Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Το έγκλημα της μίας στιγμής.

Η μακριά μαύρη λιμουζίνα σταμάτησε με ακρίβεια στο σημείο που έπρεπε. Ο Πορτιέρης του Ξενοδοχείου la Plaza, βιάστηκε να προλάβει. Έπιασε το χερούλι της πίσω πόρτας και την άνοιξε κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση. Τα σιρίτια στους ώμους του κινήθηκαν μπρος-πίσω με τον συγχρονισμό των μελών ενός καλά εκπαιδευμένου μπαλέτου. Την ίδια ώρα ο οδηγός άνοιγε την πόρτα της συζύγου του προέδρου της μεγαλύτερης εταιρείας πετρελαιοειδών της χώρας Αντρέ Βοζιγιόν. Η Αριέλ, η κατά είκοσι χρόνια νεώτερη γυναίκα του, χαμογέλασε στο νεαρό άντρα και πάτησε το πόδι της στην άσφαλτο. Το παχύ κόκκινο χαλί άρχιζε από την άλλη μεριά του αυτοκινήτου και συνεχιζόταν μέχρι την βαριά περιστρεφόμενη πόρτα του πολυτελούς ξενοδοχείου. 
Το πομπέ στέγαστρο που εκτεινόταν μέχρι το πεζοδρόμιο και ήταν καμωμένο από το είδος του πλέον εξευγενισμένου ιβουάρ καραβόπανου, σταματούσε τη δυνατή βροχή με άνεση, καθώς ο κατασκευαστής του είχε προβλέψει και είχε κάνει μια πολύ προσεκτική πλαστικοποίηση από το έξω μέρος του. Από εκείνο που κοιτούσε σήμερα τον βαρύ ουρανό.
«Κύριε πρόεδρε…»
Ο άντρας που είχε μιλήσει
ήταν ο γενικός γραμματέας του συζύγου της Αριέλ και ένας κατάπτυστος κόλακας. Ήδη έσκυβε με τον απροκάλυπτο θεατρινισμό που θα στοιχειοθετούσε σε άλλες περιπτώσεις μέχρι και ειρωνεία κάνοντας το σώμα του να παίρνει το σχήμα ενός ατόμου με ανάγκες απολύτως ειδικές. Κατόπιν στράφηκε σε εκείνη. Το ένα του χέρι βρισκόταν ήδη στη πλάτη του.
«Κυρία μου…»
Ο Βαγιάν Σομελιέ ήταν ανέκαθεν γλοιώδης. Γλοιώδης και πρόστυχος. Φίδι με το ένα μάτι μονίμως ανοιχτό. Η Αριέλ τον απεχθανόταν, γιατί πάντοτε προσπαθούσε να περάσει την ματιά του ύπουλα μέσα από τα ρούχα της, ακόμη και μπροστά στον σύζυγό της. Στα πενήντα του ο Βαγιάν Σομελιέ ήταν παντρεμένος με μία ήσυχη γυναίκα που η μοίρα της την είχε προορισμένη για νοικοκυρά. Μαζί του είχε κάνει δύο παιδιά και άπειρα όνειρα. Η Αριέλ ήταν σίγουρη την ώρα που
τραβούσε το χέρι της από το στόμα του κυρίου Βαγιάν, πως της είχανε μείνει πλέον μόνο τα δυό της παιδιά. Τα όνειρά της τα είχε αφήσει στην πορεία ενός γάμου με πολύ κοντή δράση.
Ακολούθησε τον άντρα της αμίλητη, σκεπτόμενη όλα εκείνα που θα έκανε στο σπίτι της αν είχε καταφέρει να αποφύγει την σημερινή συνάντηση. Ο κύριος προέδρος ενημερωνόταν για τις τελευταίες εξελίξεις από τον γραμματέα του, που ενώ ήταν στο ίδιο ύψος με εκείνον, φάνταζε πλάι του σκυφτός καθώς ήταν μισό βήμα μπροστά και λοξά του, σαν τον μικρό καραγκιόζη που παρακαλάει κάποιο μεγάλο χουσμέτι. 
Λίγα βήματα ακόμη. Είχε συνηθίσει να βρίσκεται πάντα πίσω από τον σαφώς μεγαλύτερο άνδρα της. Είκοσι χρόνια σε διαφορά ηλικίας ποτέ δεν ήταν λίγα. Ποτέ. Εκείνη στα τριάντα οκτώ της κι εκείνος στα εξήντα τόσα του. Σωστά είκοσι δύο με είκοσι τρία χρόνια και όλα μισερά. Μισερά από αγάπη, μισερά από έρωτα, μισερά κι από πόνο, μα γεμάτα από χρήμα, ανέσεις και όλα όσα θα ονειρευόταν κάποια που δεν γνώριζε το μεγάλο παραμύθι της καλοπέρασης. 
