Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

Ειλικρίνεια ή ασφάλεια; Επιλογή του συγγραφέα. Μέρος 3. Περί γραφής.


Οι επιλογές όπως και οι προτάσεις είναι απεριόριστες. Οι επιθυμίες των αναγνωστών ομοίως και όλες ορθές από τη στιγμή κατά την οποία ο καθένας δικαιούται να πράξει τα δέοντα προς εξυπηρέτηση των αναγκών του.

Κάποιος θέλει να ξεχαστεί, άλλος να μάθει, ο τρίτος να προβληματιστεί και πάει λέγοντας. Στο τέλος όμως της μακράς διαδρομής όλοι οι ιδεασμένοι θα συναντηθούν και θα συμφωνήσουν ορίζοντας ως άριστο το ένα είδος -ασχέτως προτίμησης-. Θα τολμούσε κανείς να πει ότι όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην ψυχή…

Θα μπορούσαμε να πούμε στο σημείο αυτό, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των καθ’ έξιν αναγνωστών ωριμάζει διαβάζοντας και αυτό το κάνει θέλοντας και μη, διότι το κάθε βιβλίο παρέχει διδαχή και άρα προτροπή, την στιγμή που τοποθετεί αναλόγως τον πήχη.

Βεβαίως και διδάσκει έστω και την ελάχιστη διδαχή καθώς διαβάζοντας κανείς μαθαίνει το απλούστερο. Να μιλάει, να σκέφτεται με ένα τρόπο, ίσως, διαφορετικό, να εμπλουτίζει το λεξιλόγιό του να πληθαίνει τα επιχειρήματά του κ.ά.)

Όλα τα μυθιστορήματα εκφράζονται μέσα από χαρακτήρες ηρώων οι οποίοι οφείλουν να είναι διακριτοί, ακέραιοι και αληθείς στο μέτρο που επιτάσσει η ιδέα της ιστορίας. Και πράγματι έτσι γίνεται ή έστω έτσι προσπαθεί να κάνει ο κάθε γράφων.

Μέχρι εδώ όλα καλά, αλλά το μέτρο χάνεται καθώς εκδίδονται πλέον αφειδώς υποθέσεις κοινωνικές καθημερινής τρέλας, μυστήριας πλοκής, εστιάζοντας ως να είναι φυσικό επιδερμικά στα γεγονότα που αναφέρονται. Το παραμύθι της γιαγιάς το απλό οι λέξεις που παρακαλούνται να γεμίσουν σελίδες με πράξεις ανούσιες δίχως την ανάλυση της αιτίας ή του νοήματος της συγκεκριμένης πράξης.

Ο τάδε σηκώθηκε, πήγε, έτρεξε. Θύμωσε, τον κτύπησαν, κτύπησε, κρύφτηκε. Είχε σχέση με αυτόν, με αυτήν ή την άλλη που ήταν καλή, κακιά, δόλια ή αφελής. Τίμια ή άτιμη. 


Και ξαφνικά, μέχρι το τέλος του τυχαίου βιβλίου όλα ανατρέπονται ως να ήταν το μέγα ζητούμενο, η θεμιτή παραπλάνηση του αναγνώστη ως προς το τέλος. Η έκπληξη: Τελικά δεν ήταν κακός ο αναφερόμενος ή ήταν…

Καταλήγουμε ότι μάλλον είναι το πανάλαφρο ‘’σχήμα’’ που πουλάει. Πουλάει έστω και εάν ιστορείται κακήν κακώς (καθότι περιέχει λάθη, απότομες εναλλαγές θεμάτων, κοντά κεφάλαια, story (όχι υπόθεση) που πάσχει, που ενδεχομένως υπερβάλλει αγρίως, που ως σύνολο δεν μπορεί να σταθεί από φιλολογικής πλευράς στα χέρια ενός τακτικού αναγνώστη.

Ο/η συγγραφέας συνήθως πληρώνει. Πληρώνει και εκδίδεται. Ομοίως και το κοινό πληρώνει. Πληρώνει αλλά δεν διαβάζει… Ή διαβάζει χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς του προτείνεται, επιδοκιμάζοντας τελικώς την προβολή-διαφήμιση. “”Για να το λένε θα είναι καλό. Τόσοι το διάβασαν’’

Και οι επιμελητές; Εκείνοι κατ’ ανάγκη στο κόσμο τους… (δεν θα μπορούσαν άλλωστε να ξαναγράψουν το βιβλίο, αν και μου έχουν αναφέρει, ότι έχει χρειαστεί –κάποιοι φιλότιμοι του είδους- να επανεγγράψουν κεφάλαια ολόκληρα επειδή δεν άντεχαν το μέγεθος της …συμφοράς). Αποδέχονται λοιπόν την –κακοσερβιρισμένη- τρέχουσα γλώσσα, την βολοδέρνουσα ιδέα ενδεχομένως μη μπορώντας να πράξουν αλλιώς. (ο χρόνος πιέζει, ο πελάτης ομοίως, το συμβόλαιο επιβάλλει…)

Όλο ετούτο λοιπόν το αποτέλεσμα του συγγραφικού κατασκευάσματος που καταγράφει νούμερα –πωλήσεων-, είναι όντως μία ιδέα με πολλούς (αδιάφορους) οπαδούς. Που πληρώνουν όμως, αλλιώς δεν θα υπήρχε.

