Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

Περί ουσίας και πίστεως.


Η αλήθεια είναι ότι χρειάζεται η ωριμότητα σε όλο της το μεγαλείο καθώς επίσης και η καλύτερη των διαθέσεων ώστε να καταφέρει να εισέλθει κάποιος στα ευαίσθητα θέματα της πίστης καθώς κινδυνεύει από την πρώτη ατυχή λέξη να παραβιάσει το …άσυλο.

Δεν είναι καθόλου περίεργη η παρουσία της δυστυχούς εμπάθειας όσο και της περήφανης ιδεοληψίας πάντων των πλευρών περί της μίας και μόνης ορθής γνώσης. Δυστυχώς. Και αυτό αποδεικνύει πρωτίστως φανατισμό.

Ο κάθε ένας γνωρίζει από πρώτο χέρι όλα εκείνα που διδάχθηκε, που έμαθε, που αποκόμισε από τη μέχρι τώρα πορεία του στη ζωή, πράγματα κατασταλαγμένα και αδιαπραγμάτευτα. Και πάλι δυστυχώς, διότι ουδείς παντογνώστης. Σας θυμίζω το ‘’γηράσκω αεί διδασκόμενος’’ και η διδαχή αυτή δεν έχει να κάνει μόνο με την αληθή πλευρά των γεγονότων αλλά και με τα αντιδρώντα επιχειρήματα. Σωστά ή λαθεμένα. Όλα πρέπει να ακούονται.

Σε άλλη περίπτωση, η από εδώ πλευρά ή η από εκεί, μπορεί να φωνάζει, να ωρύεται εν μέσω των ατράνταχτων επιχειρημάτων της, να δυστυχεί, να λυπάται, να χαίρεται και τέλος να ηρεμεί απαυδισμένη δίχως να έχει καταφέρει το παραμικρό έναντι της οιασδήποτε άλλης.

Δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Είναι ανθρώπινη συνταγή ο θρησκευτικός φανατισμός από όπου και να προέρχεται και θαρρώ πως παίρνει τεράστιες διαστάσεις διότι αφορά όλους μια και όλοι έχουμε γνώμη και ενδεχομένως και σιγουριά.

Οπωσδήποτε όμως χρειάζεται μία ελευθερότερη ματιά καθόσον πάντοτε χρόνος υπάρχει και για μετάνοια αλλά και για αναδίπλωση.

Καταλαβαίνουμε (αποστασιοποιούμενοι των οικείων) ότι στην πράξη βεβαίως, ουδείς δύναται να κομπάζει περί της κατοχής της μίας αλήθειας την ίδια ώρα που όλες ανεξαιρέτως οι πίστεις έχουν να επιδείξουν αδιάσειστες αποδείξεις περί της μοναδικότητας τους. Θαύματα χειροπιαστά που υπερβαίνουν των λόγων.

Αρκεί προς τεκμηρίωση τούτου να ανατρέξει κάποιος στο διαδίκτυο (ή προς αναζήτηση προσωπικών μαρτυριών εάν έχει τη δυνατότητα να το πράξει εις τους ανά των κόσμο πιστούς) για να ακούσει ιδίοις ωσί μοναδικές φυσικές υπερβάσεις. Θαύματα στους Μουσουλμάνους, στους Ινδουιστές, στους Χριστιανούς και ακόμα στη θρησκεία Βουντούν (Όχι Βουντού. Η οποία είναι και η πλέον παρεξηγημένη).


Εάν ο ερευνητής έχει καλή προαίρεση θα δει ότι τα μάτια των πιστών όλου του κόσμου λένε την αλήθεια. Ανεξαρτήτως ονόματος θρησκείας.
·   Επιμένω ειδικώς στα θαύματα διότι πέραν της πίστεως* είναι η μόνη ατράνταχτη απόδειξη της ύπαρξης μιας ανωτέρας δυνάμεως.
           *Η πίστη απαιτεί την εξ’ ολοκλήρου απόλυτη κατάφαση στον ισχυρισμό πέραν της λογικής. Η απουσία της γνώσεως κρίνεται απαραίτητη, άλλως δεν ομιλούμε περί πίστεως!

