Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

One night stand

Πίσω από την ένταση της στιγμής στάθηκε η ορφάνια του λεπτού εκείνου που απαιτούσε την ευμάρεια των συναισθημάτων μας. Την υποτιθέμενη έστω εκείνη ευμάρεια που θα δήλωνε περηχαρίς πως οι ώρες και ο ιδρώτας που σπαταλήθηκε πως ήταν παραγωγικός. Γιατί μετά την πτώση του σθένους πάντοτε χρειάζεται εκείνο το μαξιλαράκι της σύμπνοιας πως οι δύο μας βρε παιδί μου δεν βρεθήκαμε από κάποια τύχη απλή, απλά κατόπιν συνομωσίας ολόκληρου του σύμπαντος. Μιλήσαμε, τα είπαμε καθαρά οι δυό μας και κατόπιν αφού τα ταιριάξαμε πρόχειρα, είπαμε να βρεθούμε όπως η φύση επιτάσσει και όχι όπως η στρεβλάδα του ποτού σε εκείνο το μπαρ που φέρνει κάμποσο σε ναυάγιο κληρουχίας πρώτα και ύστερα, σε κάποιο άλλο περισσότερο συνεπές μαγαζί.
Η πράσινη άχλη που έπαιρνε να στεριώνει στις αρθρώσεις μας ήταν καί εκείνος ο κινητήριος μοχλός ή η αιτία που έκανε την συναίσθηση της ξεχασιάς να ορίζει και να χαράσσει εκτός από πορείες και φόβους, πως θα μετατρεπόταν σε αγκύλωση όλο το πανηγύρι του έρωτα που από την σαστισμάρα του λέει, θα κατέληγε σε χορό λαθεμένων βημάτων και άρα σε φιάσκο περιωπής μεγάλο και τρανό.

Ενδώσαμε και παίξαμε στα όρθια κάνοντας κάποιους σπουδαίους του είδους εραστές, που ποτέ δεν είχαν εξοκείλει από όλα τα ειωθότα που κόσμου... Τους επιστήμονες του είδους κάναμε. Καταφέραμε και κρατήσαμε μέσα σε όλο το πήγαινέλα των σωμάτων την έπαρση της σιγουριάς και την άλλη την κουλτούρα της ήπιας σιωπής, καθότι έμπειροι πια δαμαστές της αλλοφροσύνης του έρωτα καταφέρναμε αβίαστα να σταθούμε στο ύψος της περίστασης. Στα όρθια όπως αρμόζει σε δύο εξαιρετικούς ανθρώπους-εραστές.
Η μάσκαρα στα μάτια σου και το ύφος το δικό μου συναγωνιζόταν σε τελειότητα την εξαίρετη στάση μας. Δύο άτομα πέραν πάσης υποψίας. Δύο άτομα που πράττουν το γενετήσιο τους ρυθμό επειδή έτσι η μοίρα το θέλησε και, το ξέσπασμα ήπιο, όπως θα έπρεπε να καθρεφτίζεται σε πρόσωπα ανθρώπων της πιάτσας που έχουν μάθει να βάζουν χαλινάρια πέτσινα σε όλες τις ανάρμοστες ιαχές που δηλώνουν πτώση, ανάγκη ή υποταγή. Τα πάντα ελεγχόμενα. Η λέξη υποκρισία δεν χωρεί ανάμεσά μας, καθώς εμείς πλέον έχουμε ξεπεράσει και αυτήν.
Και έρχεται εκείνο το λεπτό το ύστερο όπου και θα πρέπει να κάνουμε τις συστάσεις γιατί δεν είμαστε ζώα κι ούτε που θα φοβόμασταν ποτέ να αντικρίσουμε την αλήθεια στα μάτια.
«Με λένε Μάγια»
«Κι εμένα Αναστάση και χάρηκα να ξέρεις»
«Κι εγώ Αναστάση χάρηκα που τα είπαμε»
«Τα λέμε ε…»
«Ναι, τα λέμε bye»

  •  Τα sites που επιθυμούν να αναδημοσιεύσουν το άρθρο παρακαλούνται να χεησιμποιούσουν τον ακόλουθο συνδεσμο: Γράφει ο  Γιώργος Σ. Πολίτης