Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Κουβέντες μονάχες…(1)

Δεν ήταν τα μάτια σου, ούτε και η μορφή σου είχε εκείνο το σπάνιο που κάνει μια ομορφιά εξαίσια, ήταν όμως το βάθος μου που άδειαζε και ο ρυθμός! Ωοο μα βέβαια, ήταν ρυθμός της ανάσας σου και το στομάχι γροθιά, που τα άλλαζε όλα και τα έκανε κάπως πιο μοναδικά να πω ή κάπως πιο τέλεια, αν γινόταν. Και το στόμα σου και αυτό. Πώς, και αυτό ήταν που έστεκε μισό ανοιχτό και μισό κλεισμένο. Κόκκινο. Πώς, ήταν και αυτό… Και η ανάγκη που ξεχωνόταν. Και η ανάγκη που είναι νόμισμα ακριβό σα ξεχώνεται κι αυτό να το ξέρεις πως υπήρχε κοντά μας…
Έπειτα, μέσα σε όλα εκείνα που θυμάμαι, ήταν και μία χαρά ξεχωριστή που με έκανε να μην κρυώνω μέσα στο κρύο και να μη θέλω να φύγω την ώρα που η ώρα περνούσε και έφευγε εκείνη. Και έπρεπε να φύγω. Έπρεπε να το κάνω για λόγους χαζούς.

Η αλήθεια είναι πως φοβόμουν και να μείνω για άλλο λόγο, φοβόμουν μωρέ μήπως και γίνει κάτι τυχαίο και πάψει εκείνη η μαγεία της στιγμής και μετά που να ξαναέρθει. Ε…; Πού να ξαναέρθει τόσο όμορφη. Μια φορά έρχεται τέτοια στιγμή. Μία μόνο, γίνεται τόσο ωραία. 
Εγώ λοιπόν που τώρα αρχίζω να σε ερωτεύομαι, σου λέω πως δεν έχω ξαναφιλήσει τέτοιο στόμα, ούτε που έχω βρει να παίξω με γλώσσα τόσο γλυκιά, εκεί μέσα του. Δεν έχω βρει, δεν έτυχε δηλαδή να βρω γυναίκα τόσο χαρούμενη και τόσο γελαστή. Δεν έτυχε… Ούτε και που μου έχει τύχει να ζεστάνω τόσο παγωμένο χέρι στον κόρφο μου. Μπα ποτέ δεν κάθισα… Μη γελάς. Ούτε να το τραβάς, μ’ αρέσει σου λέω. Μ’ αρέσει να σου κάνω ένα καλό.
Μη γελάς με τον τρόπο αυτό, γιατί σε ερωτεύομαι ακόμη περισσότερο, να ξέρεις και αν συνεχίσω να το κάνω, μπορεί από τα μαλλιά μου να πεταχτούν άξαφνα φύτρες από μεστά καλαμπόκια ένα μέτρο ψηλά ή φτέρες πλούσιες σε πράσινο χρωμα και μετά να γίνω καρπός ο ίδιος, δέντρο, ή τρελός, εδώ μπροστά στα μάτια σου και μέσα στην τόση μου αγάπη. Γελάς ακόμη;
Γελάς που καμώνομαι, γιατί δεν ξέρεις πως όποιος δεν έχει νοιώσει καυτό το κρύο και όποιος δεν έχει τρομάξει με το λεπτό που χάνεται, ή δεν έχει καμωθεί, δεν ξέρει. Δεν έχει μάθει να γνωρίζει. Ιδέα δεν έχει κι άσε τον να λέει. Τίποτα δεν έχει μάθει από ζωή, στο λέω εγώ, γιατί ζωή δεν είναι βόλεψη, είναι ξεσηκωμός. Ξεσηκωμός και τρεχάλα με την ψυχή στα δόντια και φόβος. Και φόβος πολύς, τραχύς και άπατος. Αμέ τι νομίζεις, πως χαρά είναι μόνο κι αγάπη; Ή μήπως πως αγάπη είναι μόνο η χαρά; 
Ο έρωτας, μια και δεν ξέρω να πολλά να τα πω, να, μου κάνει μονάχα αυτό… Με κάνει να νοιώθω πλούσιος, μεστός μέχρι τα μπούνια. Ολάκερος. Με κάνει με φύτρες να γυρνώ χωρίς να σκιάζομαι, αν θέλεις πολύ να μάθεις. Αν θέλεις.
Κι αν θες να δοκιμάσεις κάποιον αν σ’ αγαπά, πες του το αυτό, για δικό σου.
Βάλε, πες του, καλαμπόκια και φτέρες στο κεφάλι και γύρνα να σε δουν. Για μένα κάνε το, έτσι πες του. Γιατί ο έρωτας στην ξεφτίλα φανερώνεται μεγάλος, φυτρώνει κι εκεί βγάζει λουλούδια. Αν θέλεις να ξέρεις… Εκεί φαίνεται. Εκεί απαντά χαρές κι άμα τις βρει, τα κόσκινα τα ‘χει για καπέλα απ' τα επίσημα εκείνα τα ακριβά.
Αν, θες να ξέρεις πόσο σε ερωτεύομαι…

  • Τα sites που επιθυμούν να αναδημοσιεύσουν το άρθρο παρακαλούνται να χεησιμποιούσουν τον ακόλουθο συνδεσμο: Γράφει ο  Γιώργος Σ. Πολίτης