Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Το πνεύμα των ημερών.

Η θερμοκρασία έχει ανέβει η ώρα λίγο πριν τις δώδεκα, ο ουρανός γαλάζιος, το πνεύμα το Χριστουγέννων να παλεύει να σταθεί ορθό εν μέσω κλυδωνισμών και ο κόσμος να περπατάει θαυμάζοντας την μέρα, την ζέστη, την χαλαρότητα της στιγμής. 
Κυριακή. Το σπίτι αποδιώχνει μετά από την σχετική κλεισούρα της κακοκαιρίας και ένας καφές φαντάζει υπέροχος κάπου πιο μακριά ή έστω κάπου κοντά.
«Θανάση!»
«Ε.., ε μην μου πεις, Νικόλα εσύ;»
«Εγώ μωρέ ποιος άλλος;»
«Τι γίνεσαι ρε ψυχή;»
«Να πιούμε καφέ να τα πούμε;»
Η ευκαιρία, το δώρο, η αφορμή, η διάθεση που αποκτά νέα ενδιαφέρον. Ο φίλος από τα παλιά, από το σχολείο σχεδόν, οι πορείες που ακολουθήθηκαν, οι παλιές γκόμενες όλα θα τεθούν επί τάπητος.
«Εσπρέσο διπλό. Σκέτο.»
«Γαλλικό με ζαχαρίνη»
«Ζάχαρο Νικόλα;»
«Της πλάκας μωρέ, σιγά το θέμα. Κληρονομικό.»
Γέλια. Σιγά το πράμα. Τρία τρυπήματα την ημέρα και σχετικά μεγάλη προσοχή στο φαγητό δια βίου, αλλά αυτά δεν είναι δα και τίποτα το σπουδαίο. Μια ‘’σειρά’’, χρειάζεται και ένα πρόγραμμα, κατόπιν, όλα πηγαίνουν τέλεια. Βέβαια, Θανάση, το θέμα του σακχάρου τον οργανώνει τον άνθρωπο.
«Ρε συ, όπως το πας, θα μας πεις πως στάθηκες τυχερός που είσαι διαβητικός…»
Και άλλα γέλια. «Τα δικά σου Θανάση...»
Δύο γκόμενες περνούν από δίπλα. Οι ματιές ανταλλάσσονται σαν να μην πέρασε μια μέρα.
«Το καλό ρε πούστη μου…»
«Να λέγεται ρε.. Ρε τον Νικόλα...»
Χαμόγελα, γουλιά καφέ και τσιγάρο.
Καπνίζεις ακόμη;»
«Γιατί ρε Θανάση εσύ το έκοψες;»
«Ε, μέσα στο σπίτι με τα παιδιά. Η γυναίκα… καταλαβαίνεις τώρα, δεν γίνεται. Το έστειλα στο διάολο και ξεμπέρδεψα που λένε»
«Καλά του έκανες…»
«Εσύ παντρεύτηκες;»
«Μπα, εγώ έχω όλες τις γυναίκες του κόσμου. Χαχαχα»
«Είναι γιατί είσαι πολύ γλυκός. Σάκχαρο ε; χαχαχα»
«Το νέο μου I pad»
«Γουστάρω μεγάλε. Πόσο;»
«700»
«Πρώτο ε;»
«Τέλειο μιλάμε. Άστα, απλά τέλειο. Κοίτα τι κάνει…»
Ματιές τριγύρω. Κόσμος βιαστικός ή ράθυμος, δώρα σε τσάντες χάρτινες, βαδίζει γυρεύοντας τον χαμένο του αυθορμητισμό. Την πηγαία του χαρά. Όλοι έχουν και κάτι να σκεφθούν, όλοι και κάτι να τους μαντρώνει το αυθόρμητο. Οι γιορτές είναι για τα παιδιά, μετά για τους γονείς και τέλος για εμάς…
«Ε, Θανάση; Έτσι δεν είναι;»
«Πώς, πώς, τι λες ρε Νικόλα, για τα παιδιά είναι όλα αυτά…» 
Ο Νικόλας κοιτάζει την πλατιά οθόνη του I pad. Εισερχόμενη κλήση… Το όνομα Μάρα.
«Έλα κορίτσι μου, ναι εδώ για καφέ με ένα φίλο… Δεν μπορείς; Καλά δεν πειράζει θα πάρω τον Στέφανο… Ίσως… Μπορεί, δεν ξέρω… φιλιά» Κοιτάζει τον Θανάση. «Παρέες…» Κλείνει.