Ο Αντρέ δεν ήταν άσχημος άνδρας. Όχι. Το κάθε άλλο μάλιστα, αλλά από πότε η ομορφιά έκανε υποχρεωτικά παρέα με όλα τα άλλα; Με την αγάπη, τον έρωτα και την σπουδαία ανάγκη; Του ανάγκη του ενός προς τον άλλον, δηλαδή, για κοινό ορίζοντα…
Ο Βαγιάν Σομελιέ κοίταξε την γυναίκα του εργοδότη του. Την γουστάριζε την τσούλα. Την γουστάριζε και μάλιστα πολύ, όπως την παρατηρούσε με τρόπο μέσα από τον καθρέφτη του ασανσέρ που τους ανέβαζε στον όγδοο όροφο όπου παρετίθετο το επίσημο γεύμα σε έναν από τους μεγαλύτερους ισπανούς επενδυτές στο έδαφος της πατρίδας τους. Άλλη μία ματιά. Το λεπτό της σώμα, τα ισχνά μεταξένια ξανθά της μαλλιά που ήταν εντελώς φυσικά και τα ροζέ χείλια της τον έκαναν να θέλει πρώτα να την πνίξει με τα χέρια του και μετά να την γαμήσει. Όλη της η εικόνα, εκμαίευε από τα βάθη της ψυχής του μια ευθραυστότητα άκρως ερεθιστική. Την έβλεπε σαν κάποιο περίτεχνο κομψοτέχνημα και τον εαυτό του σαν κάποιο πολεμιστή τραβηγμένο από τα βάθη μιας λασπωμένης ιστορίας. Βρόμικο και τραχύ. Βιαστή κάθε ευγένειας. Γνήσιο τιμητή της πλέον ιταμής πραγματικότητας. Ήταν ήδη ερεθισμένος. Βγαίνοντας βιάστηκε να περάσει πρώτος. Στριμώχθηκε πάνω της και πέρασε με δύο ταχιά μικρά βηματάκια στον μακρύ διάδρομο που ήταν ντυμένος με ανοιχτοπράσινη παχιά μοκέτα. Στάθηκε.
«Περάστε πρόεδρέ μου.» 
Η νέα του υπόκλιση, σίγουρα είχε καλύψει την επαφή του μορίου του στους γλουτούς της γυναίκας του προέδρου και είχε δώσει ένα αξιοπρεπές άλλοθι στην βιάση του.
Η Αριέλ μόνο που δεν στρίγκλισε. Η σκληράδα του σώματός του Βαγιάν, πέρασε αυτούσια μέσα από το λεπτό βαθυγάλαζο φορεματάκι της που ήταν καμωμένο από μεταξωτή μουσελίνα. Ο Βαγιάν ήταν ένας πραγματικός λακές. Γεμάτος από ύπουλη προστυχιά. Όταν η ματιά της συνάντησε την δικιά του, ήξερε πως το αδιόρατο χαμόγελο που σκάρωνε καμπύλη στα χείλη του ήταν μια παραδοχή της πρόστυχης επαφής και μία ακόμη πρόταση, τόσο  κεκαλυμμένη …όσο και μια φιλοφρόνηση κάποιου σιχαμένου βάρβαρου. Να μιλήσει η Αριέλ στον άντρα της, αλλά τι να του πει τέτοια ώρα; Και μήπως δεν του είχε μιλήσει σε παρελθόντα χρόνο; Δεν του τα είχε πει τρείς φορές μέχρι τώρα, πως ο γραμματέας του την γλυκοκοιτάζει; Μήπως και είχε υπάρξει κάποιο αποτέλεσμα σε κάποια από αυτές; Τίποτα. ‘’Χαζεμένη’’ την είχε πει.
Της Αριέλ τότε της είχε περάσει η ιδέα πως ακόμη και στο κρεβάτι να τους έπιανε αγκαλιασμένους, μια, και εκείνη θα ήταν με τον γραμματέα του και άρα έμπιστό του, δεν θα συνέτρεχε κάποιος πολύ σοβαρός λόγος ανησυχίας. Η γυναίκα του προέδρου έμενε στον στενό κύκλο της ‘οικογένειας’! Μην τρελαθούμε άξαφνα. Στα φιλικά φιλιά και στα γνώριμα επιχειρήματα μέσα…

Η αίθουσα ήταν σχεδόν γεμάτη. Η ώρα είχε περάσει δέκα από τα πρώτα λεπτά, των εννέα. Οι συνδαιτυμόνες ήδη σηκωνόταν. Ο Αντρέ Βοζιγιόν βαριόταν γενικώς, όμως η παρουσία μιας συνοδού αρκετά υψηλής κάποιου γνωστού, του γνωστού τους δηλαδή, του εξήψε το ενδιαφέρον. Ασυναίσθητα προσπάθησε να ρουφήξει πονηρά την κοιλιά του, αλλά αμέσως παράτησε την προσπάθεια γιατί η κατάσταση περιείχε αυτούσια εδώ και καιρό τον ασυμμάζευτο. Καλύτερα να έπαιζε με το κύρος του. Τσιτώθηκε προς τα επάνω. Τα κιλά του θα ερχόταν ξωπίσω από τα λόγια του, σαν την Αριέλ που ήταν μονίμως άκεφη και μακρινή. 
