Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Περί ουσίας και πίστεως 2


Είναι πράγματι οξύμωρο σχήμα ο φόβος ενός πιστού (με την αρτιότητα της φιλοσοφικής αριστείας) για τον θάνατο. 

Οφείλεται θεωρώ, τουλάχιστον στο μέτρο που ισχύει αυτό, η πλήρης αναθεώρηση τόσο της βαθύτητας της πίστης του όσο και εκείνης της πειστικότητας του δόγματος. (Η απαλλαγή λόγω της ανθρώπινης υπόστασης του υποκειμένου εξαιρείται-αναιρείται διότι ετέθη πρωτίστως το άριστον της πίστεως)

Ο παράδεισος και μόνον αυτός είναι ο μοναδικός στόχος του μόνου εν Χριστώ αδελφού. Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι το μεσοδιάστημα που χωρίζει τον κοινό θνητό- μέτοχο του προπατορικού, από την πλήρη-ολοσχερή απαλλαγή του και ακολούθως μετάληψη των ‘’δεδουλεμένων’’ της αφοσίωσης-πίστης στον Κύριο.

Η βάδισις λοιπόν (όσο ακραίο και εάν ακούγεται το παράδειγμα) σε τεντωμένο σχοινί δίχως δίχτυ ασφαλείας από κάποιον αδαή(σχοινοβάτη)- πιστό, κάλλιστα θα μπορούσε να είναι μία πρόκληση τεκμηρίωσης της απόλυτης πίστης, μια και το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε παρά να είναι καλό διότι 
α) Ή, η πορεία θα είναι επιτυχής και θα ομιλώμεν περί θαύματος ή έστω κάποιας άνωθεν βοηθείας 
ή 
β) και πάλι επιτυχής(!) γιατί ο θάνατος (θέλημα Θεού είναι*, όπως θα δούμε παρακάτω) θα επιφέρει στον ‘’ευτυχή’’, όλες εκείνες τις απολαβές που διακαώς επιθυμεί και υπόσχονται οι γραφές. Περί παραδείσου ο λόγος.


Τα περί αμαρτιών επιχειρήματα που θα μπορούσαν να αναχαιτίσουν την πορεία του τολμηρού (προς την αιώνια απολαβή), κάλλιστα δύνανται να απαλειφθούν με μία άξια-ειλικρινή εξομολόγηση αμέσως πριν το εγχείρημα.

Ιδού η πρόκλησις λοιπόν…

Βεβαίως και κανείς πιστός δεν πρόκειται να πράξει το χαζό ευφυολόγημα.

Οσαύτως το ερώτημα παραμένει. Είμαστε αρκετά πιστοί;

Όντως πιστεύουμε όλα εκείνα που διακηρύττουμε-διατεινόμεθα; Ή απλώς μηρυκάζουμε όλα εκείνα που ακούμε και (ορθά ή μη) πιστεύουμε;

Η απάντηση είναι πως όχι. Πως όλοι μας πιστεύουμε στο περίπου. Κάποιος περισσότερο και κάποιος λιγότερο και αυτό οφείλεται στην απόλυτη θέση της εκκλησίας σε πλείστα θέματα-ζητήματα. Το ιερό και ανάλαγο δόγμα, το οποίο επίσης βεβαίως, (μια και έχει δοθεί από τον ίδιο το Θεό δεν θα ήταν δυνατόν να αλλάξει για προφανείς λόγους)**, είναι η αιτία μιας μικρής(;) αμφιβόλου κατάστασης.

Το βέβαιον είναι ότι όλοι θα ήμασταν άριστοι αιρετικοί εάν μας παρέχετο η δυνατότητα να σύρουμε και την αίρεση μας αυτή στον παράδεισο. Σε αυτό πολλοί θα συμφωνήσουν, όπως επίσης θα συγκατανεύσουν και με το θεώρημα που θα μπορούσε να λέει ότι: ‘’Ο Θεός μας έδωσε το μυαλό και βάσει αυτού ο καθένας πορεύεται. Κρίνει και κρίνεται από τις πράξεις του…’’

Αλήθεια τι σωστότερον αυτού;

*Η όποια πράξη η οποία βαρύνει τον κάθε συνειδητά (και ενδεχομένως και μη) άνθρωπο είναι καθαρά θέλημα Θεού. Ακόμα και η κίνηση μίας τρίχας της κεφαλής ημών και υμών!  Δόγμα, γνωστόν και μη εξαιρετέο.
** Εάν επιδέχετο αλλαγής δεν θα ήτο Θεϊκό, διότι δεν θα είχε προβλέψει… Θα έπρεπε η αλλαγή να επέλθει στις μέρες μας, δια μέσου Εκείνου…