Η ‘’λιγοστή’’ επί της ουσίας έκδοση της μαζικής παραγωγής των 300-400 αραιογραμμένων σελίδων σε ανακυκλούμενο χαρτί δεν πάσχει μόνο σε ένα σημείο μα σε περισσότερα αλλά κερδίζει την προτίμηση της μεγάλης μερίδας αναγνωστών οι οποίοι προτιμούν έργα από το τίτλο το εξώφυλλο και ίσως την περίληψη ή ακόμα και το ...όνομα.

Θα μου πείτε πώς αλλιώς να προτιμηθεί κάποιος πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας; (για την επιλογή βιβλίου με κριτήριο το γνώριμο ''όνομα'' κανείς δεν δικαιούται να ομιλεί...)

Δίκιο έχετε και σας απαντώ: Με την ανάγνωση του κάτω μέρους μερικών τυχαίων σελίδων από τη μέση του βιβλίου δίνοντας σημασία στο λεξιλόγιο και τις περιγραφές των δρώμενων. Εστιάζοντας στην πρώτη παράγραφο μερικών τυχαίων κεφαλαίων και ...ακολούθως με την ανάληψη του όποιου ρίσκου. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς… Δεν αγοράζουμε και οικόπεδο…

Αλλάζοντας θέμα αναφέρω ότι το κάθε βιβλίο που αναφέρεται στην Ελλάδα κερδίζει αρκετούς από εκείνους που θέλουν να διαβάσουν κάτι που αφορά τον τόπο μας. Είναι θεμιτό και άρα λογικό να μας προκαλεί το ενδιαφέρον η ματιά του/της συγγραφέως για τις τοποθεσίες όπου πιθανόν να έχουμε κοιτάξει ως ντόπιοι ή τουρίστες, για τις δικές μας εκφράσεις που έχουμε πει και με χαρά αναγνωρίζουμε για τα ίδια προβλήματα της όμοιας κουλτούρας.

Ποντάρει επίσης (το βιβλίο) και στα δικά μας τα ήθη. Στα δικά μας ήθη, επιμένω σε αυτό μια και είναι το βασικότερο όλων, εφ’ όσον βεβαίως αυτά αποτυπώνονται σωστά, άρτια και με τις ανάλογες προεκτάσεις και θέσεις του εκάστοτε υπογράφοντος, διότι το ένα ήθος έχει πάμπολλες παραμέτρους, πολλές αλήθειες και ακόμα περισσότερα ψεύδη, τα οποία στο σύνολό τους πηγάζουν από τους χαρακτήρες που προτείνει ο συγγραφέας στον κάθε ήρωα αλλά και τη σχέση του κοινωνικού περίγυρου, τις επιρροές του στο υποκείμενο και την καθοριστική ματιά του υπογράφοντα. Και όλα αυτά δεν είναι καθόλου εύκολα οπότε η πιθανότητα της αποτυχίας εμπέδωσης και περιγραφής της δεδομένης κατάστασης ελλοχεύει σθεναρά ιστάμενη.

Η αναφορά σε θέματα κοινωνίας πρέπει να εμπεριέχει αυτούσια καθώς και, απαιτεί, γνώμη. Ο συγγραφέας οφείλει κατεύθυνση ή έστω μια τέτοια περιγραφή που να περιλαμβάνει (με τον τρόπο που εκείνος επιθυμεί) πολυπροσανατολιζόμενα επιχειρήματα και ο αναγνώστης ας κρίνει.

Μπορεί το τάδε καλό έργο με την ωραία υπόθεση να προτιμηθεί από μερικές χιλιάδες αναγνώστες και να  παραμείνει -στην καλύτερη περίπτωση- ένα καλό, ανάμεσα σε χιλιάδες καλά άλλα. Ένα από όλα της καλής μάζας… Να θεωρηθεί επιτυχία.

Το ζητούμενο του συγγραφέα είναι αυτό; Διερωτώμαι. Η παράσταση του βιβλίου του σε ικανοποιητικό αριθμό αντιτύπων;

Θα πρέπει να αρκεί στον γράφοντα η αναφορά μιας ιστορίας καλής ή θα πρέπει να τον συνεπαίρνει η ιδέα της ‘’πρότασης’’;

Υπάρχει πρόταση από τον συγγραφέα;

Εάν ναι τότε μπορούμε να μιλάμε για ιδέα και όχι μόνο για γραφή. 

Δικαιούμεθα ακόμα και την επιτυχία των λίγων ‘’οπαδών’’ ή και την πονετική απόρριψη, διότι απορρίπτεται εκείνος που προτείνει και όχι εκείνος/η που ‘’τιμίως’’ ακολουθεί το σύστημα προς ίδιον όφελος, ηθικό ή μη.

Πέραν αυτών, επανέρχομαι λέγοντας-ισχυριζόμενος, ότι δεν αρκεί η απλή αναφορά-περιγραφή, κάποιων γεγονότων ώστε να πάρει κάποια ιστόρηση την άξια βάση, ούτε και η όποια ενδιαφέρουσα πλοκή της, όσα αντίτυπα και εάν πουλήσει μέσα στην Ελλάδα (αν και αυτό δείχνει να καταντά το μέγα ζητούμενο. Η ποσότης ή άλλως το χρήμα. Και η οσμή της ''απαλής'' δόξας βεβαίως) διότι έχει να συναγωνιστεί-συγκριθεί με πολλά και βαριά ξένα και Ελληνικά ονόματα σε όμοιες κοινωνικές ή μη υποθέσεις οι οποίες πολύ δύσκολα χάνουν τη θέση τους από κάποια άξια βιβλιοθήκη…
Η μάχη δίνεται σε όλα τα επίπεδα.


Στο επόμενο άρθρο θα εστιάσουμε στην ιδέα της ιστορίας.