Διέσχισε τα επόμενα μέτρα με το χαμόγελο και τα χέρια ανοιχτά σαν να συναντούσε κάποιον παλιό του συμμαθητή ή κάποιο άλλο πολύ αγαπημένο πρόσωπο.
«Αγαπητοί μου ελπίζω να μην περιμένατε πολύ.» Η φωνή του ακούστηκε μερικά τραπέζια μακρύτερα. Ο μπάσος της ήχος και η ροή του λόγου του προσέδιδε την νότα της σιγουριάς και του απόλυτου ελέγχου της κατάστασης.
Τα κρυστάλλινα ποτήρια, τα ακριβά σερβίτσια και το λινό τραπεζομάντηλο, λιγάκι αναστατώθηκαν καθώς ο γηραιότερος άντρας και συνοδός της μελαχρινής παρουσίας κτύπησε το πόδι του στην κόχη της ροτόντας προκειμένου να σηκωθεί κατά τι γρηγορότερα. Ο ήχος του κρυστάλλινου ποτηριού που ακούμπησε με το διπλανό του ήταν πεντακάθαρος και ψηλός. Δεύτερη οκτάβα. Τα βλέμματα περισσότερο θαμπά, αν και αεικίνητα καθώς πάλευαν να νετάρουν τις πρώτες εντυπώσεις που κατά πως έλεγαν οι γνώστες ψυχολόγοι ήταν και οι σημαντικότερες. 
Τα δόντια της κοπέλας που συστήθηκε ως Έσμι, -από το Εσμεράλντα προφανώς- ήταν κατάλευκα, σαν και το υπέροχο γέλιο της. Ήταν όμως προφανές πως είχε κάτι δικό της να κρατήσει κρυφό κάτω από της επιφάνεια του λούστρου της. Η κάθε γυναίκα έχει, όσο όμορφη ή λιγότερο όμορφη είναι. Το χέρι του κυρίου προέδρου το ένοιωσε μαλακό σαν βαμβάκι και το χαμόγελό του όμοιο. Ασυζητητί γνώριμο. Η Έσμι ως πουτάνα, ή σαν συνοδός περιωπής γνώριζε τους άντρες πολύ καλά. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα σαν τα φτερά του κόρακα και το φόρεμά της μαύρο και μακρύ. Τα δάκτυλά της μακριά, υπέροχα σαν τα πρώτα σκιρτήματα της ψυχής που καλούν απροκάλυπτα την κάθε είδους ματαιόδοξη ανδρική ελπίδα. 
«Κύριε Βοζιγιόν χάρηκα. Έχω ακούσει πολλά για εσάς.» ψέματα έλεγε. Μέχρι πριν από μερικές ώρες αγνοούσε και την ύπαρξή του και την προεξέχουσα κοιλιά του. «Ο μνηστήρας μου βλέπετε…» έδειξε με τρόπο τον άνδρα που χαμογελούσε στο πλάι της, υπονοώντας πως την ενημέρωνε.
Η Αριέλ παρατηρούσε τον νεαρό στα δεξιά τής Εσμεράλντα, που στεκόταν αμήχανος σαν να ήταν κάποιος έφηβος την ώρα που ετοιμαζόταν να χάσει την παρθενιά του, παρουσία ενός διόλου ευκαταφρόνητου παρατηρητηρίου. 
«Αριέλ» του συστήθηκε χαμογελώντας την ώρα που ο δικός της άνδρας, σάλιωνε το χέρι της μνηστής του Πέδρο. Του εξηντάρη Πέδρο Αρδαμονέθ.
«Ρογκέλιο. Ρογκέλιο Αρδαμο…» προσπάθησε να ολοκληρώσει ο νεαρός άντρας στο πλάι της, μα σταμάτησε γιατί ο γραμματέας ήδη τελείωνε τις συστάσεις γελώντας, αναφέροντας με την σειρά τα ονόματα, κάνοντας δια δευτέραν ένα περιττό ρεζουμέ των συστάσεων. Η Αριέλ σαν χαζεμένη δεν είχε καταλάβει τίποτα.
