Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Αλήθειες με γεύση πικρή.


Η όποια κατηγορία-κριτική δίχως τον πρότερο καταλογισμό της οικείας ευθύνης θα μπορούσε εκτός από εμπαθής να χαρακτηρισθεί και δολία.

Όλοι εμείς που δίχως σταματημό καταφερόμασταν εκτοξεύοντας μύδρους σε όλους εκείνους που έκαναν την χώρα μας προτεκτοράτο θα πρέπει να ομολογήσουμε και την άλλη πλευρά του νομίσματος εάν επιθυμούμε να λεγόμαστε αμερόληπτοι.

Πίσω λοιπόν από όλα τα άδικα και όλα τα απωθημένα των ξενόφερτων ηγεμονίσκων, των ύπατων συμβούλων-διοικητών που στρογγυλοκάθισαν στους περίοπτους θώκους μας υπήρχαν και κάποια μελανά σημεία δικά μας.

Είχαμε φροντίσει να φτιάξουμε -μεταξύ όλων των άλλων- ένα σύστημα ανάξιων αξιών και το είχαμε σπρώξει όλο μέσα στη σιγουριά του απυρόβλητου. Χρησιμοποιώ το ρήμα ‘’είχαμε’’ και όχι ‘’είχαν’’ διότι η πλειοψηφία ημών συντηρούσε με την ψήφο της και με πολλούς άλλους τρόπους, το εκάστοτε καθεστώς. Ουδείς αμέτοχος έστω και των ελάχιστων ευθυνών 1.


Ως ‘’σιγουριά του απυρόβλητου’’ ασφαλώς και εννοώ τον δημόσιο τομέα ο οποίος δικαίως οικειοποιείται και τους τρείς βαθμούς του χαρακτηρισμού ευρύς, ευρύτερος, ευρύτατος, μια και συμπεριλαμβάνει σχεδόν το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού –εάν αναλογισθεί κανείς το πλήθος των εν παντί τρόπο εμπλεκομένων σε αυτό- καθώς επίσης και τον επόμενο –χαρακτηρισμό-. Σάπιος-βρομερός.

Εάν εξαιρέσουμε τους κάποιους εκείνους των εκ των δημοσίων οι οποίοι φιλότιμα προσπάθησαν οι υπόλοιποι, οι τρομερά υπέρτεροι σε  αριθμό, σαμποτάρισαν την όποια προσπάθεια με τη ένοχη συμμετοχή τους, με την αδράνειά τους, με την σιωπή τους, με την ανοχή τους, με την ευθύνη τους με την …άυλη παρουσία τους.

Η βαριά πλειοψηφία των διορισμένων εργαζόταν με την ‘’ώρα’’ αναμένοντας το τέλος του μήνα –την πληρωμή- και την όποια άδεια ή κοπάνα. Δεν υπήρχε κανείς θαρρώ που μπορούσε (με την ανοχή του διευθυντού ή μη) και δεν την έκανε, μια και ο μέγας εργοδότης, ο λαός, αν και πανταχού παρών ήταν εν τοις πράγμασι μονίμως απών. Το χρήμα που έρρεε ασυνόδευτο υφίστατο άγριες δαγκωματιές μια και δεν είχε όνομα ή αφέντη.

Το απρόσωπο των κηφήνων λοιπόν παρέμενε και εισέτι παραμένει ικανό μέρος του αλαλάζον, διαρρηγνύοντας όχι μόνο ιμάτια αλλά και συνειδήσεις, μπουρδουκλώνοντας με σοφιστείες τα αυταπόδεικτα υπεξαιρεθέντα (τα αδίκως παρακρατηθέντα, δικαιώματα ή χρήματα). Το τέρας σφαδάζει. Χάνει την τροφή του. Αποκαλύπτεται η κρυφή πηγή του πλουτισμού του.

