Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Ειλικρίνεια ή ασφάλεια; Επιλογή του συγγραφέα. (Μέρος 2, Κείμενο B)


Η όποια υπόθεση δεν είναι απαραίτητο να συμβαίνει σε βάθος χρόνου. Μπορεί κάλλιστα να διαδραματίζεται στο χρονικό όριο ακόμα και της μιας ημέρας. Είναι πολλά εκείνα που μπορούν να λεχθούν για όλες τις ουσιώδεις λεπτομέρειες που περνάνε απαρατήρητες, ιδίως σε ένα μυθιστόρημα που θέλει να λέγεται ερωτικό.

Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ο/η συγγραφέας οφείλει να πιάσει στον αέρα, να δημιουργήσει τη πνοή που ξεσηκώνει θύελλες στον ψυχισμό, στη σχέση, στη τυχαία συνεύρεση και δημιουργεί την ακατάσχετη επιθυμία.

Όχι την ήπια ερωτικότητα, εκτός και εάν αυτή εντάσσεται ηθελημένα στο κάδρο, στη μεριά της γνώμης που θέλει να περάσει στο κοινό.

Η υπερβολή του συναισθήματος η οποία υπερβολή στο ερωτικό διήγημα απαντάται συχνά και δικαιολογεί την παρουσία της είναι κατά τη γνώμη μου άκρως αποδεκτή.

Όταν ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει έστω και μία φορά τον εαυτό του παρόντα στο ελάχιστο πνεύμα, σε μία και μόνη στροφή των λόγων του συγγραφέα, το παιχνίδι από τον γράφοντα θα πρέπει να θεωρείται κερδισμένο. Ο στόχος έχει ήδη επιτευχθεί έστω και εάν ποτέ δεν πρόκειται να ομολογηθεί.


Θα πρέπει όλοι να καταλάβουμε ότι η θέση του κοινού σε ένα βαθύ και ιδεασμένο ερωτικό μυθιστόρημα είναι πολύ δύσκολα διαχειρίσιμη.

Με τη συμφωνία του ο καθένας αποδέχεται, υπογράφει και θέτει εαυτό στη κρίση και ενδεχομένως στη χλεύη του κάθε ανώριμου, φοβικού, ανασφαλή ή αναστελλόμενου συνδαιτυμόνα, ιδίως όταν η ουσία του έργου έχει σαν κεντρική ιδέα κάποια παρέκκλιση διαδεδομένη, ευρέως ή μη.

Αλλά  ακόμα και στην περίπτωση εκείνη όπου ο αναγνώστης σταθεί απαθής, αμέτοχος ή ανέγγιχτος θα έχει αποκομίσει ως κέρδος την ιδέα, τη γνώση, τον τρόπο, τη γνώμη εκείνη την οποία μπορεί να μην ασπάζεται.

Σε κάθε λογοτεχνικό μυθιστόρημα οτιδήποτε και εάν πραγματεύεται ο συγγραφέας θα πρέπει να ψάχνει αλήθειες τις οποίες θα αναφέρει αυτούσιες ώστε η κάθε μονάδα που απαρτίζει το κοινό, να καταφέρνει να ανακαλύπτει μέσα από τις σελίδες του έργου κομμάτια γνώριμα της ζωής των αντιδράσεων του εαυτού του, μέρη του ψυχισμού του ή έστω να καταφέρνει να πει για παράδειγμα «Ναι αυτό έτσι γίνεται, το έχω γνωρίσει»

Εξακολουθώ με την συνέχεια ενός αποσπάσματος…

 Βαδίζαμε αγκαζέ στον φαρδύ δρόμο που δεν είχα συγκρατήσει το όνομά του. Το μυαλό μου όλο ήταν μία υπέροχη χάβρα ασμάτων εξωτικών. Η αναμονή και η αδικαιολόγητα υπερβολική θέλησή μου για αυτή την γυναίκα, είχαν εξωθήσει τις λογικές μου στα έξω όρια ενός στημένου πάρε-δώσε παιχνιδιού, όπου η μπάνκα μονάχα θα χαιρόταν τη νίκη. Μονά δίνεις, ζυγά δεν παίρνεις… Καταλάβαινα πως δε υπήρχε ουσιαστικός λόγος να προσπαθήσω να αποδιώξω το συναίσθημα της αναγκαίας θέλησης, της απαίτησης του κορμιού της, που καταντούσε αιφνίδια ψύχωση, γιατί ποτέ καμία λογική που είχε αναμετρηθεί με το ένστικτο δεν είχε κερδίσει. Τελικά όλοι εμείς οι χρόνιοι υπομένοντες γινόμαστε οι καλύτεροι επαναστάτες. Οι μεγαλύτεροι ευεργέτες της χρόνιας ψυχολογικής μας κατάπτωσης και όλα αυτά, μέσα στον χρόνο τού ενός ‘κλικ’. Της μίας φωτογραφίας.
Βολεμένη στο κόκκινο aver satin φόρεμά της η Τάι βάδιζε πλάι μου στηριζόμενη στο μπράτσο του άντρα. Το έκανε με ένα τρόπο μαγικό σαν να ήταν η καλύτερη γκέισα, η απόλυτα εξαρτώμενη. Με άφηνε να βιώσω την ζωογόνα ψευδαίσθηση ότι ήμουν κάτι το πολύ σπουδαίο και πως αν την παρατούσα εκεί στην μέση του δρόμου, θα γινόταν έρμαιο του κάθε αλήτη, βορά του κάθε βιαστή και θέαμα του κάθε ηδονοβλεψία. Ήμουν σίγουρος πως η ελεγχόμενη υπόταξη της γυναίκας στον άντρα-συνοδό, ήταν μέρος αυτής της ανατολίτικης κουλτούρας και ήταν βαθιά βολεμένη στην ψυχή όλων των κοριτσιών της περιοχής σχεδόν από τα γεννοφάσκια τους.