Κάθισαν με συγκρατημένη άνεση. Γεμάτοι όλοι με συγκαταβατικά χαμόγελα και αναγκαστικές καθόλου άνετες ευαρέσκειες. Με τους καρπούς στο λευκό τραπεζομάντηλο και τα μυαλά σε εγρήγορση. 
Ο Βαγιάν πέταξε ένα ευφυολόγημα για τον καιρό και ο μεσιέ Αρδαμονέθ πιάστηκε και άγγιξε με νόημα το άδειο ποτήρι του λέγοντας: 
«Ο κάθε καιρός είναι καλός για σωστές επενδύσεις…»
«Και για έρωτες Πέδρο. Και για έρωτες…» η Έσμι τρίφτηκε πάνω του σαν γατούλα και όλοι γέλασαν. 
Ο σερβιτόρος με μία λινή πετσέτα ριχτή στο αριστερό του χέρι και ύφος περισπούδαστο, σέρβιρε κάνοντας κύκλο με τον σεβασμό που αξίζει στο τριακοσίων ευρώ, ερυθρό sec Βουργουνδίας του 1967 με την σκουρόχρωμη ετικέτα.
Η Αριέλ άδειασε σχεδόν με αγένεια μονορούφι το ποτήρι της. «Και για έρωτες Αντρέ…» χαμογέλασε. «Και για έρωτες. Πώς ξεχνάτε όλοι οι άντρες τους έρωτες;» χαμογέλασε κρατημένη από το έρεισμα της Εσμεράλντα.
Η Έσμι προσπαθούσε να κατανοήσει μέσα από την πείρα της την γυναίκα του ‘’αντιπάλου’’ του πελάτη της. Τα λόγια της δεν είχαν ζήλιες, αν και το έξυπνο βλέμμα της έπιασε στο φτερό την ιδέα της, για τα σάλια του ανδρός της στην ανάστροφη του καρπού της με ότι αυτό συνεπαγόταν. Όχι, η γυναίκα αυτή δεν ήταν κάποια χαζούλα αντίδικος. Θύμα ήταν. Ένα ακόμη θύμα μιας ανδρικής αδιαφορίας. Μία ακόμη υποψήφια νύφη του γαμπρού της απιστίας. Ένα ακόμη αιλουροειδές σε οίστρο…
«Στον έρωτα, χρυσή μου.» της τσούγκρισε.
Το φαγητό ήταν αλα καρτ και από πριν κανονισμένο από τον μεσιέ Βαγιάν που είχε φροντίσει να κάθεται μεταξύ του κυρίου προέδρου και της Αριέλ, η οποία είχε τραβήξει με τρόπο την καρέκλα δέκα εκατοστά δεξιότερα και άρα μακρύτερα αυτού.
Ο Ρογκέλιο φαντάστηκε πως η κυρία του κυρίου ακριβώς απέναντι του πατέρα του, αποδεχόταν την παρουσία του στο πλάι της και για να εκδηλώσει την αποδοχή του μετακίνησε και αυτός δυο μόνο ‘λεπτά’ εκατοστά την δική του προς το δικό της μέρος. Έτσι.
Ο κύριος Βαγιάν του οποίου τις προθέσεις ασφαλώς και αγνοούσε ο Ρογκέλιο, χαμογέλασε και στους δύο αποκαλύπτοντας τα γεμάτα ουλίτιδα μικρά δόντια του. Έπλεξε και τα δάκτυλα των χεριών του και κατέληξε πως πολύ χαίρεται που βρισκόταν όλοι τους μαζεμένοι εκεί σε αυτό το εξαιρετικό δείπνο που θύμιζε εργασία, μόνο στην μακριά του άκρη, καθότι ήταν όλοι τους πρώτα από όλα, φίλοι. Φίλοι και μάλιστα πολύ καλοί. 
Η Αριέλ ξίνισε τα μούτρα της στο άκουσμα του υποκριτικού γέλιου του και έκανε μία κίνηση με το πόδι της ασυναίσθητη που σταμάτησε επάνω στο πόδι του Ρογκέλιο που με την σειρά του καθώς δεν ήταν μεγαλύτερος των τριάντα και κάτι χρόνων, την συνδύασε με την κίνηση της καρέκλας της προς το μέρος του και την παρεξήγησε και αυτήν, με την καλύτερη των εννοιών. Φαντασιώθηκε στιγμιαία με την ορμή τής ηλικία του, τον εκούσιο βιασμό του από την εν λόγω αξιοπρεπή κυρία.
«Οι εκτάσεις ανήκουν σε ιδρύματα τα οποία βρίσκονται υπό την απόλυτη επιρροή μου»
Οι επαγγελματικές συζητήσεις είχαν ήδη αρχίσει. Τα σοτέ λαχανικά, ο σολομός, και οι ισάριθμες μικρές ποικιλίες τυριών, βρισκόταν επίσης σε αποστάσεις τίμησης.