Τα πάντα κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Ποιο είναι λοιπόν το αποτέλεσμα της στρατιάς των κρατικοδίαιτων; Το κάτι πάνω από το μηδέν -για να είμαστε επιεικείς- και αναφέρομαι σε ό,τι χρειαζόταν πρωτοβουλία και κατάθεση πνεύματος. Σε ό, τι χρειαζόταν ιδέα, όραμα και διαχειριστική ικανότητα. Και όλο αυτό, θαρρώ, ότι γινόταν όχι λόγω ανικανότητας (ακόμα και στατιστικώς να το δούμε, δεν μπορεί όλοι να είναι ανίκανοι) αλλά λόγω μη ουσίας και λόγου! Κανείς δεν θα πει μπράβο σε κανέναν, κανείς δεν θα δώσει τίποτα παραπάνω σε χαρτί (υποτιμητικός όρος για το χρήμα). Άρα ποιο το νόημα της υπερβολής; Άσε που θα υπάρχουν και δέκα άλλοι αντιπολιτευόμενοι που θα πουν ‘’όχι’’ στο όποιο εγχείρημα για να μην πουν ‘’ναι’’.

Προχωρούσε λοιπόν αργά, αλλά έστω προχωρούσε ό,τι χρειαζόταν σφραγίδα και υπογραφή. Κατ’ ανάγκη. Η ρόδα του δημοσίου σερνόταν στο καρόδρομο έστω και με βήμα αργό. Βάλτωνε όμως ό,τι χρειαζόταν πρωτοβουλία .

Δείτε για παράδειγμα την κατάντια των Ολυμπιακών εγκαταστάσεων, τα αδίκως χρηματοδοτούμενα ακίνητα την λοιπή εγκατάλειψη παντός δημοσίου συμφέροντος ή έστω την ύποπτη εκμετάλευσή της και πόσα άλλα… χωρίς να μιλάω για διαφθορά, αυτό είναι άλλο κεφάλαιο στη μακριά λίστα…

Πόσους λοιπόν δημοσίους υπαλλήλους -καλούς και κακούς- να θρέψει ο λαός; Και λέγοντας λαός αναφέρομαι κυρίως σε πρόβατα και γαϊδούρια διότι τα άλογα τρέχουν ξεφεύγουν και δεν πληρώνουν φόρους…

Χρειαζόταν αναδιάρθρωση όλο ετούτο το κακοτέχνημα;
Ασφαλώς και χρειαζόταν με τρόπο ίσως αλλιώτικο, αλλά όμως χρειαζόταν.

Και τώρα πού βρισκόμαστε μετά από τόσες θυσίες;

Σχεδόν πουθενά. Κουραστήκαμε για δέκα και αποδώσαμε για δύο. Χαρακτηριστικό των κουτών για να μην πω των ηλιθίων. Διαλύσαμε ένα ελεφάντινο δημόσιο και διατηρήσαμε ένα ισχνής αγελάδας που επίσης παραπαίει και εξακολουθεί να ‘’μπάζει’’.

Εάν μιλούσα περί νοοτροπίας θα κινδύνευα να φανώ τετριμμένος, ακόμη και εάν αυτή παραμένει το βαθύτερο αίτιο της νοσηρής κατάστασης η οποία μας δυναστεύει.

Ο κάθε υπάλληλος οφείλει να αγαπήσει εκείνο που κάνει και για να το αγαπήσει πρέπει να του αποδοθούν και ευθύνες –υπευθυνότητα- και κίνητρα. Μέχρι και βραβεύσεις με μετάλλια. Ο Έλληνας την πάει τη δόξα. Και έλεγχος βαθύς, δίκαιος και πολλά άλλα …την στιγμή που κάνει και ζέστη και η ώρα πλησιάζει δύο και η παράνομη ή η νόμιμη φίλη, η γυναίκα, η εκδρομή περιμένει. Πού να τρέχουμε για αυτοψία-έλεγχο τώρα, ο Νίκος φίλος είναι. 
Παράδειγμα αναφέρω.

Η νοοτροπία λοιπόν. Πρωτίστως. (δεν κατάφερα να αποφύγω την αναφορά)

Εν μέσω πολλών άλλων λοιπόν, είδαν και αυτά οι ξένοι και εξανέστησαν. Οι δόλιοι. Πού να ήξεραν με ποιούς πήγαιναν να βάλουν. Νικιέται ο Έλληνας μωρέ;

Του λες να δουλέψει με το ήρεμο.
Δεν σε ακούει.
Του λες να δουλέψει με τον τσαμπουκά. 
Τον προσβάλλεις! 
Σου δουλεύει λοιπόν επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς στρώνοντας το ράφι –επί παραδείγματι- που του λες και σου χαλάει το διπλανό για να μάθεις! Το πριονίζει το κλαρί που κάθεται. Δεν νοιάζεται για τον εαυτό του αρκεί να μην περάσει το δικό σου. Και καλά θα μου πείτε είναι θέμα φθηνής εκδίκησης; Όχι αλλά είναι θέμα της ψυχολογίας μας. Τι λέτε δεν είναι εάν όχι σε όλες τις περιπτώσεις, σε αρκετές από αυτές τις καθημερινές αντιπαλότητες;