Όπως γίνεται άμεσα αντιληπτό, οι όποιες σεξουαλικές σκηνές ακολουθήσουν  στο έργο, είναι κατά την ταπεινή μου άποψη θεμιτές. Η χρήση τής όποιας λέξης τοποθετηθεί στο χώρο της παράστασης είτε υπό μορφή διαλόγου, είτε σε πρόσωπο τρίτο, από τη στιγμή κατά την οποία έχει οριοθετηθεί το ψυχολογικό υπόβαθρο (το οποίο βεβαίως αναπτύσσεται σε αρκετές σελίδες) εντάσσεται ορθά σε ολόκληρο το σχήμα της ζωής των ηρώων ως μία απλή καθημερινή τους λειτουργία και ως τέτοια οφείλει να αναγνωρίζεται.

Διάλογοι μυθιστορήματος: «Καλημέρα» «Σε αγαπώ- με αγαπάς» «Σε γαμάω- με γαμάς» «Σε κοιτώ στα μάτια- με κοιτάς στα μάτια- κοίτα με» Λέξεις ίσης αξίας μέσα στις ιδιωτικές ζωές όλων. Το πρόβλημα γενικότερα υφίσταται από τη στιγμή όπου κάνω λάθος και για κάποιους δεν είναι και άρα προσβάλλονται. Από αυτούς λοιπόν ζητάω συγνώμη.

Επανερχόμενος για όλους τους υπόλοιπους λέγω ότι αφ’ ης στιγμής γίνει αποδεκτό ότι η γενετήσια πράξη ισχύει, θα ήταν άθλος εάν υπήρχε ταμπού στην αναφορά της, να σπάσει. Θα ήταν άθλος να καταφέρναμε να διαβάσουμε μία και μόνο κουκίδα του εαυτού μας μέσα από ένα βιβλίο το οποίο δεν θα ντρέπεται να μας προτείνει κάτι που (ίσως) δεν μας αφορά αλλά που φανταζόμαστε, ελπίζουμε, υποπτευόμαστε, φοβόμαστε πως ή θέλουμε να υπάρχει.

