Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Δυο αλλιώτικοι κόσμοι


Η γυναίκα κατεβαίνει  από το αεροπλάνο απαστράπτουσα. Δεν την είδα. Το άκουσα. Την είπαν λέει με κοχύλια στα βυζιά, (όχι στο στήθος) με κοιλιά έξω. Απευθύνεται με λατρεία στους υπηκόους. Φούστα δίχτυ. Χέρια ψηλά. Απευθύνει χαιρετισμό. Αυτοκράτειρα. Προσκυνήστε!
Νέοι φερέλπιδες, αγόρια και κορίτσια τρελά από χαρά. Τα σουξέ της θα ακουστούν μόνο για αυτούς. Νόημα, σκοπός ζωής. ‘’Είδα τη Lady’’. Κομπασμός απίστευτος. ‘’Σοβαρά ρε;’’
Κοιτά γύρω. Απολαμβάνει μεγαλεία. Τα τερατάκια της! Άλλως τους υπέροχους θαυμαστές του τρισυπερπαμμέγιστου ταλέντου της. Από πίσω string να γυρνά και να φαίνεται ο κώλος μέσα από το δίχτυ.
Επίπεδο και θέαμα συγχρόνως.
Κορμί ευλύγιστο και ιδέες πρωτοκλασάτες. Το χρήμα να ρέει και οι πιστοί να ακολουθούν στην καλύτερη των περιπτώσεων. Στην χειρότερη, να αλαλάζουν φρενήρεις. Να προσκυνούν να υποτάσσονται.
Τόσες χιλιάδες πιστών.
Τόσα πολλά τερατάκια. Όλα γλυκά μέσα στη νιότη τους.
Το στάδιο θα βοά και τα μέσα ενημέρωσης δράττονται της ευκαιρίας και αναφέρουν, προτρέπουν με τον τρόπο τους (τον δοτό, εκείνο του χρήματος). ‘’Έρχεται να μεγαλουργήσει. Μας τιμά με την παρουσία της. Εισιτήρια στο τάδε μέρος.’’
Προλάβετε χριστιανοί…
Ένας ολάκερος κόσμος γύρω από ένα σαρκίο και μία φωνή. Από έναν ρυθμό.
Το κατασκεύασμα δεν μπορεί παρά να είναι τέτοιο. Κατασκεύασμα.
Κάποιοι παίρνουν ένα τενεκέ και τον κάνουν λαμπρό αστέρα.


Σε κάποιο αμφιθέατρο της Αθήνας, περιμένουμε δέκα το πολύ άτομα στο πεζοδρόμιο.
Μας πλησιάζει ένας άντρας ακαλαίσθητος. Εντελώς εκτός, σαν ζητιάνος. Κάποιοι τραβιόμαστε, φοβόμαστε μη και μας αγγίξει. Περνά ανάμεσά μας. Ματιά σχεδόν λυπημένη. Σακίδιο πάνινο στην πλάτη. Μαλλί άλουστο. Κουβέντα δεν βγάζει. Προσπερνάει τους πάντες και μπαίνει στην είσοδο του κτηρίου. Κάποιοι θέλουν να τον ρωτήσουν τι να ζητάει μα βαριούνται. Μπορεί και να σιχαίνονται λίγο.
Πού να μπλέκουμε τώρα;
Η ώρα περνάει Καφέδες τσιγάρα αφήνονται έξω. Το αμφιθέατρο χωράει τριακόσιους ανθρώπους. Όλοι είμαστε το πολύ δέκα. Δύσκολο το θέμα στο πίνακα. Περιέχει μαθηματικά και κάτι άλλα…
Ο ακαλαίσθητος διαβαίνει το κατώφλι.
Παλεύει για λίγο με το πουκάμισό του. Είναι προφανές ότι δεν βολεύεται. Στο τέλος το βγάζει και μένει με μία φανέλα που κιτρινίζει.
Συστήνεται.
Καθηγητής μοριακής βιολογίας στο πανεπιστήμιο της τάδε πόλης των ΗΠΑ. Μεταπτυχιακά ή μετεκπαίδευση (δεν συγκράτησα) νανοτεχνολογίας κάπου αλλού και κάποια άλλα στον τομέα της έρευνας …ομοίως ψιλά.
Ξεκινάει να μιλάει και όλοι μένουμε με το στόμα ανοιχτό. Γράφει και ψάχνουμε τις απαντήσεις. Μας εξηγεί με ένα τρόπο απόλυτα ιδιαίτερο καταδεκτικό. Ελίσσεται σε νοήματα, ιδέες, ολοκληρώματα καθώς προσπαθεί να εξηγήσει Αϊνστάιν, θεωρίες σχετικότητας, κυματισμούς, χρόνους και καταλήγει να φιλοσοφεί δακρύζοντας σε ένα πίνακα γεμάτο γράμματα, αριθμούς και σχήματα. Τρεις ώρες είχαν περάσει, σε ένα λεπτό μέσα!

Δύο διάφοροι κόσμοι.

Νιώθω τον εαυτό μου τυχερό που γνώρισα εκείνο τον άνθρωπο που έφυγε θεωρώντας (λαθεμένα) ότι μας είχε κάνει κάτι να καταλάβουμε από την θεωρία του. Προσωπικά πιστεύω ότι κανένας δεν κατάλαβε τίποτα πέραν της αρχής. Χάσαμε τον μπούσουλα κάπου μέσα ολοκληρώματα και στις σύνθετες μαθηματικές ακολουθίες γιατί κάποια πράγματα όπως μας είπε δύνανται να αποδειχθούν μονάχα μέσα από πράξεις...
Και οι δέκα άγνωστοι μεταξύ μας. Καθισμένοι μακριά ο ένας από τον άλλον. Κάποιοι περισσότερο μυημένοι έκαναν ερωτήσεις στις οποίες απαντούσε με τεράστιο πάθος χαρούμενος. Σπάζοντας από τη βιασύνη του κιμωλίες, σβήνοντας στον πίνακα για να μην χάνει χρόνο με την παλάμη του. Κατόπιν χαμογελούσε. Ερωτευόταν την επιστήμη του…
Κάποτε ολοκλήρωσε. Ρώτησε για απορίες. Μα απορίες έχουν όσοι κατέχουν, οι αδαείς έχουν μόνο αμηχανίες.
Ευγενικός χαιρέτησε όλους έναν-έναν.
Έφυγε τελευταίος πηγαίνοντας στο δικό του μοναχικό  κόσμο.

Η αξία ουδέποτε επροτάθη, μοναχά ανιχνεύθη.