«Δεν μπορεί να υπάρξει έστω και η ελάχιστη προκαταβολή αν δεν προϋπάρξουν εγγυήσεις.» ο σενιόρ Αρδαμονέθ ήταν απόλυτος. Έπινε μια γενναία γουλιά από το πανάκριβο κρασί που ιρίδιζε πίσω από το κρύσταλλο, έχοντας τα φρύδια του ανασηκωμένα και το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της Έσμι, η οποία είχε ‘’ξεχάσει’’ το δικό της στο αντίστοιχο του Αντρέ.
Στον όγδοο όροφο του ξενοδοχείου la Plaza, όπως και σε κάθε σημείο του πλανήτη, οι συμφωνίες έμοιαζαν να κλείνουν ευκολότερα κάτω από το τραπέζι. Το χέρι του Αντρέ θέλησε να στρώσει το παντελόνι του και αναγκαστικά άγγιξε εκείνο το σαφώς πιο καλαίσθητο της Εσμεράλντα, η οποία μάζεψε το δικό της διακριτικά, κρατώντας τα προσχήματα και το παιχνίδι ανάμεσα στα δικά της τα χέρια. 
«Βρέχει έξω ε;» Η γυναίκα του προέδρου κοίταξε τον μόνο άνθρωπο που θα μπορούσε να έχει μια επαφή με κάποια προοπτική ενδιαφέρουσας συζήτησης, τον νεαρό Ρογκέλιο.
«Ναι, ναι βρέχει και πολύ μάλιστα.» 
Ο Ρογκέλιο αναρωτήθηκε τι διάολο πάθαινε τριάντα τόσο χρονών άντρας. Του άρεσε αυτή η γυναίκα και λοιπόν; Τι θα έκανε; Θα έχανε τα λογικά του έτσι σε ένα λεπτό; Του κόλλαγε η γυναίκα του υπουργού; Μπορεί και ‘’ναι’’, με την μεγαλύτερη διακριτικότητα που θα μπορούσε να το κάνει μία κυρία, αλλά το πιθανότερο ήταν πως ‘’όχι’’. Τι στην ευχή, μέχρι πριν από πέντε λεπτά αγνοούσε την ύπαρξή του και τώρα δεν κρατιόταν για την πάρτη του; Κάποιο λάθος γινόταν. Κάποιο πολύ φρικτό λάθος που οι ορμές του κατάφερναν για άλλη μία φορά, να το κάνουν να μοιάζει ορθό. Σκέφθηκε πως έπρεπε να προσέξει πάρα πολύ, γιατί η μαντάμ Αριέλ, δεν ήταν κάποια τυχαία σαν όλες τις άλλες που συνήθως γνώριζε στα μπαρ και στα ξενύχτια. Ήταν η όμορφη γυναίκα του μεσιέ Βοζιγιόν και συνεργάτη τους.  
Ο Ρογκέλιο στην τρίτη του δεκαετία, ερωτευόταν με την ευκολία που έπινε ένα ποτήρι νερό. Δεν το έκανε υπό το πρίσμα κάποιας δολιότητας ή από κάποια άλλη βαθιά κολλημένη από γεννησιμιού του συνήθεια, μα από μια ανάγκη που φούσκωνε απότομα μέσα του και γύρευε να βρει διέξοδο. Ήταν λάτρης του γυναικείου κορμιού και σαν τέτοιος δεν είχε την δύναμη να ανήκει γενικώς πουθενά. Γινόταν την νύχτα της πανσελήνου ο λύκος που μάγευε, που ‘’κτυπούσε’’ αφήνοντας αναμνήσεις και έφευγε. Τα χέρια του είχαν το χάρισμα, ο λόγος του την γλύκα και το κορμί του την απαιτούμενη προίκα, μια προίκα που τώρα ξεπεταγόταν σκληρή και του έσκιαζε την νόηση, κάνοντας την καρδιά του αφηνιάζει, πλέκοντας ιστορίες με δράματα, με αγάπες και οργασμούς με δάκρυα. Απάτες στον κολοφώνα της δόξας τους και ίντριγκες βγαλμένες από την καρδιά του μεσαίωνα στις αυλές των αυστηρών κοπτηριακών μοναστηριών.  
Ήδη έβλεπε την Αριέλ κατάματα και άδειαζε μαζί της ένα ακόμη ποτήρι.
«Να ξέρετε πως μου αρέσει η βροχή μα δεν σας λέω τον λόγο.» άφησε τα λόγια του να συρθούν. Ξαφνικά τους μισούσε όλους γύρω του εκτός από εκείνην.
