Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Ειλικρίνεια ή ασφάλεια; Επιλογή του συγγραφέα. (Μέρος 2, Κείμενο Α)

Επιλέξετε για την ανάγνωση του πρώτου μέρους.

Η ερωτική γραφή λοιπόν. Η ακροβασία στη γραμμή που χωρίζει την προσβολή του ήθους από τον όποιο έπαινο ή έστω την απλή αποδοχή. Χρειάζονται ετούτα τα λόγια ώστε να αντιληφθεί ο αναγνώστης ο οποίος απλά διαβάζει και κρίνει, το δύσκολο της υπόθεσης μια και το θέμα δεν είναι τι θα πει ο συγγραφέας, αλλά ο τρόπος ο οποίος θα το πράξει και ο σκοπός πίσω από την πράξη αυτή. 

Τα παραδείγματα που θα ακολουθήσουν είναι αναπόφευκτα.
Ας ξεκινήσουμε προσπαθώντας να θέσουμε κάποια όρια.

Πορνογράφημα θεωρώ ότι είναι η γραφή εκείνη που υπερβάλλει, που μόνο ονομάζει, που στέκεται σε -κενές- περιγραφές σωμάτων και πράξεων, με μόνο σκοπό τον ερεθισμό των αισθήσεων του αναγνώστη. Το πορνογράφημα στερείται λογοτεχνικής γραφής, παρουσιάζεται στεγνό αρκούμενο σε στιχομυθίες γνωστές (οι οποίες ασφαλώς και μπορούν να υπάρξουν σε λογοτεχνικό κείμενο τοποθετημένες όμως ορθά σε ανάλογη λογοτεχνική ατμόσφαιρα) και εν τέλει βασίζεται σε φτωχή-υποτυπώδη υπόθεση. Λογικό, μια και η ουσία της παραδοχής του ευρίσκεται σε άλλο επίπεδο.

Λογοτεχνικό ερωτικό κείμενο θεωρείται εκείνο το οποίο καταφέρνει να παρουσιάσει εκτός από τον ψυχισμό του ήρωα/ίδας και το αίτιο της πράξης αλλά και το αποτέλεσμα. Επιδιώκει και πετυχαίνει την ολοκληρωμένη παράσταση ενός κύκλου που περιλαμβάνεται στον ευρύτερο χώρο της αφηγούμενης ζωής του ήρωα/ιδας.

Με άλλα λόγια η σεξουαλική πράξη παρεμβάλλεται μεταξύ δύο ή περισσότερων πολύ ουσιωδών ενοτήτων οι οποίες και καθορίζουν τον λόγο της και η οποία πράξη δεν αποτελεί αυτοσκοπό της γραφής αλλά ακολουθεί ως αποδεικτικό ή τεκμήριο της όποιας ψυχοσύνθεσης των δραστών.


Οι ενότητες αυτές ως αναπόσπαστα μέρη του έργου αναλύουν αναφερόμενες τη σχέση των ηρώων μέσα στην υπόθεση επί μακρόν και σε όλη την πορεία μέχρι την κατάληξη.

Οι περιγραφές γίνονται αποδεκτές στο χώρο της λογοτεχνίας ασχέτως της σύνθεσης του φύλου ή της ποσότητας των ηρώων στο χώρο του δράματος, της αμοιβαίας αποδοχής των, λόγω έρωτα, εξαναγκασμού, πλάνης ή ότι άλλο ήθελε ωθήσει τους εμπλεκόμενους σε δράση.

Η ηθική έχει ακέραιο το δικαίωμα της αποχής μια και δεν είναι εκείνη που ‘δικάζεται’. Ευρίσκεται παρούσα μόνο στη περίπτωση εκείνη όπου η αντικειμενική άποψη ευρίσκει έδαφος ευρύ, αλλά και πάλι δεν υποχρεώνεται μια και ορίζεται ως θεμιτή η κάθε παραφυλία που δεν εμπίπτει σε νόμους του κράτους. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτό που για εμάς ομοιάζει αφύσικο σε κάποιους άλλους κρίνεται απολύτως φυσικό.

Η μυθιστορηματική υπερβατική δυνατότητα λύνει τα χέρια του συγγραφέα και του παραδίδει το δικαίωμα υπό τους όρους αυτούς να δράσει.

