Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

Εγώ, ο άλλος σου εαυτός.


Σωστά με αναγνώρισες. Εγώ είμαι και πάλι εκείνος που σπρώχνεται απλώνοντας τους αγκώνες να βρεθεί ‘μούρη πρώτη’ γιατί δεν θα μπορούσα ποτέ να υπάρξω μακριά σου μια και ζω και συντηρούμαι από όλες τις μάταιες προσδοκίες σου που προβάλουν αδιάντροπες σαν θύσανοι φουντωτοί, εν μέσω διψασμένης ερήμου. Χαμογελάω αυτάρεσκα στον κάθε σου εγωισμό, στεφανώνοντάς τον ως δικαίωμα αναφαίρετο δικό σου και μάλιστα πολύ καθυστερημένο. Σε σπρώχνω να επιμένεις σε πράγματα που δε γνωρίζεις και  ανασαίνω την ανάγκη σου για καταξίωση. Σε κολακεύω και στέκω πλάι σου ζωντανός και παρασιτοδίαιτος κομμάτι αλγεινό της ιδιαίτερης
φύσης σου.
Είμαι η αθωότερη μορφή της κάθε πτυχής του χαρακτήρα σου, γιατί είμαι αγνός και μην σου κάνει εντύπωση αυτή μου η λευκότητα, διότι εδρεύει στον κόσμο της υπέρτατης αλήθειας. Της δικής σου αλήθειας! Είμαι πιο ο αληθινός ψεύτης που έχεις γνωρίσει και εκείνος που θα υπερασπιστείς μέχρι την τελευταία σταγόνα του αίματός σου. Οι πατρίδες, οι αξίες της ζωής, ακόμη και οι θρησκείες που αγωνίζονται να σε διαφεντέψουν έρχονται στο κατόπι μου. Πρώτα εσύ. Είσαι ο πρώτος και ο καλύτερος, αλλά μέσα από εμένα, γιατί χωρίς εμένα θα ήσουν ένα όνειρο δίχως φαντασία. Θα ήσουν ένα πεζό ανθρωπάριο που θα εκλιπαρούσες καλημέρες από τον πρώτο τυχόντα μιας λαϊκής ομηγύρεως στο μέσον κάποιας εθνικής εορτής. Κάποτε θα πρέπει να καταλάβεις πως εγώ είμαι το λούστρο της ζωής σου. Εγώ είμαι η λάμψη στα μάτια της ερωμένης σου και σε εκείνα του διευθυντή σου που πιστεύει πως κατέχει στην δούλεψή του το μόνο φερέγγυο άτομο στον πλανήτη. Ο δόλιος δεν θα μπορούσε να ξέρει το μέγεθος του ‘’δήθεν’’ που καλλιεργώ για χάρη σου …
Σε αφήνω μόνο σου τις στιγμές εκείνες που κρίνω πως πρέπει. Σου χαρίζω για λίγο τις ώρες της βαθιάς πραγματικότητας ώστε να νιώσεις μέσα στο πετσί σου ποιος θα ήσουν χωρίς εμένα. Άνθρωπε της μέγιστης ανάγκης! Σε λίγο, αμέσως μετά από το λύσιμο των δεσμών σου, τρέχω πανικόβλητος να ισιώσω το κορμί σου και πάλι, να σε γεμίσω με κάθε λογής ορμήνιες …πως τάχα υπάρχουν και άλλοι πολλοί χειρότεροι από εσένα και να σε ησυχάσω να σε ηρεμήσω μαθές, πως δεν είσαι δα και ο πάτος καλαθιού…
Ακόμη δεν έχεις καταλάβει πως είμαι το πιο απαραίτητο ρούχο σου; Ακόμη δεν ξέρεις πως είμαι η πιο σημαντική ψευτιά σου; Η πιο αθώα δικαιολογία σου; Η ευκολότερη μιλιά σου; Μία ματιά μου όμως φτάνει για να σε πείσει: Δες τον κόσμο γύρω σου… Όλοι κάποιοι είναι και μέσα από αυτούς τους κάποιους κρυφοκοιτάζει ένας άλλος. Εσύ είσαι αυτός ο περισσότερος ντροπαλός, πιο συνεσταλμένος, λιγότερο άξιος που ίσως να μην εύρισκες ποτέ σου το θάρρος να πεις  έστω μια καλημέρα σε κάποιον άλλον.
Όχι δε διετέλεσα ποτέ μου πολιτικός, όσο και αν σου κάνει εντύπωση αυτό, ούτε κάποιος κατ’ εξοχήν κόλακας επαγγελματίας του είδους, είμαι απλά ένας αυτοδίδακτος παλιάτσος που χοροπηδάει μπροστά και πίσω σου κάνοντας τις δικές του φιγούρες, προσδίδοντας στην ουρά σου ψεύτικη αξία, κρύβοντας από τα μάτια των συνανθρώπων σου τις σκιές που αφήνει η ύπαρξή σου ακόμη και τα ασέληνα βράδια στο διάβα της. Με νιώθεις θαρρώ. Είμαι με άλλα λόγια εκείνος που έρπει στα ποδάρια σου και βάφει με το πινέλο του ολόκληρη την ζωή σου.
