Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Τα διαμάντια ήταν ζιργκόν.

Αγώνας και πάλη. Ιδρώτας, θα προλάβω; Το είδωλο εκεί, στέκει ψηλά. Τα πόδια του. Nα, τα πόδια του να φιλήσω να πω ότι μ’ άφησε να πέσω στα γόνατα, να νοιώσω μικρός εμπρός του.

Ναι, λοιπόν φίλοι μου, του το έπιασα το χέρι και κάποτε εμένα που με βλέπετε του φίλησα και τα πόδια κι εκείνος γύρισε και με είδε! Μου χαμογέλασε.

Στην υγειά μας λοιπόν.

Τους πόντους μου εκεί αφήστε και πείτε με τη σειρά σας, γνωρίζω εκείνον που γνώρισε αυτόν που φοράει κορδέλα φαρδιά. Διαγώνια. Κάποτε ήπια καφέ μαζί του. Φιλαράκια από παλιά -λέμε τώρα-. Το δικαίωμα, σάς το δίνω ακέραιο.

Η ανάγκη μου για αρχηγό παίρνει οστά. Και σάρκα επίσης. Το μυαλό μου δύναμη και τα λόγια μου επιχείρημα. Πρώτος μεταξύ έσχατων παλινδρομούντων.

Κάποτε στάθηκα πλάι σε εκείνον!

Δεν μπορεί να μην άξιζε ε;

Δεν μπορεί να μην εκπνέει οξυγόνο η πρωινή του ανάσα. Κοιτάξετε γύρω πόσοι ζουν από τα λόγια του.


Τόσοι και τόσοι στα πόδια του εμπρός. Φώτα, κλακέτες, φωνές και ιδέες. Εκδοχές σωτήριες ακόμα και από τον προσωπικό του οπίσθιο ήχο... ''Δεν μπορεί κάποιο λόγο θα είχε... Κάτι θα ήθελε να μας πει...''

Τα λόγια δεν έχουν αξία, το στόμα, η μορφή και το ρούχο. Το είδωλο. Τα πάντα επάνω του είναι αυτά, εκείνα που γίνονται άγια και η ανάγκη μου η άδηλη για ταγή. Και αυτή, να σας πω την αλήθεια. Η λιγοσύνη μου που τη ξέρω μονάχα εγώ.

Η ιδέα πως τίποτα δεν είναι κανείς φωναχτός, στέκει ακόμα μακριά από με.

Η όψη η κρυφή τού κάθε αυτού, με τ’ όνομα το γνωστό, παραμένει μακρινή και φιλικά άγνωστη.

Με δίχως όνειρα δεν γεμίζει η ζωή. Με δίχως αυταπάτες το ίδιο. Χωρίς αφιόνι.

Ο μύθος χρίζεται σαν το νερό, σαν τον αέρα χρηστός κι η ουσία ως σύννεφο μακρινή. Κι άπιαστη. Αχρείαστη.

Μεγαλώνουμε, μεγαλώνω κι ο τρόμος κρυφά αντρειεύει.

Ξυπνάω και λέω πως άδικα στάθηκα σκυφτός, πως μάταια πίστεψα κι έδωσα εαυτό. Πάνε τα χρόνια μα όχι χαμένα. Σα να κατάλαβα πια.

Τίποτα πέρα από αυτό που όρισα καλό δεν υπήρξε.

Κανείς δεν πήρε αξία μεγαλύτερη από εκείνη που του έδωσα εγώ.

Όλοι στηρίχθηκαν στις δικές μου τις πλάτες για να ανέβουν στα δικά μου τα μάτια, να πάρουνε φως κι εκείνοι που πράγματι κάτι είχαν να πουν, στάθηκαν πίσω.

Στη σκιά οι άριστοι γιατί ως τέτοιοι δεν χρειάστηκαν τίποτα από εμένα, από σένα από τον άλλον. Τίποτα από κανέναν και για κανέναν.

Οι αγωνίες μεταξύ τους στοιβάζονται, σπρώχνονται ζητώντας μικρόφωνο, γυαλί και βήμα. Η μορφή τους ναρκωμένη ζητά την ενέσιμη αποδοχή στα μάτια του πρώτου διαθέσιμου και γίνεται ο πρώτος, έσχατος.

Το μέγα ολίσθημα.

Η ανάγκη κάνει τον βασιλιά υπηρέτη.

Εξαργυρώνει την οφειλή της αρεσκείας του.

Δούλος, ο άρχοντας του πρόχειρου κοινού του.

Tα διαμάντια που φόραγα ήταν ζιργκόν.