Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

Η μεγάλη απόφαση

Αντίκρισα για άλλη μία φορά την βαριά ξύλινη πόρτα που επέμενε να στέκει μπροστά μου κάθε φορά που ένοιωθα την ανάγκη για ζωή να με πνίγει. Το χρώμα της παρέμενε πράσινο βαθύ και περίεργο, γιατί έγερνε σε εκείνο του κυπαρισσιού των νεκροταφείων που τα σούρουπα το μπέρδευα με το μαύρο. Οι κάθετες τάβλες της, παχιές και στέρεες καμωμένες από καλό τεχνίτη του μεσαίωνα θαρρείς, με μεράκι και γούστο βαρύ. Οι αμπάρες και οι μεντεσέδες της όμως, είχαν επάνω τους όλα εκείνα που φοβόμουν γιατί η σκουριά είχε απλώσει την αγριάδα της σε όλη τους την επιφάνεια και με τρόμαζε αυτό γιατί κάθε που πήγαινα να αγγίξω το μεταλλικό της χερούλι, με αγρίευε μέσα από διάφορους συνειρμούς, εκείνη η τραχιά συμφορά του άγνωστου που καραδοκούσε πονηρά και ως αίσθηση απτή στο χέρι μου, αλλά και ως κάποια άλλη υποδόρια πονηρή σαν μια ενσάρκωση του κακού, βαθιά μέσα στο μυαλό μου. 
Ανάσανα. Ο πόνος χρειάζεται γενναιότητα, το ίδιο κι ο φόβος. Δεν ξεπερνιούνται αλλιώς. Η ζωή μέσα στο σίγουρο μοιάζει με εκείνη του ζώου του λεύτερου που αποφασίζει να ζήσει σε κλουβί τις υπόλοιπες μέρες του. 
Δεν θα γινόμουν μια τέτοια. Όχι εγώ...
Προσπάθησα να διώξω από μέσα μου κάθε αμφίβολη σκέψη και είδα πως το να μάχεσαι με σένα, είναι ίσως ό,τι πιο δύσκολο. Ο εαυτός σου σε ξέρει καλύτερα από τον καθένα και σου την στήνει εκεί που δεν τον περιμένεις. Σαν τον καλύτερο εχθρό. Πανούργος και ανελέητος, με όπλα όλα εκείνα που φοβάσαι που τρέμεις και απεύχεσαι …και να σκεφθείς, πως μονάχα μαζί του μπορείς να προχωρήσεις. Μονάχα μ’ αυτόν δικαιούσαι και τα καλά, αλλά και τα κακά.
Με μια ανάσα λοιπόν. Στον μεγάλο χαμό ή την υπέρτατη γνώση. Μα κι γνώση χαμός δεν είναι κι αυτή; Ίσως κι ο μεγαλύτερος θαρρώ.
Έσπρωξα με δύναμη. Με τον ώμο μου έπεσα πάνω της κι ένοιωσα το κάσωμα που γερό το θαρρούσα, να γίνεται σκόνη. Η πόρτα έπεσε! Ο καιρός γλύκανε. Κι εγώ να ‘μαι εμπρός μου με όλες μου τις κακίες και με τις καλοσύνες μου εδώ να τις χαϊδεύω χαμογελώντας, Να φιλιώνω μαζί τους για πρώτη φορά. Να ‘μαι γυμνή, φρέσκια κι ειλικρινής να καταφέρνω στην ζωή μου να πω και σε σας που με κοιτάτε, πως εγώ είμαι αυτή που τόσα χρόνια σας κρυβόμουν. Εγώ η όμορφη και εγώ και η άσχημη. Εγώ η καλή και εγώ η κακή. Φίλοι κι εχθροί κοιτάξτε… κι εραστές μαζί που σας έπαιζα την ...άλλη.
Μα πάνω απ’ όλα εγώ είμαι αυτή που κατάλαβε πως το τέλειο δεν απαντάται ποτέ, καθώς μόνο μέσα στον νου ελλοχεύει σαν δώρο κακό και πονάει την κάθε άμοιρη σκέψη… 
Είμαι κι εγώ μια από κείνες που σε κάθε τους βήμα κάνουν και κάτι λάθος. Αλλά αυτή την φορά δεν είμαι καμιά άλλη παρά μόνο εγώ. Εγώ η αγνή που μέσα από την αγνότητά μου αυτή, γίνομαι πονηρή και κακιά σαν ζηλεύω σαν άνθρωπος, και σαν 'κρύβομαι', γιατί γεννήθηκα με τον φόβο παρέα και την ανάγκη εκείνη συντροφιά για κάτι το ολοένα καλύτερο, μ' όλο που τελικά δεν χρειαζόταν να γίνω κάτι περισσότερο από αυτό που είμαι. Μια μάνα, μια φίλη, μια ερωμένη, μία γυναίκα, σαν όλες εσάς. Από σήμερα λοιπόν, δεν χρειάζομαι τίποτα παραπάνω από την γνώση της υπόνοιας έστω του εαυτού μου και την ελαφρά παραδοχή του, ώστε να νιώσω χαρούμενη και πραγματικά ευτυχισμένη...

  • Τα sites που επιθυμούν να αναδημοσιεύσουν το άρθρο παρακαλούνται να χρησιμποιούσουν τον ακόλουθο συνδεσμο: Γράφει ο  Γιώργος Σ. Πολίτης