            Δύο πράγματα λοιπόν μπορούν να συμβαίνουν:
1.      Να θεωρήσουμε ψεύδος, την κάθε αναφορά Θεϊκής παρουσίας στο αντίπαλο δόγμα, ομολογώντας εν παραλλήλω εαυτούς, τους μόνους κατέχοντες την μία αλήθεια και όλους τους εν κόσμω υπόλοιπους αδελφούς παραπλανημένους. Αυτά, στη μία και την καλή περίπτωση, εις δε κάποια φανατικότερη άλλη, συλλήβδην τους αλλόθρησκους ως τσαρλατάνους ή σφετεριστές του οικείου δόγματος. Ομοίως και εκείνοι εμάς!
2.     Να λένε όντως την αλήθεια οι οπαδοί των άλλων θρησκειών και πράγματι να έχουν συμβεί τα θαύματα που ισχυρίζονται στους πιστούς τους, πράγμα το οποίο όμως, θα πρέπει να μας οδηγήσει στο ασφαλές (και μεταξύ μας ορθό) συμπέρασμα, ότι ο μεγάλος Θεός δεν νοιάζεται για το όνομα το οποίο του προσδίδεται (πώς θα ήταν δυνατόν άλλωστε), ούτε και για τα τυπικά μέσω των οποίων λατρεύεται -μια και το κάθε δόγμα υιοθετεί διαφορετικά τέτοια- αλλά για την ουσία της κάθε πράξης του κάθε πιστού.

Αυτή η δεύτερη περίπτωση, η οποία φαντάζει περισσότερο αληθής θα πρέπει να προσδώσει στο μυαλό μας ένα διαφορετικό εύρος (σκέψης) ώστε να υπερκεράσει το αυστηρό πατροπαράδοτο δόγμα και να σταθεί στην ουσία του κάθε θέματος ξεχωριστά, στο βάθος, στον σκοπό της αντίδρασης (και όχι σε αυτή καθ’ εαυτή) μια και τον –κάθε- Θεό ενδιαφέρει πρωτίστως η πρόθεση, η ψυχή, η θέληση, ακόμα και η προσπάθεια.

Το κάθε ζήτημα (ακόμα και το όμοιο το ίδιο δηλαδή) είναι στο βάθος του (για τον κάθε έναν από εμάς) διαφορετικό, διότι η ουσία του ως είναι φυσικό ερμηνεύεται από τις ψυχές όλων ημών με τρόπο αλλιώτικο, λαμβάνοντας κάθε φορά βαφή από τις ισχυρές αποχρώσεις των διαφορετικών βιωμάτων μας, των αλλιώτικων προσδοκιών μας, των διάφορων αντοχών μας, των άνισων θελήσεών μας, του μικρότερου ή μεγαλύτερου βαθμού της πίστης μας.

Ακόμα και οι γνώμες των πνευματικών-συμβουλατόρων της δικής μας θρησκείας (οι οποίοι θεωρείται ότι έχουν τη χάρη της επιφοιτήσεως του Θεού τη δεδομένη στιγμή), διαφέρουν ως προς τις ειδικές συμβουλές τους, διότι υπεισέρχεται και εδώ ο ανθρώπινος παράγων, (με ή όχι τη θέληση του Θεού) Πόσο μάλλον οι ιδέες όλων ημών…

Προσωπικά θεωρώ αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη των γραφομένων μου ότι εν κατακλείδι ο όποιος ανά το σύμπαν άξιος Θεός θα στεκόταν μονάχα στην ουσία παρακάμπτοντας την άξια ανάγνωση τού εκάστοτε τυπικού, διότι το τυπικό ενέχει κατά τη ταπεινή μου άποψη το ρόλο εκείνο της υποβολής. Τον ρόλο εκείνο τον όμοιο που διαδραματίζει η αποτύπωση της εικόνας του άγιου/ας επάνω στο ξύλο που δεν είναι άλλος από την πνευματική βοήθεια για ανάταση-διεύρυνση του πνεύματος ώστε να χαθεί-αφομοιωθεί αυτούσια η σκέψη του πιστού, στο μεγαλείο της Θείας Χάριτος.

