Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Το ξεχαρβάλωμα του ήθους

Καθόλου τυχαία η οσμή σήψης που απλώνεται ως επιδημία σε όλη την επικράτεια, καθώς μία ακόμη μύτη του αποστήματος εξερράγη με τρόπο γνωστό. Το ανακύπτον ζήτημα μοιάζει στα εξοικειωμένα αυτιά μας, χάδι (ομιλώ περί της απάτης στον οίκο του ναύτου) και την στιγμή ακριβώς που ενδελεχούμε στην επόμενη είδηση γίνεται και αυτή, η απάτη, μια ιστορία που δεν μας εξέπληξε ποτέ. Το μόνο που κατάφερε, ήταν να μας κάνει να κουνήσουμε το κεφάλι. Δύο ή τρεις φορές όχι παραπάνω.
Επανερχόμενος λέγω, πως καθόλου δεν είναι τυχαία η κατάσταση αηδίας που έχει τον ασυμάζευτο, σε μία χώρα που όχι μόνο νοσεί στο σύνολό της, αλλά έχει φτάσει και στο σημείο να καταφάσκει την αηδιαστική σήψη της.
Καμία κοινότητα και κανένα κράτος δεν δύναται να ελπίσει ελπίδα υπό αυτάς τας συνθήκας. Κανένα, όσο τα κάποια μέλη της καταφέρνουν τα κακά πολλών. Καμία κοινωνία όπου αδυνατεί να περιμαζέψει τα σκουπίδια της, δεν δικαιούται να ομιλεί περί ευωδίας ακόμη και εν μέσω ανοίξεως.
Δυστυχώς το πρόβλημα δεν είναι μόνο πεζό. Είναι σαφώς περιπλοκότερο καθώς εδρεύει σε μία βάση αποδεκτής απαιδείας και στο ‘ορθό’ της περιφρόνησης του συνόλου, το οποίο ‘’ορθό’’ εδιδάχθημεν επιτυχώς από τους εκάστοτε 'ηνιόχους'.
Οι παρενέργειες της εξέλιξης, θα μπορούσε να είναι η μία αιτία και στην περίπτωση αυτή, θα μπορούσαμε να κατηγορήσουμε τους υπευθύνους μόνο για την έλλειψη της προνόησης έργων ‘οχυρωματικών’, μα δυστυχώς δεν είναι έτσι. Οι υπεύθυνοι συνηγόρησαν εξετάζοντες με συνέπεια, ίδια συμφέροντα κατακλέπτοντας όχι μόνο χρήματα, μα και κάτι πολύ ακριβότερο. Μέλλον. 
Δεν μπορούμε, ίσως γιατί μας στερεί το δικαίωμα η καινή ιστορία μας, να προσπαθούμε να επιβάλλουμε πολιτικές που αρμόζουν σε ανθρώπους με χέρια καθαρά. Κανείς συνδαιτυμόνας σε επίσημο γεύμα δεν πρόκειται αγαλλιάσει με την παρέα μας, όταν το μόνο που έχουμε να του επιδείξουμε είναι η πάλαι ποτέ αξιοσύνη μας. Εκείνος θα επιμένει να κοιτά τα ρυπαρά χέρια και τα πένθιμα νύχια μας.
Επιχειρούμε να διεκδικήσουμε ως κράτος το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης –ποιός αμφιβάλει πως αγόμεθα κατά το δοκούν αλλοτρίων δυνάμεων- την ίδια ώρα που χωρισμένοι σε φατρίες εξαγάγουμε οφθαλμούς …με συνέπεια. Επιθυμούμε τα δίκαιά μας –δικαίως- αλλά πλέον κανείς δεν πείθεται πως τα αξίζουμε και επιμένουν για ακόμη μία φορά να χαρτογραφούν τις πλάτες μας με τα χέρια τους. 
Είναι επιεικώς ακαλαίσθητο να επιμένουν οι κορυφές τις πατρίδας πως θα σταθούν αταλάντευτες όταν οι ρίζες του δέντρου τους ξεχώνονται και ακροβατούν πλήρεις μέθης.
Ποιος θα εμπιστευθεί ποιόν! 
Οι πολίτες το κράτος;
Το κράτος τους πολίτες;
Και αν οι μακάριοι δεν πείθουν τα μέλη τους, πώς θα πείσουν τους βαρβάρους για την αγιοσύνη τους;
Συνοψίζοντας θεωρώ  πως πράγματι το έθνος θα είχε την δύναμη να κερδίσει τον αγώνα στην περίπτωση εκείνη που ο διαιτητής θα ήταν δοτός, μιλημένος ή έστω φίλα προκείμενος. Στην άλλη περίπτωση, σε εκείνη δηλαδή της δίκαιης υπεροχής της ομάδας μας, απαιτείται σκληρή προπόνηση σε ένα ανώτερο κόσμο. Εντός άλλου επιπέδου. Μπορεί όλα αυτά να καλύπτονται με την αύρα του άπιαστου ρομαντισμού και των διάφανων αερολογιών, όμως όπως μάθαμε να μην πετάμε χαρτάκια στον δρόμο -γιατί αυτό το μάθαμε- έτσι θα μάθουμε σιγά-σιγά -ξεκινώντας ασφαλώς και από τους αιρετούς-, πως η κλοπή δεν είναι ούτε καλό, αλλά και ούτε σωτήριο πράγμα. Η ζωή είναι ελάχιστη σε σχέση με το μέγεθος της υπεξαίρεσης που διαπράττεται. 
Α’ Δημοτικού.
Στην αρχή θα ελπίσουμε σε σύνεση και κατόπιν σε απαλοιφή.
Τα μέσα και τους αδιάφθορους τα έχουμε, ας αποκτήσουμε και την βούληση…

  • Τα sites που επιθυμούν να αναδημοσιεύσουν το άρθρο παρακαλούνται να χρησιμποιούσουν τον ακόλουθο συνδεσμο: Γράφει ο  Γιώργος Σ. Πολίτης