Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Ε.., ψιτ, ψευτοδυσαρεστημένε για εσένα μιλάω...




Η αδράνεια είναι το καλύτερο μέσο συνηγόρησης, η σιωπηλή κατάφαση, η δυστυχής αποδοχή...



Λοιπόν εσύ είσαι αυτός που ολημερίς βογγάς. Σε μάθαμε λοιπόν λαμόγιο του σωρού, ψευτοεπαναστάτη, λουφαδόρε του αγώνα των άλλων. Η μούρη σου έχει την όμοια όψη την γλυκερή με εκείνη του προδότη κι ο πισινός σου τον ήχο της ξεχαρβαλωμένης γριάς τον κούφιο, γιατί έμαθες πάντοτε να ζεις το τέλος της μάχης στο ημιδιάφανο της κατάστασης. Σου γουστάρει το σκύλεμα των νεκρών εχθρών σου, γιατί ποτέ δεν τους σεβάστηκες –όποιοι και αν ήταν- γιατί ούτε που τους γνώρισες ποτέ σου. Πάντοτε τους φοβόσουν ή ακόμη χειρότερα τους βαριόσουν κι απαξιούσες, όταν εκείνοι σε πολεμούσαν, εσύ βασιζόσουν σε κάποιων άλλων το σθένος.
Αγωνιστή του καναπέ και της ελαφριάς συνείδησης, εσύ που προτρέπεις συνεχώς μα στο τέλος απέχεις δεν σε λυπόμαστε. Καθόλου δεν σε πονάμε για όλα τα δεινά που κλαίγεσαι πως σου συμβαίνουν. Καθόλου δεν θα μας λείψεις, γιατί ποτέ σου δεν ήσουν με όλους εκείνους που βράχνιασαν έστω και μια φορά, όπως και αν μπορούσαν.
Ξεφτίλα της καλοπέρασης, αναπαύσου και κοίτα την κοιλιά σου να μεγαλώνει και τις κοπελιές που από μακριά γουστάρεις, να σου διδάσκουν το νόημα της πάλης. Κράτα τα παιδιά σου στο σπίτι και δίδαξέ τα το νόημα της έξυπνης διαχείρισης. Μάθε τα να βουτάνε τον κόπο των άλλων όπως και εσύ κάνεις….



Χαμούρα της διανόησης, της ανοιχτής παλάμης οπαδέ και της σιγουριάς κλακαδόρε, ξεκουράσου. Πάρε δυνάμεις την ώρα που οι ξένοι θα μαθαίνουν στην γυναίκα σου τα λόγια της ''χαράς'' και θα στέλνουν τα παιδιά σου είλωτες στην χώρα τους, δουλευτάδες φθηνούς. Δεν δικαιούσαι μιλιά. Σώπαινε τώρα… Μιλάν οι εχθροί!
Βολέψου αναπαυτικά και κοίταξε όλους εκείνους που ζεσταίνονται ή κρυώνουν, που κυνηγιούνται ή κυνηγάνε και πες, πως ένας ακόμη δεν θα σήμαινε δα και τίποτα σπουδαίο, αφού άλλωστε τους στηρίζεις όλους εκείνους τους ‘’παλαβούς’’ με το μυαλό σου, με την λαλιά σου στις συζητήσεις των καφενείων και σιγουριά του σήριαλ πάνω με μια παγωμένη μπύρα ή ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Σπουδαίε επαναστάτη που ασφυκτιάς κι από πάνω…
Μάθε πως κανείς δεν πρέπει σήμερα να κατεβαίνει σύνταγμα ή όπου αλλού, για το τάδε κόμμα. Όλοι πάνε για την Ελλάδα που τους γέννησε. Αν το νομίζεις, αλλιώς είσαι ελεύθερος και όλα αυτά δεν σε αφορούν…
Για εσένα όμως που νοιάζεσαι από το σπίτι, που πιστεύεις πως δεν πάει άλλο, που αγωνιάς, που αδικείσαι θαρρείς νωχελής ων, χαίρομαι για όλα όσα σου συμβαίνουν και θα σου συμβούν. Γιατί εσύ δεν είσαι από καμιάς πάστας δυσαρέστηση. Είτε τον μισθό σου πάρουν, είτε την γυναίκα σου γλεντήσουν, είτε την χώρα σου βιάσουν, εσύ θα είσαι όμοια ενεργητικός στις ειδήσεις των οκτώ, διότι είσαι από εκείνους τους δωρεάν φωνακλάδες που πάνω στο μεγάλο μπουλούκι ρίχνουνε μία κλωτσιά εν κρυπτώ και διαλαλούν την πελώρια νίκη τους. Ξεφτιλισμένε. Ωμέ οπαδέ του δικαίου…
Κανείς από όλους εσάς τους χαρατσωμένους δεν δικαιούται να φωνάζει, ούτε και να διαμαρτύρεται αν δεν έχει κατέβει πρώτα στο πεζοδρόμιο. Όλοι εσείς που λέτε πως καταψηφίζετε την παρούσα κατάσταση, τα μνημόνια και όλα τα λοιπά, σας έχουνε όλους χεσμένους. Όλοι τους. Και δίκιο έχουν, γιατί είσθε από εκείνους που κοιτάνε το δικό τους συμφέρον, ακόμη και χωρίς να το συνειδητοποιείτε πλήρως. Και μην πιστεύετε πως κανένας δεν είχε ποτέ του καμία δουλειά όταν βρισκόταν σε κάποια διαδήλωση. Μην νομίζετε πως είσθε οι μόνοι απασχολημένοι τεμπέληδες της κλασικής ιστορίας που στο μέλλον θα αναφέρονται σαν οι ανεχτικοί ‘’βρομιάρηδες’’ της υπόθεσης. Όχι, πάντα υπήρχαν δουλειές για όλους κι ανάγκες, που όμως κάποιοι τις άφησαν πίσω γιατί κατάλαβαν πως χωρίς φωνή το ξημέρωμα δεν φτάνει.
Ξύπνα λοιπόν βούδα της πλάκας, άσε τον καναπέ στον επόμενο του είδους σου και γίνε κι εσύ ένα με τους υπόλοιπους που φωνάζουν βρισκόμενοι εν δικαίω. Δεν θέλεις πολύ, λίγο να κουνηθείς περνάς από την ράθυμη πονηριά του έξυπνου αστού, στον ήρεμο έστω αγωνιστή του δρόμου. Τεράστια η διαφορά!
Η παρουσία σου και μόνον είναι αρκετή. Ο τόπος δεν χρειάζεται άλλους αρχηγούς, έχουμε γεμίσει από δαύτους. Από απλές παρουσίες έχει ανάγκη που να μιλούν για τα όλα εκείνα που νοιώθουν στο δρόμο και όχι γύρω από το τραπέζι του σαλονιού.

Άντε να σε χαρώ, μία προσπάθεια θέλει, και την μυρωδιά του αγώνα σαν και την μάθεις, δεν θα την αλλάζεις με τίποτα πια.

Γιατί πες μου κάτι που μυρίζει καλύτερα από τη λευτεριά…