Σε άλλη περίπτωση –κατά την προσωπική μου πάντοτε άποψη- το όλο θέμα θα υφίστατο υποβάθμιση. Θα χρειαζόταν ο φθόγγος, η παραγωγή του συγκεκριμένου ηχητικού κύματος ώστε να παραστεί η Παρέμβασις και να λάβει αγιοσύνη το Μυστήριο και όλη η κατάσταση θα παρέπεμπε σε τυπικό μαγείας, όσο σκληρή και εάν ακούγεται η λέξη.

Πέραν όλων αυτών, θεωρώ (εκ των ουκ άνευ) ότι θα πρέπει όλοι όσοι εξ’ ημών θεωρούμε εαυτόν τουλάχιστον λογικό, να αντέχουμε τον αντίλογο δίχως τη βεβαιότητα της μίας και μόνης γνώσης. Οφείλουμε γενικώς να θεωρήσουμε ακόμα και την αθεΐα ως άξια επιλογή κάποιου ακούγοντας τα δικά του επιχειρήματα σοβαροί, προσμετρώντας τα λόγια του, αντιτάσσοντας διάλογο και εκτίμηση.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ότι όλοι οι χριστιανοί αντέχουμε ευκολότερα κάποια άλλη συμπαθή θρησκεία ή κάποια φίλα προσκείμενη αίρεση στο δικό μας δόγμα, παρά την αθεΐα την οποία αρνούμαστε να συγκαταλέξουμε στις υγιείς επιλογές κάποιου ατόμου. Μέγα το λάθος, θα τολμούσα να ονομάσω ακόμα και ρατσιστικό τον αποκλεισμό ή άλλως κάποιο κατάλοιπο επιταγής του μεσαίωνα.
Το στίγμα ‘’άθεος’’ πλασάρεται ακόμα και στις μέρες μας ως μομφή, όπως παλαιότερα πλασαριζόταν στους κοινωνικούς κύκλους το προσωνύμιο ιδίως σε γυναίκα ‘’χωρισμένη’’.  Ως στίγμα.

Η πεμπτουσία της πίστης μας –ως χριστιανοί- είναι η αγάπη και με αυτήν οφείλουμε να πλαισιώνουμε -με τον τρόπο που καθένας μπορεί-, την όποια ‘’παρέκκλιση’’ από όλα εκείνα που εμείς θεωρούμε ορθά. Θα ήταν ολέθριο να θεωρούμε εαυτούς ως τους μόνους ενάρετους κατόχους της ορθής δοξασίας, την στιγμή που εκτός από απίθανο θα ήταν και άκρως εγωιστικό. Δεν θα επιδεχόταν καν εξέλιξης.

Καταλήγοντας, μια και το θέμα είναι αστείρευτο, θα ήθελα να θυμίσω πως ο ρόλος της κάθε –γνωστής σε εμέ- θρησκείας είναι μέσες άκρες η νουθεσία του πιστού για την πορεία προς τη Θέωση. Με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο. Με απλούστερα λόγια οι οδηγίες του κάθε δόγματος προς το δεκτικό άτομο ώστε μέσα από την εναρετότητα να φτάσει κατά το δυνατόν πλησιέστερα στο Θείον.
Πίσω λοιπόν από αυτόν τον υπέρτατο στόχο κάθε φθηνή αντιπαράθεση προς κάθε τι το διάφορο υποβιβάζει την προσπάθεια. Η κάθε μετά μίσους επιβολή –της γνώμης- απόσχει του θεωρήματος και καταντά το υποκείμενο –λογικά- έκπτωτο στα μάτια του Σωτήρα, όσους ‘’σταυρούς’’ ή ‘’προϋποθέσεις’’ και αν καταθέσει. Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Η πορεία έχει την αξία.

