Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Το μεταξωτό χαλάκι της ψυχής.

Χαμογέλα λοιπόν. Χαμογέλα. Τι κάθεσαι ενεός με το σαγόνι κρεμασμένο παριστάνοντας τον τρομαγμένο συντρέχτη, τον θαρραλέα πιστό της θεμιτής αντίδρασης και της αναμενόμενης κουβέντας; Τράβα μέσα, στο άλλο δωμάτιο, έξω από την θέρμη της παρέας που κουνά το κεφάλι με όμοιο πόνο και γέλα. Πες πως εγώ είμαι καλά. Μίλα τα λόγια εκείνα που βαθιά γνωρίζεις πως είναι έξω από τον κύκλο των 'πρέπει', και ανάσανε μια και πράγματι είσαι καλά. Εαυτέ μου.
Τώρα, γύρνα και πάλι μέσα και πριν ευχηθείς στην ‘’υγειά μας’’ και αλλάξεις κανάλι, σκούπισε το δάκρυ του ερπετού και νοιώσε ευτυχής γιατί είσαι.
Χορτάτος από το πόνο, δεν μπορεί παρά να αναστένεσαι μέσα από τα δεινά και το βλέμμα του ανθρώπου που σπαράζει επειδή έχασε όλα εκείνα που με κόπο είχε αποκτήσει, την ώρα που εσύ παραμένεις ασφαλής. 
Δες την απόγνωση που σε ταΐζουν οι έμποροι του είδους, οι γνώστες της δημοσιογραφίας και του ανθρώπινου 'ταμπεραμέντου' και κάτσε στον θρόνο τού μέχρι στιγμής, ευτυχή.
Πίσω από κάθε κλάμα, πίσω από κάθε συμπόνια, πίσω κάθε θάνατο κρύβεται η χαρά.  Ποτέ σου μην το ξεχνάς ετούτο. Αυτοί έπαθαν, εκείνοι χάθηκαν, κάποιοι πέθαναν εγώ ζω!
Θα πρέπει να δεις βαθιά εκεί που στρώνεις τα έσχατα κιλίμια της άμυνάς σου, πίσω από τις φιλόδοξες ηθικές σου -εαυτέ- και τότε θα δεις όλα εκείνα που δεν θες να γνωρίζεις.

Θαρρείς πως τυχαία σε έλκει το κακό; Πώς τάχα συμβαίνει και όπου κοιτάς χαζεύεις δυστυχία; Είσαι λοιπόν τόσο χαζός ή τόσο ιδεασμένος; Μάλλον το δεύτερο θα πω και η ύπουλη ιδέα βρομά υποκρισία. Και τούτο να μην λησμονάς.
Μακριά από το δράμα φαντάζεις λίγος. Χωρίς τον φτωχό δεν δείχνεις πλούσιος αν μπορείς να με καταλάβεις, οπαδέ της μεγάλης πλάκας, της τεράστιας αδυναμίας και του φόβου του βαθιά ριζωμένου. Ανασφαλή.
Βεβαιώνεσαι κι αδράχνεις πνοές, εύσημα με τρόπο επιδέξιο από εσένα. Βιώνεις την χαρά της θέρμης στο μέσον του χειμώνα και έχει ο Θεός. 
Το παιχνίδι έτσι έλαχε να παίζει. Μια ο άλλος και την επόμενη ο διπλανός. Εσύ ποτέ! Εσύ ποτέ …αν είσαι ο τυχερός γιατί και όλοι οι άλλοι κάποτε ήταν στην θέση την δική σου και μάλλον η πάστα μας έγινε τέτοια από την πληθώρα των αναγκών που μας προσφέρθηκαν με τρόπο επιδέξιο.
Χάζευε λοιπόν τα κλάματα που σου σερβίρονται με τρόπο πρόστυχο, γιατί κάποιοι σε ξέρουν καλύτερα από εσένα και μια και σε έχουν ζυγίσει, έμαθαν πως η τάρα η δική σου και η δική μου ζυγίζουν όσο και το ανώφελο δάκρυ μας… 
Το κάθε εγώ, στρώνει χαλί στην ξυπόλυτη ψυχή που κουβαλά, σαν την μάνα την γλυκιά που θωπεύει και παρηγορεί το αιώνιο μικρό παιδί της. Δεν πειράζει μωρό μου, υπάρχει καιρός για μετάνοια. Πάντοτε υπήρχε…
Και το δράμα κάθε εκείνου που συναισθάνεται εξακολουθεί να απλώνεται...

  •  Τα sites που επιθυμούν να αναδημοσιεύσουν το άρθρο παρακαλούνται να χεησιμποιούσουν τον ακόλουθο συνδεσμο: Γράφει ο  Γιώργος Σ. Πολίτης