Η ανάσα της Αριέλ κόντηνε καθώς πήγε να γελάσει. Ο νεαρός δεν ήταν και άσχημος. Τα μαύρα του μαλλιά ήθελαν κούρεμα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν απαράδεκτα μακριά. Τα μάτια του ξεχείλιζαν από επιθυμία ενώ περιφρονούσε κατάφορα την κύρια αιτία που τον είχε οδηγήσει εδώ. Την εργασία. Το καταλάβαινε η Αριέλ, από τον τρόπο που την κοίταζε. Της κόλλαγε! Αν ήταν δυνατόν μπροστά στον άντρα της. Φαινόταν να τα έχει τα κότσια ο Ισπανός. Σίγουρα βέβαια, δεν ήξερε τι εστί Αντρέ για αυτό και το τολμούσε, αλλά σε καμία περίπτωση η άγνοια του αυτή, δεν ικανή να μετριάσει το μέγεθος του θάρρους του. Στα σίγουρα θα νόμιζε ο καημένος Ρογκέλιο, πως περπατούσε σε κάποιο λιβάδι, όμως ακροβατούσε πάνω από ένα καμίνι φωτιάς, καθώς ο Αντρέ δεν το ‘χε σε τίποτα να του πετάξει μια προσβολή ή κάποια διόλου ευκαταφρόνητη χειροδικία και να τα κάνει όλα μπάχαλο μέσα στην μεγάλη πολυτέλεια της αιθoύσης εστίασης του Plaza hotel…
«Και γιατί δεν μου τον λέτε τον λόγο Ρογκέλιο;» έπαιξε λίγο «Δεν μπορεί να είναι δα και τόσο σπουδαίο μυστικό; Ελάτε τώρα..» Του γέλασε μόλις ολοκλήρωσε υποκρινόμενη παράκληση.
Ο Βαγιάν Σομελιέ έχωσε το μουσούδι του απροσκάλεστος στην συζήτηση των δυό τους, αναρωτώμενος ενώ μασουλούσε ένα κομμάτι από το σενιάν φιλέ του, να μάθει για το μυστικό που επικαλούνταν. Προς στιγμήν ένοιωσε κάπως πιο έξω, λίγο μακρύτερα από την κυρία του κυρίου, κάτι που ο εγωισμός του δεν το επέτρεπε.
Η βαριά φωνή του Αντρέ διέκοψε τις σκέψεις του. «Βαγιάν το όριο της επιτρεπόμενης ρήτρας αθέτησης είναι 1 ή 1,5%;» 
Ο Βαγιάν έστρεψε τη προσοχή του ταραγμένος στην ουσιαστική συζήτηση και έχασε την ευκαιρία να δεχθεί μια κανονική προσβολή από τον Ρογκέλιο, κάτι που θα τον έσωζε στο μέλλον της βραδιάς από κάτι πολύ χειρότερο…
«Μα φυσικά 1. Κανονικά ήταν 0,85 αλλά είπαμε 1.»
Ο σενιόρ Πέδρο έδειχνε να δυσφορεί και ρώτησε τον γιό του την γνώμη του. Για μία στιγμή ο αιφνίδιος ερωτισμός στην από εδώ μεριά του τραπεζιού, υπέστη μια ήττα αρκετά σοβαρή, καθώς το μυαλό του Ρογκέλιο επιστρατεύθηκε μαζί με το χαμόγελό του στην άμυνα των συμφερόντων της ‘οικογενείας’ του. Το μόνο που έμεινε να φυλάει σκοπιά στις επάλξεις του προαιώνιου συμμάχου του, ήταν το πόδι του που με θάρρος πια, πίεζε εκείνο της γυναίκας που καθόταν στο πλάι του.
«Το ελάχιστο ποσοστό που θα θεωρούταν ικανό να περιμαζέψει στο ελάχιστο της ζημιάς μιας τέτοιας επένδυσης είναι το 3%. Κατά την γνώμη μου οτιδήποτε λιγότερο θα έβαζε σε μεγάλο ρίσκο τα κεφάλαιά μας.»
Ο Αντρέ έδειξε έτοιμος να πάθει εγκεφαλικό, ο γραμματέας Βαγιάν δυσανασχέτησε χαμογελώντας ειρωνικά, γέρνοντας το κεφάλι του προς τα δεξιά και αφήνοντας για άλλη μια φορά εκτεθειμένα τα ολοκόκκινα ούλα του, σε πρώτο πλάνο.
