Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

Θα πάρετε λίγο διχασμό;


Η ιστορία αδυνατεί να σταθεί στο ύψος της και να διδάξει. Η αδυναμία της βεβαίως αυτή δεν έγκειται τόσο σε εκείνη -μια και η ίδια είναι μία έννοια αφηρημένη-, όσο σε εμάς τους ίδιους οι οποίοι την χρησιμοποιούμε κάθε φορά για να εξυπηρετήσουμε-αποδείξουμε δικούς μας σκοπούς-ιδέες.

Κάποτε εξαίρουμε μέσω αυτής το ήθος του λαού μας, κάποτε την ανδρεία μας και άλλοτε θυμίζουμε στους υπόλοιπους τα δεινά της ασυνεννοησίας μας. Αναφέρω στους υπόλοιπους διότι εμείς ως μονάδες …ασφαλώς και γνωρίζουμε κατέχοντες ήδη θέση περί της άριστης γνώμης.

Ως λαός αντιδρούμε γενικώς, πιθανόν και για την αντίδραση. Είναι ένα από τα χαρακτηριστικά μας να εξωθούμε το θέμα στα όρια καθώς αρνούμαστε να δεχθούμε το ενδεχόμενο του λάθους μας και για αυτό δεν φταίμε εμείς αλλά η πολυπλοκότητα της αλήθειας και το πλήθος των αλληλοσυγκρουόμενων επιχειρημάτων, τα οποία πλειστάκις σοφιστούν και βρίσκουν θέση περίοπτη στο ξυπνητό νου μας (σοφιστεία= η μέθοδος απόδειξης ενός θεωρήματος, μιας θέσης,  με επιχειρήματα αληθοφανή. Όχι αληθινά)


Κωνσταντίνος Α΄- Ελ. Βενιζέλος, Δεκεμβριανά, Ανδρέας Παπανδρέου-Μητσοτάκης και μύριες άλλες υποθέσεις στα χρονικά της πολύπαθης χώρας. Ποιος έβγαλε ασφαλές συμπέρασμα; Ομονοεί μετά από τόσα χρόνια ο λαός για το ποιος είχε δίκιο και το ποιος άδικο; Ασφαλώς και όχι, διότι υπάρχουν εκατέρωθεν σωστά και λαθεμένα σημεία και ο κάθε οπαδός, της κάθε γνώμης στέκεται σε αυτά που εξυπηρετούν τα λεγόμενά του. Τις θέσεις του.

Δανειστές, τρόικα από τη μια και λευτεριά με εθνικό νόμισμα από την άλλη. (και μη φανταστείτε πως δεν υπάρχουν άξια ποσοστά και από τις δύο πλευρές. Μονάχα αυτό μην σκεφτείτε). Να το νέο μας πρόβλημα. Η νέα μας μίνι(;) διαφοροποίηση.

Η αναγκαιότητα των επώδυνων μέτρων ενάντια στη θέση της απόταξης του μοντέρνου ζυγού. Μνημόνιο-αντιμνημόνιο.

Θα πάρετε θέση; Λίγο διχασμό ακόμα;

Όταν οι ήρεμες συζητήσεις εξαντλούνται, τότε αρχίζουν οι φωνές. Όταν τα επιχειρήματα έχουν αρχίσει να τελειώνουν, τότε τα χέρια σηκώνονται και αρχίζουν να ξεδιπλώνονται τα προσωπικά παραδείγματα και οι ίδιες εμπειρίες προς απόδειξη των λεγομένων, που τελικώς κανέναν δεν ενδιαφέρουν και κανέναν δεν πείθουν, διότι ο καθένας ακούει μονάχα τον Ένα. Μονάχα τον άριστο. Τον εαυτό του και την ήδη διαμορφωμένη του ιδέα. Τον ηγέτη που τον βόλεψε, τον άνθρωπο που συμπλέει με το συμφέρον του ή έστω εκείνον που ανιδιοτελώς (...και ορθά) πιστεύει. Στα σπίτια, στα καφενεία, στις πλατείες, στις τηλεοράσεις…

Τότε χρειάζεται μία νέα Εθνική επιτυχία ώστε να ενώσει και πάλι το έθνος που έχει την τάση να χωρίζεται ως αμοιβάδα (σε δύο, σε τέσσερα, σε οκτώ κομμάτια), λες και απολαμβάνει την μεταξύ του ρήξη. Επιβάλλεται να ομονοήσει σε ένα άλλο επίπεδο μια και το έχει ανάγκη. Θέλει, να φιλιώσει.

Ο αθλητισμός λοιπόν -σε εθνικό βεβαίως επίπεδο- είναι το μόνο μέρος όπου καταφέρνει να ανασάνει ομόνοια ο λαός, μόνο που αυτός όσο και άριστος να είναι, γράφεται πάντοτε στο κάτω μέρος του βιβλίου της ιστορίας ενός έθνους καθώς προέχει η κάθε πολιτική επιτυχία σε διεθνές επίπεδο. Σε κάθε περίπτωση. Οι νίκες του αθλητισμού όσο σπουδαίες και αν είναι,  είναι το παυσίπονο στην αρρώστια.

Η ισχυρή γνώμη είναι που χαλάει τη συνταγή. Η έλλειψη πανελλαδικού σχεδίου. Η αποδοχή ότι κανείς άγιος, σε πολιτικό πρωτίστως επίπεδο. Και η λήθη. Βεβαίως και αυτή, μια και οι μνήμες πολλές φορές δεινά φέρουν. Στέκονται στη γωνιά και θυμίζουν όλα εκείνα που είχαν κάποτε σημασία.

Ο Αϊνστάιν είπε, ότι ο ηλίθιος αναλώνεται ψάχνοντας την αιτία του προβλήματος, την ώρα που ο έξυπνος έχει ήδη βρει τη λύση.

Εμείς ακόμα το σκεπτόμαστε...