Βεβαίως μία ερωτική πράξη σε ένα διήγημα-μυθιστόρημα μη ερωτικού (πχ, αστυνομικό) δεν οφείλει να είναι ούτε ανομολόγητη αλλά ούτε και λεπτομερής. Μπορεί κάλλιστα να παραμείνει εμφανώς στην αφάνεια περιγραφόμενη δίχως εμβάθυνση ως συνήθως συμβαίνει, αλλά και τότε χάνεται μια σπουδαία ευκαιρία (κατά την προσωπική μου άποψη) από την οποία μπορεί ο συγγραφέας να πιαστεί ώστε δώσει βαθύ χρώμα στη σάρκα της σχέσης που ιστορεί.

Μπορεί η ιστόρηση αυτή να ξεβολέψει, μπορεί, αλλά συγχρόνως φέρνει σε μια σαφώς πιο άμεση σχέση τον αναγνώστη με τον ήρωα/ιδα αποκαλύπτοντας στο βαθμό που ο υπογράφων επιθυμεί, μία δεύτερη πτυχή της ζωής του.

Παρατίθεται μία περιγραφή ενός γυμνού σώματος: ( με πλάγια γράμματα οι σκέψεις του ήρωα, οι μύχιες σκέψεις της λογικής του)

(απόσπασμα)
Έγειρα στο διαχωριστικό σαν το πιτσιρίκο που γυρεύει τον φίλο του ή την χαμένη του μπάλα. «Τάι» Καμία απόκριση. Σκοτάδια. Διάολε.
«Τάι»
Καβάλησα το λεπτό διαχωριστικό τοιχάκι και πάτησα στα μέρη της. Μπορεί να ήρθε ο άντρας της ηλίθιε. Δεν μπορεί; Μπορεί να την έχει πάρει μακριά ή να της κάνει έρωτα τώρα που κάνεις τον διαρρήκτη. Δεν μπορεί; Δεν μπορεί να της έχει σηκώσει τα πόδια;
«Τάι»
Ήδη κολλούσα το πρόσωπό μου στο κλειστό της τζάμι. Τα κεριά όλα είχανε σβήσει. Κανένα σημάδι ζωής. Γνώριζα πως η σουίτα της είχε και δεύτερο δωμάτιο εκεί όπου βρισκόταν το τεράστιο τριπλό κρεβάτι. Κανένας λόγος έξω από κάποιον διεστραμμένο δεν υπήρχε για γίνει κάποιο κρεβάτι τριπλό. Κανένας. Όμως να που κάποιοι έχουν την δύναμη και σκέφτονται πριν από εμάς και εμείς θαρρούμε τους εαυτούς μας προχωρημένους. Πόσο πίσω στεκόμαστε. Αρκεί ένας εργάτης με φαντασία να ξεπεράσει τον καλύτερο εραστή.
«Τάι»
Δοκίμασα την πόρτα. Ξεμαντάλωτη! Είσαι ηλίθιος αγόρι μου. Έχωσα το μουσούδι μου σαν τον εθισμένο γέρο χαμούρη στα λευκά μπούτια της γριάς. Πέρασα μέσα. Η βαριά μυρωδιά τού κάτι σαν όπιου με συνεπήρε. Το κάνει η πουτάνα. Τραβάει τις τζούρες της. Κι έπειτα μου λες εμένα… Με γλύκανε η βρόμα του χασισιού. Είχα νιώσει την σαν βάλσαμο γλύκα του στα πνευμόνια μου μέσα, πολλά χρόνια πριν. Υγρό σε μορφή λαδιού πότιζα τα τσιγάρα, τότε, πριν παντρευτώ ακόμα.
«Τάι»
Την είχα κολλήσει την βελόνα για άλλοθι. «Είσαι καλά;» Προχωρούσα αργά με το βήμα του χαφιέ ερευνώντας για τυχόν αποδείξεις της απουσίας της. Για εσώρουχα ψάχνεις, μπορείς να το πεις… Ε. ναι λοιπόν, το καλύτερο που θα μπορούσα να βρω εδώ εάν εκείνη έλλειπε, θα ήταν οι δαντέλες της.
Στηρίχθηκα στο κάσωμα της ενδιάμεσης πόρτας και πέταξα μία και μόνη ματιά στην κρεβατοκάμαρα και την είδα ανάσκελα γυμνή να κοιμάται. Τρελάθηκα. Ένα μικρό αμπαζούρ ήταν αναμμένο που φώτιζε όσο χρειαζόταν για να μαζέψω με τα μάτια μου ότι ακριβώς χρειαζόμουν. Η κάπνα ήτανε μάλλον γαλάζια έχοντας αναλάβει τον ρόλο του διαβολικού φόντου. Βαθιά, χαώδης. Επίσημη. Η οσμή του χνώτου της γυναίκας αδιόρατη πια, χαμένη. Η μπαλκονόπορτα του δωματίου της δυο ιδέες ανοιχτή.