«Δεν χωράει συζήτηση…  Δεν χωράει δηλαδή…»
«Μπορεί και να χωρέσει…»
Η ωριμότητα και το θάρρος του Ρογκέλιο έδρασε σαν αφροδισιακό. Η Αριέλ πρώτα θαύμασε το προφίλ του και κατόπιν τα λόγια του. Η Έσμι ήδη έμοιαζε απορροφημένη από την συζήτηση των δύο ανδρών και είχε δεχθεί με την σειρά της δύο φορές το καθόλου τυχαίο άγγιγμα του Αντρέ στον μηρό της. Το πρώτο στην περιοχή του γόνατου και το δεύτερο σε εκείνη του μηρού. Να ήξερε ο Αντρέ πως ήταν μια πόρνη κοινή με σπίτι μεζονέτα; Να είχε καταλάβει πως ήταν μια εκδιδόμενη που μπορούσε να πάρει μέσα της με τεράστια ευκολία -από κάθε της είσοδο- κάθε τι που υπονοούσε χρήμα; Και από πού να το ήξερε από την άλλη; Γιατί αν δεχόταν πως δεν το ήξερε, τότε κανονικά θα έπρεπε να σηκωθεί και να του χώσει μια ανάστροφη μέσα στα μούτρα για τα χέρι που της έβαζε δηλαδή. Αν όμως το ήξερε, με κάποιον τρόπο που ακόμη η ίδια δεν γνώριζε, έπρεπε να του ορίσει την ταρίφα της να τελειώνει μια και καλή μαζί του, γιατί με τον άλλον, τον συνοδό της εκείνον που συστηνόταν σαν Πέδρο, δεν έβλεπε να γινόταν τίποτα…
Ο σερβιτόρος που άκουγε στο όνομα Ρενέ άνοιξε και ένα τρίτο μπουκάλι κρασί. Την μία φιάλη την είχε πιεί σχεδόν μόνος του ο Βαγιάν παρασυρμένος από το αίσθημα της ζήλιας, της οργής και ενός άλλου συναισθήματος που δεν μπορούσε να προσδιορίσει με ακρίβεια τώρα που ήταν κάπως πιωμένος. Κοιτούσε μια τον Αντρέ και την άλλη την γυναίκα του Αριέλ. Χάζευε και την Έσμι αλλά έκρινε πως ήταν κάπως μακριά για τις δυνατότητές του και αυτό το έλεγε και με την πρακτική αλλά και με την μεταφορική έννοια του όρου. 
«Δεν θα μου πείτε τελικά το μυστικό σας;»
Ο Ρογκέλιο την κοίταξε στα μάτια.
«Για την βροχή καλέ..» του γέλασε αφήνοντας το χαμόγελό της να προεκτείνει την δουλειά του.
Ο Ρογκέλιο την πλησίασε και της είπε πως όλοι οι μεγάλοι του έρωτες είχαν ξεκινήσει μια νύχτα που έβρεχε. «Ναι, πιστέψτε με σας παρακαλώ. Δεν έχω λόγο να σας πω ψέματα. Κάθε φορά που βρέχει, νοιώθω εντελώς άλλος άνθρωπος, αν μπορούσατε να πιάσετε το στήθος μου θα με πιστεύατε…»
«Μα ελάτε Ρογκέλιο, δεν μπορεί να περιμένετε να τα πιστέψω αυτά. Αυτά τα λέτε ίσως γιατί σας αρέσω λίγο. Με κορτάρετε κύριε Αρδαμονέθ; Πείτε μου ‘’ναι’’ και θα είναι το μεγάλο μας μυστικό. Σήμερα είμαι πρόθυμη να χάψω και το μεγαλύτερο παραμύθι.»
Η συζήτηση έτρεχε πλάι τους σαν κάποιο ζωηρό τρίχρονο αγοράκι… Οι στιχομυθίες τους προσπερνούσαν περιπλέκονταν και ωρίμαζαν σε συμφωνίες…
Ο πατέρας του Ρογκέλιο σηκώθηκε. Ζήτησε συγνώμη και είπε πως έπρεπε να φέρει οπωσδήποτε το tablet του, όπου και είχε αποθηκευμένα τα ακριβή περιθώρια των επιλογών του. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί. Μια όμοια παράμετρος ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. 
Παρήγγειλε σαμπάνια. Μία από τις καλές, αλλά όχι την καλύτερη. Ποτέ δεν μπορούσε να φαντασθεί πως υπήρχε η πιθανότητα να κλείσει και μία δεύτερη δουλειά το ίδιο σπουδαία με την πρώτη.
«Ρογκέλιο, μην αφήσεις τον κύριο πρόεδρο να πληρώσει. Το δείπνο είναι δικό μας όπως και η ευχαρίστηση.» φεύγοντας του άγγιξε τον ώμο και χάθηκε βιαστικός. Όλα πήγαινα  σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο. Είχε κάθε λόγο να είναι χαρούμενος.