«Ρε τον Νικόλα. Πολύ χάρηκα, να ξέρεις ε…»
«Κι εγώ ρε συ, να μην χαθούμε τώρα που βρεθήκαμε. Την Λίλα την βλέπεις καθόλου;»
«Μπα μωρέ, χαμένοι είμαστε… Ποιος ξέρει…»
Το τηλέφωνο του Θανάση κτυπά. «Έρχομαι, βρήκα ένα φίλο και τα είπαμε γα λίγο. Καλά …καλά μωρέ έρχομαι… Ψώνισα ναι… ναι»
«Πρέπει να φύγω, η γυναίκα …ξέρεις τώρα, το φαγητό, τα παιδιά…»
Ο Νικόλας δεν ήξερε καθότι ανύπαντρος. «Ξέρω, ξέρω…»
«Πληρώνω εγώ.»
«Όχι εγώ. Τι λες τώρα»
Να μια σπουδαία αλλαγή. Κάποτε τσακωνόταν για το αντίθετο. Οι άνθρωποι ωριμάζουν. Ο ήλιος ψηλά ζεσταίνει την μέρα ακόμη περισσότερο. Μαμάδες με παιδιά στα χέρια ή αμολητά στον πεζόδρομο, μπαμπάδες λίγο πιο πίσω ή λίγο πιο μπρός. Με εφημερίδες στα χέρια. Κοπέλες, ντυμένες διαθέσιμες, περπατούν. Τα νιάτα στις καλύτερες στιγμές τους.
Ο Θανάσης ξεμάκραινε βιαστικός με τον κορμό λίγο στο πλάι. Αυτό έπρεπε να το κοιτάξει σε κάποιον γιατρό. Οι μέρες ετούτες να περνούσαν. Βιαζόταν. Πολύ χάρηκε με τον Νικόλα. Είχε λέει όλες τις γκόμενες του κόσμου. Τάχυνε το βήμα του, όφειλε να χωθεί στην γνώριμη κατάσταση που μύριζε σπίτι, να προλάβει το φαγητό, την γκρίνια, τις φωνές των παιδιών, την ζωή του...
Ο Νικόλας είπε να πάει μια από εδώ, από αυτή την μεριά της πλατείας που δεν είχε δει και άλλη μία, από εκεί από την άλλη που είχε έρθει. Κατόπιν θα γύριζε και αυτός σπίτι. Έριξε μια ματιά στο I pad. Καμία κλήση. Τα 700 ευρώ δεν αντικαθιστούσαν την δύναμη της παρέας. Η μεγάλη οθόνη κρατούσε το ενδιαφέρον του για λίγα μόνο λεπτά. Αναστέναξε. Λίγη ώρα ακόμη. Θα ζέσταινε μακαρόνια με ζουμί κότας και μπόλικο τυρί. Κοντοστάθηκε. Είχε τυρί ή έπρεπε να αγοράσει; Είχε. Ωραία. Καλά που το είχε κρατήσει το ζουμί από την προηγούμενη… Δεν γαμιέται… Ωραία ημέρα πάντως. Τα Χριστούγεννα, τα δώρα οι παρλαπίπες και στο τέλος η δόση της ινσουλίνης που έπρεπε να γίνει.
Μπορεί το βράδυ η Μάρα να μπορούσε να ξεφύγει από τον άντρα της και να την έβλεπε για λίγο. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος για τα αισθήματά της. Ιδίως το βράδυ. Την ημέρα την πίστευε περισσότερο. ‘’Τυχερός ο Θανάσης’’ σκέφθηκε, αλλά τώρα που το σκεφτόταν είχε ξεχάσει να του το πει. Δεν βαριέσαι, τον άφησε να νομίζει πως ο ίδιος περνούσε καλύτερα.
Το σπίτι του ήταν λίγο πιο κάτω. Λοιπόν συνέβαινε ένα περίεργο πράγμα. Όταν έκανε ζέστη έξω, το σαλόνι του ήταν παγωμένο. Ιδίως όταν δεν είχε κάτι να περιμένει ή κάτι το ενδιαφέρον να κάνει.
Όταν το τηλέφωνο του έκανε εκείνον το πολυφωνικό ήχο της εισερχόμενης κλήσης χάρηκε…
«Νικόλα έλα, ο Θανάσης. Λέγαμε με την Γιώτα αν ήθελες να περνούσες από το σπίτι να τρώγαμε μαζί το βράδυ. Τι λες;»
«Θα κοιτάξω το πρόγραμμά μου και θα σε πάρω Θανάση. Εντάξει;»
Η μέρα ζέστανε λίγο περισσότερο. Το πνεύμα των Χριστουγέννων θα είχε βάλει το χέρι του στα σίγουρα…