Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Κουβέντες μονάχες 5

Και τώρα, εσύ μου λες την ώρα που σε ερωτεύομαι τόσο πολύ ότι δεν υπάρχει πιο εγωιστικό πράγμα από τον έρωτα. Μα είναι δυνατόν να πιστέψω ότι με τον έρωτα στέλνω μέσα από χιλιάδες καθρεφτάκια τον εαυτό μου στον έξω κόσμο; Σε ρωτάω τώρα που χαίρομαι την ομορφιά χειλιών σου. Πες μου.

Επιμένεις!
Επιμένεις να λες ότι έρωτας δεν είναι τίποτα άλλο από την απόλαυση της εικόνας του εαυτού μου στο πρόσωπο το δικό σου. Μα τον Θεό με μπερδεύεις.

Με μπερδεύεις γιατί εγώ ακούω μονάχα τους χτύπους της καρδιάς σου όπως νανουρίζομαι ξαπλωμένος στην κοιλιά σου επάνω και είμαι σίγουρος ότι ερωτεύομαι κάθε ίντσα του κορμιού σου, είμαι σίγουρος ότι λατρεύω όμοια και τα καλά και τα κακά σου, γιατί εδώ που τα λέμε έχω διακρίνει και κάποια τέτοια, μα ειλικρινά δεν έχω σταθεί λεπτό επάνω τους. Αλήθεια στο λέω… 

Μμμ έτσι μάλιστα μέσα από ετούτο το φιλί μπορώ να ομολογήσω τα πάντα. 

Μπορώ να δεχθώ ότι είμαι ο πιο εγωιστής άνθρωπος του κόσμου, μπορώ να υπογράψω ότι λατρεύω τις καλοσύνες μου στην ιδέα που σε έχω βοηθήσει να πλάσεις για εμένα. 

Όχι, όχι δεν ήμουν καθόλου υστερόβουλος, αν λέω σωστά τη λέξη, καθόλου δεν ήμουν μα τον άγιο. Άνθρωπος ήμουν με ανάγκες μεγαλύτερες ίσως από εκείνες που γνώριζα. Και μεταξύ μας ποιος γνωρίζει τις βαθιές του ανάγκες; Εγώ δηλαδή δεν ξέρω κανένα. 

Λοιπόν τώρα που χαίρομαι τόσο, μπορώ να σου ομολογήσω ότι δεν μπορώ να ζήσω μακριά σου. Ναι το ομολογώ! 

Το ομολογώ και δεν θα συμφωνήσω καθόλου με όλα εκείνα που επιμένεις να λες, ότι τάχα φοβάμαι μήπως και δεν καταφέρω να βρω τον εαυτό που θέλω να έχω στο πρόσωπο κάποιας άλλης. Καθόλου δεν νοιάζομαι για αυτό… 
Και θα σου πω και κάτι άλλο. Η πλούσια γνώση ανέκαθεν ίσιωνε τις καταστάσεις. Ε; το λέω καλά; Ανέκαθεν φώτιζε τη μαγεία, την ξεθώριαζε. Δεν έχω δίκιο εσύ που λες πως τα ξέρεις καλύτερα; 

Κι αν κάνουμε τον έρωτα κομμάτια, τον απλώσουμε σε ένα τραπέζι και τον εξετάσουμε κάτω από το φως του καθαρού ήλιου, τι θα μας μείνει; Τι, σε ρωτάω… Τι θα μας μείνει τότε; 

Δεν είναι καλύτερα εδώ απάνω στην κοιλιά σου, χωρίς να ξέρω το πώς και το τι; Δε είναι καλύτερα να χαϊδεύω ετούτο το χνούδι και να σε πειράζω πως τάχα χαϊδεύω ροδάκινο κι άρωμα μαζί; 

Δεν είναι καλύτερα που γελάω με τους ήχους της κοιλιάς σου στη χώνεψη πάνω και που με μαλώνεις στην κάθε μου κρίση; 

Ποιος νοιάζεται παραπέρα; Εγώ το ξέρεις ότι πάντοτε ζούσα με την μυρωδιά της παρουσίας σου, με τα φιλιά σου και την αγάπη σου. Το ξέρεις δεν το ξέρεις; Πες το μου να το ακούσω. Ωραία. 

Μάθε λοιπόν ότι δεν με νοιάζει εάν γίνομαι εγωιστής. Προτιμάω τον εαυτό μου φτωχό μέσα σε όλα εκείνα που δεν έμαθα ποτέ να εξηγώ. Μου αρέσει το άγνωστο λοιπόν… Μου αρέσεις κι εσύ, μου αρέσουν και όλα… 

Θα αφήσουμε τις έρευνες; 

Θα με αφήσεις εκεί στην κοιλιά σου μέχρι το τέλος της χώνεψης να μετράω τα όργανα που παίρνουν μέρος στην ωραιότερη συναυλία; Θα αντέξεις τα αστεία μου; 

Να τι είναι έρωτας. Να με αντέχεις και να μην βλέπεις όλα εκείνα που βλέπει ο πρώτος τυχαίος και ξέρω ότι δεν το κάνεις γιατί κι εσύ με ερωτεύεσαι. 

Γελάς; Όπ να. Ταμπούρλο ήταν αυτό; 

Λοιπόν, ετούτο το γέλιο σου δεν το το άλλαζα με όλη τη γνώση του κόσμου. Με όλη να σου πω…

  •  Τα sites που επιθυμούν να αναδημοσιεύσουν το άρθρο παρακαλούνται να χρησιμοποιήσουν τον ακόλουθο σύνδεσμο: Γράφει ο  Γιώργος Σ. Πολίτης