Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

Το πείραμα



Ας ξεκινήσουμε με τα αυτονόητα. Για να πραγματοποιηθεί ένα πείραμα χρειάζονται τρία πράγματα. Πρώτα από όλα η μονομερής βούληση η οποία και ασφαλώς δεν είναι πάντοτε ύποπτη. Δεύτερον ο επιστήμων ως υποκείμενο και τρίτον το ζώον, ή άλλως το ‘’αντικείμενο’’ με την μεταφορική και την πραγματική έννοια εφ’ όσον δεν συμπράττει.
Συνεννοηθήκαμε;

Χαίρομαι.

Θα μπορούσε το άρθρο να κλείσει εδώ μια και ο σκοπός του ήταν αυτός. Να πει δηλαδή πως η Ελλάδα είναι το όλον ή το μέρος ενός ιταμού Νότιου πειράματος, μια και στην χώρα μας εφαρμόζονται όλα τα ευφάνταστα σενάρια σαδομαζοχιστικής πρακτικής σε παγκόσμια πρώτη. Αν πετύχουν τα σενάρια αυτά …στον πλέον ‘’ανθεκτικό’’ λαό, τότε θα κάνουν και τους άλλους λαούς …ομοίως ανθεκτικούς ώστε να πετύχουν και σε αυτούς…

Ο σημερινός τρόπος είναι ένας. Το φόβητρο της καταραμένης της δόσης. Εδώ όμως υπάρχει θέμα με την απαραίτητη αληθοφάνεια του εγχειρήματος –η οποία σθεναρώς αποζητάται ως άλλοθι-, διότι είναι κάποια πράγματα τόσο απλά, που δεν είναι δυνατόν να καταπωθούν μια κι έξω, ούτε ως φαρμακευτική κάψουλα απολύτου ανάγκης, αλλά ούτε και ως χρυσαφένια προσφορά δαφνοστεφάνωτου ευεργέτου.

Ο λόγος για την τιτάνια μάχη τής συμφωνίας των ‘’δημόσιων υπαλλήλων’’ μας με την τρόικα. Την συγκυβέρνηση εννοώ. Ο λόγος λοιπόν, για την μεγάλη εμποροπανήγυρη τής διαπόμπευσης του κοινού νου. Ο λόγος επανέρχομαι, για το έγχρωμο φλέμα στα μούτρα όλων ημών από τους εγχώριους και ξένους δυνάστες.


Μάχονται οι ηγέτες των κομμάτων τής πελώριας ψευτιάς να κερδίσουν το ήδη (πολλάκις) κερδισμένο. Την δόση. Μάχονται σθεναρώς ...σφίγγοντες οπίσθια σε γωνίες και ισώματα. Παλεύουν για να πάρουν τα ήδη παρμένα (χρήματα) προς εσωτερική κατανάλωση ασφαλώς. Ή μήπως δεν είναι ήδη δεδομένη η επόμενη δόση; Μήπως και αμφιβάλλει κανείς εξ’ υμών για την έγκαιρη καταβολή της; Όχι; Ωραία γιατί προς στιγμή τρόμαξα…

Η ενδεχόμενη πρόταση των δανειστών με στοιχειώνει:

«Εάν δεν κάνετε αυτά που σας λέμε, τότε δεν θα σας δώσουμε τα λεφτά που μόλις σας δώσουμε, θα μας τα δώσετε όλα πίσω …» …Είναι πραγματικά να γελάει κανείς και επανέρχονται: «…και θα πούμε στους εαυτούς μας ότι είσθε αφερέγγυοι και άξιοι πτώχευσης… και αν το πούμε, να ξέρετε πως θα το πιστέψουμε κιόλας…»

Ε.., πιστέψτε το και μη μας ξανακάνετε παρέα, θα μπορούσε να πει κάποιο παιδάκι της γειτονιάς λιγάκι τζόρο…

Και εδώ, σε αυτό το σημείο, έρχονται οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους… Και σείεται το σύμπαν… Τρέμει η γη που πατούν!

Να μια εξαιρετική παροιμία για την περίπτωση: ώδινεν όρος και έτεκεν μυν. Κοιλόποναε το βουνό κι έκανε έναν ποντικό!

Και μέχρι εδώ καλώς (που καλώς δεν είναι, αλλά τέλος πάντων). Ας δεχθούμε την πονηριά -του πολιτικού μας- χωριάτη ως αναγκαία, ως το απαραίτητο τυπικό τής πατριωτικής στάσης που φαντάζεται πως έχει, που νομίζει ή έστω που ξέρει πως πρέπει να έχει ώστε να επανεκλεγεί, αλλά είναι και το άλλο, εκείνο το οποίο μέσα από την πονηριά αυτή -όλοι τους- καταφέρνουν δολίως και ‘’περνούν’’. Τα επώδυνα μέτρα! Ο απώτερος στόχος! Το πείραμα…

Τα πρωτόφαντα μέτρα που αρμόζουν μόνο σε κοινωνίες κεκλεισμένων θυρών.

Ποτέ, κανένα σύνολο διοικητών δεν στάθηκε άξιο τέτοιας διαστροφής, όσο το διευθυντήριο της σημερινής Ευρώπης. Ποτέ κανένα διευθυντήριο καμίας συνομοσπονδίας, δεν ευτύχισε όμοιας βολικής ενδοτικότητας ηγετών κανενός κράτους. Ποτέ κανένας λαός δεν έμεινε τόσο απαθής στον βιασμό του.

Ασφαλώς και είναι περιττό να αναφερθώ σε μέτρα, σε προϋποθέσεις και επιταγές που επίκεινται. Αυτό το κάνουν άλλοι πολύ καλύτεροι εμού, άλλωστε η πληθώρα αυτών (των μέτρων) έρχεται να παύσει τα επιχειρήματα από το μέγεθος της οργής. Της οργής και της κοροϊδίας. Αυτό το τελευταίο καλό θα ήταν να μην το ξεχνάμε, ομοίως και την προσωπίδα των ηγετών μας και τον αγώνα που δίνουν όπως και την στεναχώρια που περνούν για τα νέα μέτρα που θα πάρουν, ώστε και εμείς ή άλλως ο λαός τους, με την δική μας, ως ολότητα σειρά, να εκμαιεύσουμε από τους δυνάστες δανειστές, τα εύσημα των μη χρεοκοπημένων… Τέτοιο δούλεμα… τέτοια ζαβολιά.. δεν έχει ξαναγίνει.

Αναρωτιέμαι αν οι λαοί χρεοκοπούν όταν τους τελειώνουν τα χρήματα ή όταν ελλείπουν οι άξιες ιδέες; Τα έθνη καταβάλλονται όταν δεν έχουν να φάνε και παλεύουν ή όταν σκύβουν το κεφάλι και προσκυνούν;

Η ιστορία που θα αναφέρεται στις μέρες μας θα σημάνει άραγε δάφνες ή ενδοτισμό;

Ιδού το μέγα –ρητορικό- ερώτημα…