Η Τάι θα έπρεπε να πω, αν ήθελα να είμαι δίκαιος με όλες τις γυναίκες που είχα γνωρίσει, ότι ήταν, όπως ακριβώς την κοιτούσα τώρα, μια άρνηση της γυναικείας ομορφιάς με την αντικειμενική ισχύ του όρου. Δεν είχε καθόλου στήθος, εκτός και αν τα δύο σκέτα, δίχως υπόβαθρο, κάστανα στο ανάλογο μέρος του σώματός της ισχυριζόταν κάποιος ότι στοιχειοθετούσαν αυτά. Τα κόκκαλα της λεκάνης της προεξείχαν προκλητικά και άφηναν την κοιλιά της να κουφώνει βαθιά μέσα, λόγω της έλλειψης σάρκας.
Ήταν πολύ πιο αδύνατη από ότι την φανταζόμουν. Τα πόδια της ίσια λεπτά διαμέτρου το πολύ δεκαπέντε εκατοστών, χωρίς την χάρη της καμπύλης του μηρού. Ο λόφος στην συμβολή τους πεταγόταν αφύσικα φουσκωτός προς τα επάνω και εντελώς άτριχος. Το χέρι της το αριστερό που κρεμόταν άτονο, βαστούσε ένα κορδόνι μακρύ, καστανόξανθο, σαν λυτό κομποσκοίνι. Η άκρη του ακουμπούσε στην μπεζ μοκέτα. 
Κι ανάσανε βαθιά, ρυθμικά, παράξενα οικεία.
Κοιμάται… Στο τασάκι δίπλα της σβησμένη άτσαλα μια χοντρή γόπα. Τα εσώρουχά της αφημένα στα πόδια του κρεβατιού. Χωρίς τάξη. Ολομέταξα.
Έφυγα ήρεμα με την καρδιά μου να παίζει αφρικάνικους σκοπούς στα στήθια μου μέσα. Άσχημη είναι. Το πρόσωπό της ήταν το μόνο που είχα ξεχάσει να δω. Πώς ήταν δυνατόν; Χαμηλά στη κοιλιά μου αισθανόμουν ήδη σκληρός. Εγώ, ο οποίος δεν ήμουν και από τους πλέον εύκολους ε;
Λοιπόν, μου άρεσε η ασχήμια του σώματος της. Με αλάφιαζε σαν κάτι το αυθεντικό. Με τρέλαινε η προσβολή στα καλώς ιστάμενα. Την προτιμούσα χίλιες φορές όπως ήταν. Την φανταζόμουν ακόμα καθώς της άδειαζα τη γωνιά, κακιά και δύστροπη, με τα πόδια ανοιγμένα να ψέλνει ύμνους περί της ηθικής πνιγμένη στο σπέρμα. Είσαι άρρωστος αγόρι μου. Βαριά αγαπησιάρης του άδικου, της προστυχιάς. Διακινητής ανώμαλης σκέψης. Ποιος ξέρει τι κουβαλάς μέσα σου. Ποιος ξέρει…

Εκείνα που πρέπει να λεχθούν λέγονται. Τα μηνύματα που προσπαθεί να περάσει ο συγγραφέας περνούν. Η ανάγκη, η διστακτικότητα η βαθιά επιθυμία, η έλξη. Η ιδέα ότι το μυαλό υποφέρει.

Τα θεμέλια τοποθετούνται ώστε να καταφέρουν να υποδεχθούν με σιγουριά το γεγονός. Παράλληλα η πράξη οριοθετείται ώστε να αποφύγει τον όποιο κλυδωνισμό την όποια παραπομπή σε ανεπίτρεπτο γράφημα. Ο αναγνώστης προϊδεάζεται και αναμένει σχεδόν επιθυμεί…
Οι λέξεις που αναφέρονται στο κείμενο γίνονται αποδεκτές ως αληθείς, αναγκαίες μέσα στα όρια του θεμιτού και της ειλικρινούς παρουσίασης του θέματος.

                                                                                                         Συνεχίζεται…

  • Τα sites που επιθυμούν να αναδημοσιεύσουν το άρθρο παρακαλούνται να χρησιμοποιήσουν τον ακόλουθο σύνδεσμο: Γράφει ο  Γιώργος Σ. Πολίτης