Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Παλιές αγάπες



Σαν τα δειλινά κάποιου καλοκαιρού πέρα στην άβυσσο της μνήμης. Θερμές, απαλές, δεσποτικές, αιώνιες. Ζωηρά κόκκινες.

Σαν τα χερούλια κάποιου γερού άλλοθι που επιμένει πως κάποτε υπήρξαμε ζωντανοί, αρεστοί και ικανοί να κινήσουμε τα μεγάλα αισθήματα. Nα γίνουμε κάτι για κάποιον.

Σαν τα όμορφα όνειρα απαλές, γεμάτες τρυφερότητα και νοσταλγία τροφοδοτούν κάθε ευγενικό συναίσθημα παιδικής αφέλειας και κάθε άλλο άδολης καλοσύνης και αποδοχής. Δεν μπορεί στο βάθος μας ήμασταν καλοί. Δεν μπορεί να κάνουμε τόσο λάθος…

Σαν τα τραγούδια τής παραλίας, τής φωτιάς, τα ειπωμένα σε παρέες τής εφηβείας που ποτέ δεν θα σμίξουν ξανά. Σαν τον σπουδαίο αυτό λόγο που τις κάνει τόσο σημαντικές ή τόσο απαραίτητες.

Σαν το χαλί που προστατεύει τα γυμνά μας ποδάρια και λέει πως κάποτε ήταν αλλιώς.

Σαν τη θωριά εκείνη των πραγμάτων που αδυνατούσε να δει λίγο μακρύτερα από ένα κορμί, από δύο μάτια και από μία φρούδα ελπίδα.

Σαν το περίπατο στα μέρη τής Άνοιξης που όλος ο κόσμος άνθιζε ένα παραμύθι τόσο χρειαζούμενο όσο και η επόμενη ανάσα τού κάθε ενός από εμάς.


Σαν την υπόσχεση πως κάποτε θα βρεθούμε. Πως κάποτε θα τα πούμε και πάλι από την αρχή.

Σαν το ψέμα πως το ‘’για πάντα’’ ήταν αληθινό και τις ματιές τις ακέραιες, τις γεμάτες νηπιακή σοβαρότητα και όμοια πίστη, δυνατή μέχρι τα έσχατα όρια των αντοχών μας.

Σαν το μέλι στο δάκτυλο πάνω, σαν και την γλύκα του στην γλώσσα βαθιά, με τα μάτια κλειστά και το χαμόγελο στραβά βαλμένο στο πρόσωπο μέσα.

Σαν το σκυλί που φυλάει τον θησαυρό, αγριεμένο. ''Στάσου μακρύτερα''. Ετούτα είναι η ζωή, η δικιά μου ζωή. Αυτές είναι οι δικές μου αγάπες. Οι αγάπες μου.

Σαν τις χαρές που έφυγαν μα δεν χαθήκαν. Σαν εκείνες τις παιχνιδιάρες χαρές που κρύβονται και γελούν, που γνέφουν από το κατώφλι των περασμένων πως ίσως τάχα περάσουν και πάλι μέσα, να πουν ένα ‘’γεια’’, με ένα καφέ ή μια ζεστή κούπα τσάι.

Σαν την χαρωπή ανάμηνηση που στέκει λίγο μακρύτερα θερμή μυρωδάτη και άπιαστη.

Σαν το πόνο που γροικά πονηρός απειλώντας να ανακατέψει και πάλι τα ‘’μέσα’’.

Σαν τα χρώματα εκείνης τής ηλικίας, εκείνης τής χρονικής στιγμής που έπαψαν πια να συνδυάζονται με κείνο τον τρόπο, γιατί χάθηκε η ελαφρότητα κι εκείνο το γέλιο.

Σαν και εσένα που κλώθεις τις βόλτες σου ντυμένη παιδί σε μεστό ηλικίας άνθρωπο. 

  •  Τα sites που επιθυμούν να αναδημοσιεύσουν το άρθρο παρακαλούνται να χρησιμποιούσουν τον ακόλουθο συνδεσμο: Γράφει ο  Γιώργος Σ. Πολίτης