενδιαφέρομαι… Σε αυτή την περίπτωση λοιπόν, όση καλοσύνη και εάν λαμβάναμε από το συγκεκριμένο άτομο δεν θα μπορούσε να μας εμπλέξει σε περιπέτεια. Στην καλύτερη περίπτωση να το βλέπαμε με συμπάθεια.

Μια τέτοια συμπάθεια λοιπόν, δεν αξίζει σε κανένα μας διότι υποβιβάζει.

Βάλτε με το μυαλό σας τώρα, κάποιον που δεν θέλετε πλάι σας και νιώστε τα συναισθήματά σας στις παρατεταμένες εκκλήσεις του. Ωραία. Πήρατε μία ιδέα για το πώς αισθάνεται εκείνος που ‘’παρακαλάτε’’.

Η όποια καλοσύνη λοιπόν σε ένα τέτοιο άτομο (το οποίο σε κάθε περίπτωση μπορεί να είναι άξιο) πέφτει στο κενό.

Μπορούμε να είμαστε σίγουροι για ένα πράγμα εάν αυτό πρόκειται να απαλύνει τα εκδικητικά μας ένστικτα. Το κάθε κορόιδο έχει το κοροϊδάκι του. Το ίδιο άτομο θα τύχει της ανάλογης συμπεριφοράς (απόρριψη) από κάποιο άλλο, το οποίο με τη σειρά  του θα ολοκληρώσει τον κύκλο της δικής του απόρριψης, με κάποιο επόμενο.

Η ζωή τα έχει καμωμένα. Ο κάθε ένας να επιθυμεί διακαώς εκείνον που δεν τον θέλει. Έχει συμβεί σε όλους μας τουλάχιστον μία φορά.