Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Η επόμενη ημέρα θα είναι νύχτα.


Η επαναλαμβανόμενη αποδοχή ιταμών προτάσεων ενέχει ενοχές. Ουδείς δικαιούται να θεωρεί εαυτόν αμέτοχο ή έστω ολίγον υπεύθυνο, εάν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο καταφάσκει.

Ως ιταμότητα στη πρόταση, θεωρείται η προσφορά εκείνη του ισχυρού μέρους η οποία προσβάλει υποτιμώντας την απέναντι πλευρά, η οποία είναι θέσει ανίσχυρη και άρα υποχρεωμένη (κατά τη γνώμη πολλών) στην μίζερη αποδοχή.

Μιλάω για την επιβολή του νέου μνημονίου και εξηγούμαι με απλά Ελληνικά.

Βιώνουμε μία κατάσταση την οποία έχουμε ζήσει ξανά και ξανά και δεν ομιλώ για το θέμα των διαρθρωτικών αλλαγών τις οποίες –μεταξύ μας- θα έπρεπε ως κράτος να έχουμε κάνει χωρίς την υπόδειξη κανενός, αλλά για το μείζον θέμα των ‘’φίλιων’’ εκβιασμών, γιατί περί τούτων πρόκειται.

Είναι γνωστό τοις πάσι ότι μας εκβιάζουν. Ανοιχτά. Δίχως αιδώ. Με το δάκτυλο στο κούτελο.

Εδώ ο κανόνας είναι ένας και ισχύει για κάθε εκβιασμό, είτε αυτός γίνεται με κουκούλα είτε με γραβάτα (Το ηθικό ατόπημα παραμένει το ίδιο και ομοίως κολάσιμο). 

Δεν ενδίδουμε, είναι η απάντηση. Αρνούμεθα, όντας αποφασισμένοι να δεχθούμε το οποιοδήποτε κόστος ευθύς εξ’ αρχής.

Η απληστία είναι στην ιδιοσυγκρασία του εκβιαστή, είναι κομμάτι του αναπόσπαστο.

Η ιστορία είναι γνωστή. Ξεκινάμε ελπίζοντας, φοβούμενοι τα χειρότερα (τα οποία ποτέ δεν έφυγαν μακριά) και υποκύπτουμε σε εκείνον που κρατάει το χρήμα. Όχι μία φορά!

Αναγκαζόμαστε να πληρώνουμε χρεολύσια πέραν κάθε λογικής υπό την σπάθη του Δαμοκλή κάνοντας κάθε λεπτό την θέση μας δυσχερέστερη.

‘’Και όλα εκείνα που δώσαμε-κάναμε, να πάνε χαμένα; Όχι, να δώσουμε κι άλλα.’’ Για πολλούς, οφείλουμε.

Το έργο παίζεται αρκετές φορές ακόμα και θα φτάσουμε (εάν δεν έχουμε φτάσει) στο σημείο εκείνο όπου ο σκλάβος δεν θα αντέξει και θα βάλει τις φωνές.

Η ώρα αυτή όμως τον βρίσκει επί ξύλου κρεμάμενο διότι έχει πλέον αποστραγγίσει και οικονομικά, αλλά και ψυχικά. Το δεύτερο είναι χειρότερο του πρώτου διότι μία ανέλπιδη μέρα κάνει τον ‘’παίχτη’’ ανήμπορο. 

Έρχεται τώρα πλάι σε όλα αυτά και η διχόνοια. Η πιστή φίλη των Ελλήνων.

Η διάφορη άποψη, η εκ διαμέτρου αντίθετη προσφορά της ιδέας την οποία φέρουν διαδίδοντας φήμες καταστροφής με τρόπο αήθη όλοι εκείνοι οι οποίοι δεν αντέχουν την επόμενη φάση. Το επιχείρημα βρίσκει έδρα σε κάθε πολιτική μπάντα.

Η αλήθεια ουδέποτε ήταν μία. Ποτέ, ακόμη και για το όμοιο θέμα!

Η λογική λέει ότι η ερωτική διάθεση του βιαστή θα επανέλθει. Η κοπέλα θα υποστεί την άνοδο της ‘’ευγενούς’’ του διάθεσης, με φωνές ή όχι.

Τι μπορεί να περιμένει λοιπόν ο Έλληνας από ένα έργο παιγμένο κατ’ επανάληψη;

Ποια είναι εκείνη η ελπίδα η οποία μπορεί να ανθίσει, και σε ποιο νου;

Ποιός καταφέρνει να ορθώνει πίστη ορθή στο λόγο τού βιαστή;

Οι θεσμικοί υποστηρικτές της ιδέας θεωρώ ότι εκτελούν έργο ‘’άλλων’’. Δεν υπάρχει το άλλοθι της βραδείας σκέψης. 

Το μακρόπνοο σχέδιο των βορείων δεν έχει στόχο μόνο την Ελλάδα αλλά και ολόκληρο το νοτιά.

Η αλήθεια είναι ότι τίποτα δεν παρέχεται δωρεάν. Τίποτα απολύτως ούτε καν το χαμόγελο.

Μια έξοδο από την Ευρώπη των ανισοτήτων θα σημάνει πολλά, ενδεχομένως δυσάρεστα, όμως εάν είναι τελικά να βιώσουμε τώρα τα απευκταία, δεν θα ήταν καλύτερα να τα ζούσαμε από την αρχή (όλοι ομονοούντες), πριν την υπογραφή των μνημονίων, τότε που είχαμε τις τσέπες γεμάτες και ηθικό ακμαιότερο;

Το έργο Ελλάδα είναι δεδομένο ότι δεν θα έχει καλό τέλος. Δυστυχώς.

Ή θα ενδίδουμε συνεχώς μέχρι τελικής πτώσης-ολοσχερούς εξαθλίωσης ή θα ορθώσουμε ανάστημα (επιτέλους) και θα πάρουμε τη μοίρα που αναλογεί στα χέρια μας.

Ξυπόλητοι πια, όμως ελεύθεροι. Αλήθεια, ετούτη η λέξη μοιάζει από πολλούς ξεχασμένη. Περηφάνια, να και άλλη μία…

Αξίζει να θυμηθούμε ότι τον Οκτώβριο του 1940 την ώρα που ο Μεταξάς έλεγε στον Ιταλό πρόξενο Εμμανουέλε Γκράτσι "Alors, c'est la guerre" (τότε αυτό σημαίνει πόλεμος και όχι ‘’Όχι’’) η μισή σχεδόν Ελλάδα έλεγε, Ναι(!) διότι καλώς ή κακώς σκεφτόταν τα παιδιά της.

Η ιστορία δυστυχώς ουδέποτε εδίδαξε. Σήμερα πατούμε και παίρνουμε ανάστημα από ένα ‘ΟΧΙ’ και μία επανάσταση, θα μπορούσαμε και από πολλά άλλα διότι αξίζουμε πολλά περισσότερα από όσα αφήνουν να φανούν.

Οψόμεθα…