Σίγουρα εάν υπήρχαν άτεγκτοι εμπνευσμένοι δικαστές-τιμωροί, από εκείνους που φόραγαν καπέλο την ενόραση, θα με σταύρωναν στην στιγμή, με λόγο την ιταμή υπεξαίρεση της αιτίας, που θα όφειλε να σε αφυπνίσει, αλλά κι εκείνοι τώρα χάθηκαν -θεωρώντας κάποιος δικαίως-, πως καιροφυλακτούν κρυμμένοι στα σιφώνια των έξοχων διδασκαλιών τους, αναζητώντας τρόπους καινούριους, εμβόλια να τα πούμε, για τον νέο ιό της ‘’γρίπης’’ που δεν ανεβάζει πυρετό, αλλά που παύει, που καταλαγιάζει το σθένος και την θέληση για αλήθεια.  
Άνθρωπε.
Αν δε ήμουν εγώ στην ζωή σου, θα ήταν ολάκερη η μορφή σου γεμάτη από μισητά ενδιάμεσα. Θα ήσουν πλήρης συνδετικών κενών εν μέσω μιας πραγματικότητας τόσο αβάσταχτης όσο και το ποώδες μέλλον σου. Και έρχομαι εγώ ο πραγματικότερος εαυτός σου, η απατηλή σου ελπίδα, το χειρότερο των άρρητων παραδειγμάτων σου και στέκω πλάι σου προσδίδοντας κύρος και ομορφιά φο στην υπόστασή σου. Είμαι η μορφή εκείνη η χειρότερη, που έρπει καθησυχάζοντας τον εαυτό -με τις παντόφλες και το κοντρόλ θυρωρού της ζωής σου- που σου ανήκει, ουρλιάζοντας πως υπάρχουν και ακόμη χειρότερα, συντηρώντας με τον τρόπο αυτό τα απόλυτα κακά σου που δεν είσαι σε θέση να αποφύγεις.
Δεν είσαι εσύ το τίποτα. Φωνάζω στ’ αυτί σου στερώντας σου την κουραστική πιθανότητα της ανάνηψης, της αφύπνισης, από το ναρκισσιστικό σου κώμα. Εσύ έχεις γυναίκα, αυτοκίνητο, παιδιά και ερωμένη. Κοστούμι και γραβάτα ασορτί. Κόσμο που τρέχει στο πλάι σου να σου πει καλημέρα πιστεύοντας πως κάποιος με τέτοια θέση και τέτοιο αμάξι, δε θα μπορούσε ποτέ να κρύβει το είδος κάποιας βρομιάς κάτω από την επώνυμη κολόνια του. Χαμογελάς με το δικό μου το γέλιο και καταφέρνεις να βγεις για μία ακόμη φορά στον αφρό κοιτώντας με κατανόηση όλα τα μοναχικά ‘σχήματα’ των ημερών μας. Όλες τις ξεζουμισμένες ψυχές που πνέουν ρόγχους επιθανάτιους στις παγωμένες γωνιές των έρημων κτηρίων της χώρας.
Κι εγώ τι να κάνω; Αναγκάζομαι και σε κρατάω έξω από όλα αυτά κρύβοντάς σου τις δροσερές σκέψεις των εξαθλιωμένων. Τις συνεπείς αντιλήψεις περί του ορθού, τους υγιείς σκοπούς που βαφτίζω εχθρούς μου γιατί δεν μπορώ να συνυπάρξω μαζί τους.
Σου δείχνω τα αποφασιστικά κηρύγματα, σου προτείνω τις ένδοξες υποσχέσεις, τις ελπίδες τις άξιες για την κατευναστική ύπνωση που θες να απολαύσεις. Κοίτα πως σε χαϊδεύω… Κοίτα! Μα και βέβαια η πείρα μου μοιάζει με εκείνη της γριάς πόρνης και η πειθώ μου με τα εκατομμύρια των θαυμάτων της υποταγής.
Εσύ είσαι το μέλλον και εγώ η λάμψη σου. Στάσου ξεκούραστος επάνω στον καναπέ σου, μείνε ορθός στην αγκαλιά της γυναίκας σου, στα φιλιά της ερωμένης σου, στις δουλικές εκδουλεύσεις των υφισταμένων σου. Μείνε γνώστης όλων των σοφών προτροπών μου. Πίστεψε και ζήσε το οικείο σου σήμερα, στο υπέροχο κελί που δωρεάν σου παρέχεται. Δεν σου το λέει κανένας ξένος. Η συνείδηση της βολής σου, σε προτρέπει. Ό άλλος, εκείνος ο περισσότερο πραγματικός σου εαυτός.
Αλήθεια πίστεψες ποτέ πως θα μπορούσες να υπάρξεις χωρίς εμένα; Πιστέ μου υπήκοε…

Photo credit: Thomas Leuthard / Foter / CC BY