Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

Κουβέντες μονάχες 3


Ααα, πώς να πω για όλα εκείνα που γίνηκαν παλιά; Πώς να κάνει κανείς εκείνη την σύνδεση που θα μπορούσε να μην έχει χαλάσει. Το πείσμα δεν στρίβεται με ινάτι. Δεν κάνουν τα δυό τους κλωστή. Ε; Δεν κάνουν. Αλλά ποιος να γνώριζε τότε ε; Ποιος, εσύ για εγώ;

Πώς θα κατάφερνε κάποιος άλλος δηλαδή να πει τις κουβέντες εκείνες που θα ήθελαν να μιλήσουν για συγνώμες αόριστες γενικές για τα πάντα εκείνα που αποκτούν νοήματα κορνίζας όταν χρόνια περνούν. «Συγνώμη μα ήμουν νέος και δεν ήξερα, συγνώμη που δεν βρήκα την ορθή διαδρομή, το τσαγανό ή την πείρα…»
Μεγαλώνουμε και γινόμαστε κάποιοι από εμάς, όχι όλοι, περισσότερο ευάλωτοι λέω και αυτό μας το τρίκλισμα, ας το πω έτσι, δεν έχει να κάνει με εμάς και λέγοντας με εμάς, θα ξαναπώ πως δεν λέω μόνο για εμένα και εσένα, αλλά με κάτι πολύ πιο πλούσιο που δε διδάσκεται αλλά που φυτρώνει μέσα μας και μας αφορά. Που ξεπετιέται απότομα από την ύστερη ματιά, από την αναδρομή και τον οδυρμό που θα τον έλεγα άφατο, αόρατο και άρα υπαρκτό. Να μην μιλήσω για μετάνοια ε; καλά λες, η λέξη κρίνεται επικίνδυνη διότι διακυβεύει το βάρος μίας ζωής, μπορεί και δυό και πάλι καλά με διορθώνεις...
Λες λοιπόν να είναι κάποιου είδους αποδοχή -εκείνο το αόρατο που λέγαμε και το υπαρκτό που συμφωνούσαμε- λες να είναι η κούραση της επιτίμησης, ο προσδιορισμός της μομφής ή η γνώση πως τα πάντα έχουν άλλοθι;
Μα είναι δυνατόν να μην έχεις μάθει τόσα χρόνια πως όλα εκείνα (τα συναισθήματα) που έκρυβες, θαρρώ, δεκαετίες τώρα πως ήταν τα πιο σπουδαία σου; Τα πιο, τα πιο, σημαδευτικά σου; Λέω και καμιά κουταμάρα σα δεν βρίσκω την λέξη… Μην με παρεξηγείς. Το θυμάμαι το γέλιο σου. Πώς δεν το θυμάμαι… Πώς… Το θυμάμαι που να σε πάρει...
Με τα χρόνια ο άνθρωπος λιγάει, -λιγεύει το έλεγε η μάνα μου- και για αυτό φταίει η γνώση. Ααα, η γνώση δεν ξέρεις τι άτιμο πράγμα που είναι… Πόσο ύπουλα έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις και σε γεμίζει με τύψεις που αφήνουν γραμμές βουρδουλιάς. Μαζεύεται στάλα-στάλα -η γνώση ντε, που καμώνεις και την ανήξερη-, και ένα πρωί ξυπνάς και λες …μα καλά, εγώ πώς κατάφερνα και δεν κοιτούσα… Πώς μπορούσα να μην βλέπω όλα εκείνα ούρλιαζαν γύρω μου ανάγκες, περηφάνια, αγάπη και γύρευε και τι άλλο; 
Και τώρα και τώρα, αναρωτιέται κανείς πού να βρει γλώσσα να μιλάει τα λόγια τα παλιά, που να παίζει τόσο ανέμελα μέσα το στόμα αναζητώντας έρωτες κόκκινους, φτωχούς από λεφτά, μα κορδωμένους αγέρωχα σε κρύα σε βροχές και σε συνθήκες νιάτων. Καλά το λένε πως οι γέροι από τα νιάτα θρέφονται…
Μπα, δεν υπάρχουν ούτε συγνώμες, ούτε ανάγκες για αυτές. Τα χρόνια πέρασαν κι εσύ που ήσουν τρελή για αγάπες για χαρές και ακόμα για όνειρα, παίδιωσες κι εγώ που ήμουν ‘’κάπως’’ να πούμε τότε, ήρθα και μέστωσα κι έμαθα να παίζω με τις λέξεις καμώνοντας τον καμπόσο.
Δεν βαριέσαι. Τα μάθαμε πια όλα εκείνα που κρύβουν παγίδες και αφορούν τον έρωτα και τώρα κάνουμε τον δάσκαλο και τον γνώστη, σε όσους νεότερους βρούμε χωρίς να κοιτάμε τα δικά μας καμωμένα, όντας ασφαλείς μέσα από την συνήθεια που έχει γενεί σαν τον κάλο τραχιά στο σημείο το καίριο, εκείνο της καρδιάς που παλιότερα πονούσε σαν το νεύρο του δοντιού… Πώς το είπες; Εξέλιξη;
Κατάντια, είναι η λέξη η σωστή. Κατάντια ή ψαλίδισμα όλων εκείνων των άρτιων συναισθημάτων που μέσα από την επιτακτικότατα της αγαστής συνεργασίας μεταξύ των συμβολαίων ζωής που έχουμε υπογράψει οφείλουμε να κρατούμε κρυφά, βολεμένα σε μια φωτογραφία ή σε κάποια γραφή.
Το ελάφι έγειρε βαθιά λαβωμένο από την πράξη εκείνη που το θρέφει μα η ανάσα και η ματιά του ακόμη κοιτούν τον ουρανό γιατί είναι στην φύση του να μένει ελεύθερο. Για την ψυχή μας μιλώ αν με έχεις καλά καταλάβει…

  •  Τα sites που επιθυμούν να αναδημοσιεύσουν το άρθρο παρακαλούνται να χεησιμποιούσουν τον ακόλουθο συνδεσμο: Γράφει ο  Γιώργος Σ. Πολίτης