Τα συνδικάτα πολεμώνται;

Το κεκτημένο παύει να θεωρείται δίκαιο;

Όταν το κεφάλι εξακολουθεί να βρομάει υπάρχει ελπίδα για το σώμα;

Στο δια ταύτα λοιπόν.
Τίποτα δεν μπορεί να γίνει έξω μια από ολική διαγραφή. Όχι χρέους (αυτή δεν πρόκειται να μας τη δωρίσουν) μα νοοτροπίας, αλλά …μεταξύ μας, η του χρέους μοιάζει πολύ ευκολότερη διότι με την αλλαγή της νοοτροπίας σκοντάφτουμε στα ίδια συμφέροντα και στα ίδια κομματικά τερτίπια από όπου και να προέρχονται, άρα εμμένουμε βαδίζοντες στην απτραπό που χρόνια γνωρίζουμε.

Και αφού εμμένουμε θα πρέπει να συνηθίζουμε στην παρούσα κατάσταση έχοντας όμως στο πίσω μέρος του μυαλού μας ότι όλο αυτό το τερατούργημα που όλοι βλαστημάμε, κάποτε το προσκυνήσαμε είτε θέλοντας να μπούμε οι ίδιοι στο σώμα του ως δημόσιοι (μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει ντάγκα-ντούγκα ο μισθός… Κανείς δεν σε κουνάει!) είτε προσπαθώντας κάποτε να χώσουμε τα παιδιά μας, αποσκοπώντας στα προσωπικά μας οφέλη, μια και όλοι ομοίως κάνανε. Καλώς ή κακώς2.

Και όλα αυτά μέχρι χθες, γιατί το δημόσιο πλέον έχασε μέγα μέρος της αίγλης του αλλά και της προσβασιμότητάς του. Μέχρι να φύγει η τρόϊκα φαντάζομαι, αμέσως μετά ο Έλληνας ιδίως πριν από τις εκλογές θα πιάσει και πάλι δουλειά.

Τι να λέμε...

Πολεμάται η Ελλάδα μωρέ;

1  Με αυτό ασφαλώς και δεν ασπάζομαι το δόγμα Πάγκαλου ‘’μαζί τα φάγαμε’’ διότι είναι άτιμο να χρεώνεις ίσα στο τραπέζι τον ελέφαντα με το κουνούπι. Τον όποιο διδάξαντα μιζαδόρο κυβερνώντα με τον τελευταίο μαθητούδι της επικράτειας που ελίσσεται με σκοπό το ελάχιστο κέρδος.-βλέπε απόδειξη- Σε επίπεδο φιλοσοφικής αναζήτησης και θεωρίας ασφαλώς και υπάρχει ευθύνη, η θεωρία  από την πράξη όμως πόρρω απέχει.
Στο λόττο π.χ. παίζει κάποιος ένα λαχνό με πιθανότητα κέρδους 1/13.000.000 περίπου.
Με δύο λαχνούς διπλασιάζει τις πιθανότητές του! 
Παίζει με 100/100 μεγαλύτερο ποσοστό επιτυχίας. (2/13.000.000 δηλαδή!) 
Στην πράξη όντως παραμένουν αμφότερες μηδενικές ή έστω όμοιες, όμως ακούγονται στα αυτιά πραγματικά ελπιδοφόρες.

Διατηρώ το ‘’καλώς’’ διότι όταν μία παρανομία γίνεται από όλους καταντά νομιμότητα ασχέτως εάν στο βάθος της παραμένει μη νόμιμη. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν λοιπόν την κρατούσα θεώρηση (περί εισαγωγής στο δημόσιο) κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει ευθέως κανένα για τον λόγο που και εκείνος επιθυμεί-επιθυμούσε το προφανές. Ο τρόπος εισαγωγής του κάθε ενός, τα κριτήρια δηλαδή, είναι ένα άλλο θέμα, το οποίο επίσης πονάει έχοντας ήδη γεννήσει μύριες αντιπαραθέσεις.