Όλες οι θρησκείες στις ρίζες τους κάπου συναντώνται και όλες έχουν να κάνουν με την ευτυχία του ατόμου, ενώ κάποιες άλλες προχωρούν και παραπέρα υποσχόμενες και αιώνιες απολαβές. Θεμιτό και αυτό και ορθά εντασσόμενο στην απαλοιφή του μεταθανάτιου άλγους.

Το ερώτημα επί της παρούσης είναι το εξής:
Η απόφαση περί του ονόματος της πίστης μας είναι τελικά καθαρά δική μας;
Μήπως υποχρεωνόμαστε λόγω γεωγραφικής θέσης της γεννήσεώς μας να ακολουθήσουμε το δόγμα που εδρεύει στο τόπο αυτό;

Και ερωτώ υπό την καλυτέρα των αιρέσεων. Με διάθεση φιλοσοφίας και μόνο του γεγονότος. Πόσοι εξ’ ημών θα γινόμαστε χριστιανοί γεννημένοι στο Ιράν για παράδειγμα;

Κάποιος Μωαμεθανός έχει δικαίωμα στο μοναδικό παράδεισο όπου και επικαλείται η δική μας θρησκεία;

‘’Ασφαλώς’’ θα απαντήσουν πλείστοι εξ’ ημών, ‘’υπό προϋποθέσεις’’. Και ορθά θα συνηγορήσω. Μήπως να νομίσουμε ότι είμαστε περισσότερο φίλοι με όλους τους άλλους από όσο θεωρούμε μια και από τύχη βρεθήκαμε ο καθένας στον τόπο του; Και εκεί που συμφωνούμε επανέρχομαι θέτοντας ένα άλλο ζήτημα: μα εάν οι πράξεις του μουσουλμάνου αυτού ήταν αντίθετες με αυτές της δικής μας θρησκείας; Η δική μας θρησκεία σε καμία από τις αιρέσεις της -όπως και πολλές άλλες άλλωστε- δεν μιλά για την ιερότητα κάποιου πολέμου (τζιχάντ).

Εγείρεται λοιπόν ένα νέο θέμα μείζονος σημασίας (το οποίο δεν θα αναλύσουμε σε αυτό το άρθρο). Το θέμα εκείνο που θα μπορούσε να απαλλάξει τον πιστό από τις αμαρτίες εκείνες που δεν διδάχθηκε ως τέτοιες… Με αυτή την θεώρηση όμως και πάλι ενσκήπτουν νέα θέματα, μείζονος επίσης σημασίας. Τελικά μήπως οι θρησκείες ευεργετούν εκτός από την ψυχή και άλλα συμφέροντα; Και εάν ο Θεός είναι ένας –πανανθρώπινος- τότε λογικά θα ερμηνεύεται διαφορετικά…

Ξεφεύγουμε.

Για να επανέλθουμε αναφέρω ότι μάλλον θα πρέπει να διευρύνουμε το μυαλό μας αφήνοντας να περάσει μέσα πρωτίστως η ουσία των γεγονότων που λέγαμε παραπάνω. Να εισέλθουμε στο βαθύτερο νόημα της γενικότερης θεώρησης των όποιων ιερών προσταγών, οι οποίες δείχνουν να απέχουν όλο και λιγότερο από τις μακρινές μας προσδοκίες και όχι στο απλό –ξύλινο- στερεότυπο τυπικό.

Με την εκδοχή αυτή θα καταστεί ευκολότερος ο συγκερασμός μερικών ουσιωδών διαφορών λογικής–πίστης.

Θα επανέλθουμε…