Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

Ο μεγάλος μας βόθρος

Ψηλά, επάνω στην κορυφή, εκεί όπου ο αφρός της χώρας ξαποσταίνει και το γρασίδι το πράσινο απλώνει την βελούδινη ομορφιά του, εκεί υπάρχει το ‘’κούφωμα’’. Ο λάκκος ο κακός με όλα εκείνα τα ευγενή περιττώματα που ζέχνουν ανάγκες ιδιοτέλειας και ψευδεπίγραφες προσταγές.

Κορδόνια χρυσά στις μασχάλες τις μοσχομύριστες, πηλίκια, πλάκες γαλόνια και μπόχα πορδής, ύπουλης, ζοφερής.

Λόγοι με χέρια απλωτά με χαμόγελα επάνω σε βάθρα ή σε κασόνια από ανθρώπους με ανάγκες άπειρες, μυστικές και σώβρακα χεσμένα στο πρόστυχο ύστερο. 

Ηγέτες γεμάτοι αβρότητα, με χέρια μετάξινα και λαιμούς μυρωδάτους αρώματα, κοντυλοφόρους χρυσούς και ιδέες λαμπρές που κουτσαίνουν στο άκουσμα του χρήματος και σπάνε το χαμόγελο του πούστη στην χαμηλόφωνη προσφορά.

Γέλια και παράτες στους δρόμους, στις πλατείες τής μεγάλης Ελλάδας. Παρελάσεις, πομπές, εξορκισμοί και απειλές από τα μεγάλα μπαλκόνια του νοικιάρικου νεοκλασικού κτηρίου και μέσα, στα ωραία ενδότερα, χειραψίες κρυφές, χαμόγελα και ‘’φιλιά στο στόμα με γλώσσα υγρή’’ μεταξύ των μεγάλων αντρών που σκοπό δεν έχουν το σεξ μα το ιδιαίτερο δέσιμο της ιδιάζουσας διαχρονικής κραιπάλης. 

Χριστιανοί από άμβωνος και κλακαδόροι δογμάτων πιασάρικων, σφιχτοδεμένοι με αγάπες έντονες διαρκείς προσφέρουν πλάτες αμοιβαιότητας, καλύπτουν νώτα με κάθε τρόπο, θεμιτό ή αθέμιτο με γνώμονα το ευρύ μέλλον του μόνιμου συμφέροντος.


Σεξ, δολοπλοκίες και κόπρος. Κλεισίματα ματιών πίσω από τις πόρτες των δικαστηρίων και η μέρα γίνεται νύχτα. Ποτέ κανείς δεν ήταν ένοχος. Ποτέ. Το λέει και η μάνα τους η ίδια. Κανείς δεν πιάστηκε χεσμένος ποτέ! Απλά η μέρα έλαχε που έβρεχε σκατά και η ομπρέλα στεκόταν σπίτι ξεχασμένη. Η δόλια… Τι να σου κάνει μία ομπρέλα…

Και ο λαός να ψιθυρίζει ψίθυρους δειλούς. Να λέει μεταξύ του πως ετούτοι εδώ σαπίζουν. Πως όλοι αυτοί που φορούν γραβάτες σφιχτές φτύνουν μπροστά και γλύφουν πίσω. Μα δεν το φωνάζει στο δρόμο, γιατί ακόμα βολεύεται και αυτός με κάποιον τρόπο. Και αυτό είναι το σφάλμα. Το μείζον το σφάλμα.

Κι ο λόφος ο ιερός σκάπτεται και ολοένα φυραίνει. Κερδίζει ο κόπρος, η πονηριά και η μύτη του βδελυρού αποστήματος, η υποκρισία, πετάει μυτούλα πρασινωπή. 

Όλα τα τσόφλια του συστήματος βάφονται τα χρώματα της χαράς της αισιοδοξίας της κρυφής συναλλαγής. Κατόπιν ντυμένοι, πασχαλιάς αυγά, περιφέρονται προσεκτικά, τάζοντας, επικρίνοντας, κατηγορώντας ως οι μόνοι υγιείς φύλακες της αυθεντικής ηθικής του έθνους και αρκεί μία και μόνη μομφή ώστε το κέλυφος που σκεπάζει την βαθύτερη αγωνία τους να σπάσει και η άμεμπτη ζωή τους να αρχίζει να πυορροεί. 

Μίζες, φιλιά και κόπρανα όλα στο όμοιο πιάτο. 

Αποφορά, σε περίοπτο γεύμα με ασημένια σερβίτσια. Πτώση. Λατρεία του κλάματος, του μικρού αναστήματος και της φτώχειας του ήθους. Ντροπή. Οργή και κατ’ εξακολούθησιν ψεύδη. Τα κοστούμια της άτεγκτης ηθικής παρουσιάζονται μπαλωμένα. Με χειροπέδες οι καρποί και καπαρντίνες ολοπόνηρες να καλύπτουν τις πομπές και τις νέες ανάγκες που αναδύει η προσχηματική τους μετάνοια (;). 

Ο γίγαντας έπεσε! 

Κι αυτός σαπισμένος ήταν. Έκανε –λέει- βουτιές στον βόθρο και μετά πλενόταν επισταμένα να φύγει η βρόμα. Είχε επίσημο γεύμα και χρειαζόταν σφουγγάρι και σαπούνι με άρωμα μανώλιας… Και ο κάθε καταδύτης κοιτάζει τον άλλον και όλοι μαζί, την καμπάνα που έβαλε μπρος!

Η επόμενη μέρα της γιορτής πλησιάζει… Λόγοι, κουβέντες, νέοι ηγέτες με παλαιές συνταγές. Στήνονται εξέδρες στον ίδιο τον λόφο. Οι ξεθυμάστρες δουλεύουν ακατάπαυστα. Πίσω από τον λόφο, να μην φαίνονται. Έξω από τα φώτα, στα καμαρίνια του θίασου μέσα, εκεί που ελλοχεύει η ξινή ιδρωτίλα η μπόχα, το αγωνιώδες το χνώτο. Το μηχανοστάσιο.

Από εμπρός τα χαμόγελα τα πλατιά των λευκών των οδόντων. Οι υποσχέσεις ακολουθούν,  με την χαμένη  λάμψη τους να παλεύει, με ξεχασμένη την εφευρετικότητα τους να αγωνίζονται, με την πάγια τακτική τους τελικά να χάσκει.

Και κάτω από όλα αυτά, στα θεμέλια της νέας εποχής, ο βόθρος της πατρίδας μας. Ο απόπατος των ευγενών ιθυνόντων που πάντοτε θέλουν, αλλά ποτέ μπορούν, ίσως γιατί οι συνειδήσεις τους έπαψαν και αυτές να αντέχουν και ενέδωσαν  άμοιρες στην γενική κατρακύλα.

Δυστυχώς…

  •  Τα sites που επιθυμούν να αναδημοσιεύσουν το άρθρο παρακαλούνται να χεησιμποιούσουν τον ακόλουθο συνδεσμο: Γράφει ο  Γιώργος Σ. Πολίτης