Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Περί ηρώων ο λόγος.

Και που μάθατε εσείς μωρέ την πάστα των άξιων; Πούθε κανονίσατε, ποιους, θα ονομάσετε έτσι; Κανείς δεν σας δίδαξε, πως ο ήρωας δεν είναι ούτε 'όμορφος' αλλά ούτε και 'ευγενής'; Κανείς δεν σας είπε πως εκείνοι που αρέσουν, δε μπορούν την ορφάνια του; Κανείς, πως οι κοινοί σαν και του λόγου σας, δεν αντέχουν μήτε το όνειρο αλλά και μήτε την μοναξιά του;
Γιατί ετούτο σας λέγω μοναχά, πως ήρωας είναι εκείνος που δεν νοιάζεται. Ήρωας είναι ο λεύτερος εκείνος που δεν υποτάσσεται και έχει το μυαλό στον αγώνα. Ο ήρωας κοιτάει το συμφέρον της πατρίδας και δεν υπολογίζει φοβέρες γιατί είναι καμωμένος για τα δύσκολα. Αγωνιάει ορμές μωρέ. Χαστούκια δίνει και δεν συνδιαλέγεται. Πολεμάει. Από ευγένειες δεν νογά, γιατί δαύτες είναι μαντήλια για τα σάλια των λακέδων.
Ήρωας μπορεί να είναι εκείνος εκεί. Τον βλέπεις μωρέ; Πού να τον δεις προύχοντα. Δεν έχεις μάθει να κοιτάς γιατί δεν ξέρεις να δεις. Τον γέρο, σου δείχνω που ξέρει να πεινάει και τον άλλον τον νέο που ανάβει μισό τσιγάρο από την γόπα του διπλανού, αλλά δεν κάνει τον ρουφιάνο. Την γριά απέναντι που έχει το χέρι της μαζεμένο από ευγένεια και συνεσταλμό αλλά από την άλλη που τολμά και φτύνει την φυλλάδα την κρεμασμένη. Σ’ αυτούς μπορείς να στηριχθείς σα θες να ξέρεις… Σ’ αυτούς με σιγουριά και σε όλους τους άλλους που γυρνάνε ακόμη τίμιοι.
Γιατί κανείς δεν το ξέρει από πριν, το ποιος είναι. Κανείς δεν ξυπνάει μια μέρα να πει: Σήμερα λέω να γίνω κάτι καλό. Κανείς. Όλοι με τον ίδιο τρόπο σηκώνονται και στον δρόμο συμβαίνει τ’ αναπάντεχο και τους βρίσκει το ελληνικό ξώφαλτσα στα μούτρα και τους στρίβει το μυαλό και τους θυμίζει πως εδώ ρε, πλάκες δεν γίνονται. Εδώ είναι Ελλάδα ρε. Και τα παίρνει όλα αμπάριζα. Γιατί έτσι έμαθε να ‘ναι όχι από μάνα, ούτε από πατέρα, μα από καρδιά κι από ήλιο. Κι από θάλασσα μαθές. 
Ξεφτιλισμένοι όλοι σας!
Σκύβετε και υψώνεται σαν λάβαρο η ουρά που παγωνιού που κρύβετε στον κώλο σας μέσα. Κομπάζετε και παριστάνετε τους σωτήρες συναμετάξυ σας. Γιάννης κερνάει κι ο ίδιος πίνει. Ο ένας αλείφει τον άλλον. Αρέσκεστε στην απάτη και υπογράφετε με τις πένες χρυσές στων ξένων τα κιτάπια τα λόγια που τους συμφέρουν. Δεν μπορεί τα ίδια να αρέσουν σε Θεό και σε διάβολο. Ποτέ δεν μπορούσε. Αλλά που να ξέρετε εσείς...
Με αίμα υπογράφουν οι πατριώτες ρε και την στάμπα τους την βάζουν εκεί που ξέρουν καλά πως δεν αρέσει σε κανέναν λιμοκοντόρο. Σε κανένα λιγούρη που χρειάστηκε να διαβάσει Ελλάδα και Έλληνα για να έρθει να μας κάνει τον δάσκαλο. Και σεις μωρέ τον κοιτάτε; Του κάνετε και τεμενάδες; 
Μάθετε λοιπόν πως η καρπαζιά που τρώει καθημερινά ο λαιμός σας κάνει τον δικό μας σβέρκο να τσούζει. Σας λέει κάτι αυτό; 
Αν όχι θα έπρεπε γιατί ντρεπόμαστε! 
Το τραίνο που στρίβει δεν χάθηκε. Σταθείτε στα πόδια σας, ολόκληροι άντρες. Και τρέξετε. Και γόνατα θα κτυπήστε και τα μανίκια θα σκίσετε αν, θέλετε να νοιώσετε μια στάλα παλικάρια. 
Πετάξετε τα πούπουλα κι αρπάξτε το στειλιάρι. Κιοτήδες. Πίσω σας θα μαζέψετε μιλιούνια τον κόσμο. Μην ψάχνετε να τους δείτε. Δεν ξέρετε να τους βρείτε γιατί μάθατε να γνωρίζεστε μονάχα μεταξύ σας. Οι όμοιοι. Σαν τα σκυλιά που ψάχνουν την ουσία το ένα στον κώλο του άλλου. Οι κώδικές σας είναι στα αγγλικά της Οξφόρδης και στα γαλλικά των Παρισίων. Τελευταία μάθατε και τους Γερμανικούς. Τους κώδικες εννοώ.  Τούς μάθατε και αυτούς στα σαλόνια που εργάζεστε ως υπηρέτες. 
Η γλώσσα του λαού είναι άλλη και είναι από τις δύσκολες. Είναι ο ιδρώτας, το βογγητό, η κοφτή ανάσα, η αγωνία και η οργή που κρύβεται σε κάθε ματιά. Την ξέρετε την οργή; Είναι εκείνη που αγριεύει την ματιά. Σας αγρίεψε η ματιά ποτέ; Πού να σας αγριέψει. 
Κι αν σας πείραζαν την γκόμενα το αμάξι ή τον μισθό τι θα κάνατε; Μπα, θα θυμώνατε λιγάκι ε; 
Και τώρα που σας πειράζουν την πατρίδα τι κάνετε;
Πατριώτες!  Τρομάρα σας…