Συνέχεια από ίδιο έργο μετά από αρκετές σελίδες

Η Τάι δεν γδύθηκε. Με έσπρωξε πίσω στην πόρτα της ντουλάπας και με φίλησε.
Ήμουν ήδη πολύ κουρασμένος από όλες τις γυναίκες που δεν χαιρόταν τον έρωτα. Με είχαν στεγνώσει όλες οι άνυδρες παγιωμένες επιθυμίες και επιθυμούσα όσο τίποτα άλλο κρασί από το κρυφό βαρέλι. Η απελπισία δεν έχει θέση στον έρωτα, η απελπισία εκείνη που κάνει νάζια με την υποχρέωση, με το καθήκον και με την κουρασμένη ματιά. Έλα να προλάβουμε, αύριο ξυπνάμε νωρίς… Η ανάγκη οφείλει να βάλει μικρόφωνα σαν τον μπάτσο του καθεστώτος, ώστε να μπορεί να αποδείξει αργότερα των λόγων της τα αληθή. Τις αιτίες της όλες και τα αποφθέγματα των εμπειριών της.
Το κορμί της μονάχα το ελάχιστο. Ένα κλαρί έτοιμο να γίνει χίλια κομμάτια, μα βολική σαν αέρας. Αυτές οι γυναίκες δεν έχουν τέρμα. Δεν γνωρίζουν το όριο. Είναι τόσο βαθιές που σε χωράνε ολόκληρο μέσα τους. Οι γυναίκες των μύθων. Ζεις το όνειρο αγόρι μου. Την πράξη μέσα από το περίοπτο παραμύθι που έχεις μεταφερθεί.
«Μιλήστε μου για την γυναίκα σας. Πείτε μου για εκείνη… Την φαντάζεστε με τον άντρα μου; Πιέρ, Πιέρ, τη φαντάζεστε με τον άντρα μου;»
Έφερα τα χέρια μου στη μέση της. Εκείνο το κορμί της σπαρταρούσε. Είναι εθισμένη στον έρωτα. Εθισμένη. Το μακρύ της φόρεμα δεν με βόλευε. Από το μυαλό μου πέρασε η ιδέα να της το σκίσω και μετά να την στείλω σπίτι της με το δικό μου σακάκι χώνοντας στο στόμα του άντρα της εκτός από το δάκτυλό μου και την ιδέα της νίκης ή της απόλυτης ήττας. Της το είπα. «είσθε μια πουτάνα ετούτο σας αξίζει» κράτησα τον πληθυντικό στεφανώνοντας την ιδέα με μία κλωστή χρυσαφένια. Η απόλυτη πτώση. Η ζωντανή αποκάλυψη. Η ξεφτίλα. Τα πόδια της έτρεμαν έτοιμα. Μουσκεμένα σε κάποια απόσταση από την πηγή τους. Σε ερωτευόταν από ώρα αγόρι μου.
«Πιέρ, θα μου κάντε την χάρη να με σκοτώσετε; Θα μου την κάνετε αυτή την χάρη; Μαρτυρήστε με σας παρακαλώ. Πείτε για όλα όσα μου κάνετε στον άντρα μου. Σκοτώστε με έστω και με αυτόν τον τρόπο….

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να προσθέσω ότι δεν έχει καμία απολύτως σημασία το γεγονός της πράξης. Το βιβλίο δεν ενδιαφέρεται για την εικόνα της. Νοιάζεται όπως θα έχετε καταλάβει για όλα τα αισθήματα των ηρώων τα περιρρέοντα αυτής. Την περιγράφει όμως με μεγάλη λεπτομέρεια ιστάμενο στο ύψος της περίστασης. Εάν δεν θα το έκανε θα άφηνε την πράξη στο κρυφό απυρόβλητο. Θα την έκανε ταμπού. Θα την κρατούσε ντυμένη μέσα στην περιρρέουσα ψυχική γύμνια των ηρώων. Και τελικά το γυμνό σώμα σοκάρει πολύ λιγότερο από την γυμνότητα της ψυχής. Πολύ περισσότερο μα τον άγιο…

Χρειάζεται λοιπόν κατά τη γνώμη μου, η ας την πούμε …υπέρβαση και η λεπτομερής αναφορά.

Δεν υπάρχει απαλή ματιά σε μυθιστόρημα ερωτικό και δεν θα πρέπει να υπάρχει. Ομοίως δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ‘’άτσαλη’’ εάν καταφέρνει εκτός από σώμα να δώσει αίσθημα αναλύοντας την ψυχή. Αιτία και αποτέλεσμα. Θέση εκκίνησης και σκοπό.

Μη σας φανεί περίεργο, δεν είναι καθόλου αθέμιτη η παρέκκλιση της ψυχής μια και αναφέρεται σε κάποιον από όλους εμάς. Θα μπορούσε κάλλιστα να αναγνωσθεί ως την άλλη άποψη. Την ενδιαφέρουσα.

Χρειάζεται τόλμη ώστε όλοι κάποτε να μπορούμε να σταθούμε σοβαροί σε όλα εκείνα που διαπράττονται κρυφά.

Απαιτείται ειλικρίνεια και απόσταση από το δεδομένο της ασφάλειας ή τον φόβο του εκτοπισμού, από την πλευρά του συγγραφέα εννοώ, διότι δεν μπορεί το χρήμα, η προσμονή της απολαβής του όποιου επαίνου να κινεί το χέρι του κάθε γράφοντα.

Δεν μπορεί η μέση του να σπάει στο ενδεχόμενο. Μπορεί όμως κάλλιστα να μην έχει να πει κάτι παραπάνω. Θεμιτό. Τότε δεν λέει ή ονομάζει τα ελάχιστα όπως ο υπογράφων. Δεν είμαστε όλοι άξιοι αλλά οφείλουμε εμείς οι μέτριοι το κλείσιμο έστω του ματιού της αποδοχής, σε εκείνους που τολμούν, που μπορούν και λένε τα πράγματα με το όνομά τους.


Στο επόμενο μέρος θα ασχοληθούμε με την ιδέα του μυθιστορήματος που είναι κατά την γνώμη μου και η πεμπτουσία του κάθε έργου.