Ο Βαγιάν έμεινε κατά κάποιο τρόπο ξεκρέμαστος. Ο Αντρέ ρώτησε την γυναίκα του, αν διασκεδάζει και σαν απάντηση πήρε την ίδια ερώτηση. Ανέβασε το χέρι του στο τραπέζι κάπως καθυστερημένα, με αποτέλεσμα η κίνησή του να εκληφθεί ως το ολιγότερο άκομψη. Κανείς μίλησε. Η Εσμεράλντα λιγάκι όρθωσε το κορμί της προσπαθώντας να σώσει κάποιο πρόσχημα που παρέμενε γυμνό, εκτεθειμένο. Η αλήθεια ήταν πως είχε παραβεί το όριο. Δεν είχε προηγηθεί κανενός είδους συμφωνία, που θα της επέτρεπε γλύκες με τον πρόεδρο. Αυτή η πρωτοβουλία ήταν δική της γιατί είχε διαβλέψει χρήμα. Χρήμα και τίποτα άλλο εκτός φυσικά και από διάθεση…
«‘Όλα ωραία.» πετάχτηκε ο Βαγιάν, ισιώνοντας την ατμόσφαιρα που έμοιαζε να προσπαθεί να επιπλεύσει στα φουρτουνιασμένα κύματα. 
Ο Αντρέ νοιάστηκε για τις δουλειές της εταιρίας του πατέρα του Ρογκέλιο αλλάζοντας λίγο το θέμα, μα ο νεαρός ήταν γενικά φειδωλός στις απαντήσεις του. Λακωνικός, θα ήταν η σωστή απάντηση.
Την ώρα που η ορχήστρα άφηνε τις νότες ενός ακόμη ταγκό να γεμίζουν το χώρο, ο Ρογκέλιο χαμογέλασε στον Αντρέ Βοζιγιόν «Μπορώ;» Ασφαλώς και εννοούσε αν θα είχε την άδεια να χορέψει με την Αριέλ.
Πριν η Αριέλ καταβάλει τι ακριβώς γινόταν, ο Αντρέ ζητούσε από την γυναίκα του με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, την άδεια να χορέψει με την Εσμεράλντα. 
Τα νοήματα αποκτούσαν βάθος βουβό, καθώς το ζευγάρι μαχόταν σε ένα πεδίο που αποκτούσε υπόσταση σε ένα εφ’ όλης της ύλης παρελθόν. Κάποτε θα έπρεπε να δοθούν εξηγήσεις και να απαιτηθούν λύσεις. Πίσω από όλες τους τις συμφωνίες παραμόνευαν χιλιάδες ανάγκες ανεκπλήρωτες και άλλες τόσες διστακτικές διαφωνίες, που έτρεμαν την φανέρωση. 
Δεν παλεύεται έτσι ο γάμος. Μέσα στις σκιές κανείς δεν μπορεί ανασάνει. Πίσω από το υποτιθέμενο, κανένα φυτό δεν βγάζει ανθό.
Η Αριέλ σηκώθηκε σε απάντηση.
Ο Αντρέ χαμογέλασε με ένα χαμόγελο που κατάφερνε να χωρέσει μέσα του πολλά μέρη ζήλιας, λιγότερα οργής, μέχρι και χαρωπής ηδονής για το διεστραμμένο της υπόθεσης. Η Αριέλ έστεκε ακόμη προκλητικά ιταμή, ακουμπώντας τον ώμο του Ρογκέλιο. Κάτι προσπάθησε να πει, μα το τηλέφωνο του άνδρα της κτύπησε και αναγκάστηκε να περιμένει.
«Μα και βέβαια αγαπητέ μου… βέβαια κανένας κόπος…» κοίταξε τον Ρογκέλιο. «ο πατέρας σας» του έγνεψε, «μας θέλει στο δωμάτιό του…» Έκλεισε την συσκευή και έβγαλε από την τσέπη του το μπλοκ των επιταγών του. Συμπλήρωσε μία και την έδωσε από την ανάποδη μπροστά σε όλους στον Ρογκέλιο.
«Η σημερινή βραδιά ‘’δική’’ μου. Η επόμενη δική σας» Σηκώθηκε και λίγο πριν απομακρυνθεί κοίταξε την γυναίκα του «Ελάτε μετά το χορό.»
Η Αριέλ έμεινε ακίνητη στην θέση της να παρατηρεί τον άντρα της να έχει προσφέρει το μπράτσο του στην Έσμι και ο Βαγιάν να τους ακολουθεί εμφανώς μπερδεμένος από την αιφνίδια εξέλιξη της βραδιάς. Ο μεσιέ Βοζιγιόν ήταν πιστός θιασώτης του κάθε προγράμματος και ο Βαγιάν, ήδη απορούσε πως είχε δεχθεί με τόση ευκολία να το καταστρατηγήσει. Απορούσε πώς άφηνε την γυναίκα του με κάποιον που την φλέρταρε εμφανώς και πώς τελικά νόμιζε πως η συμφωνία αυτή με τον Ισπανό επενδυτή που κανένας δεν γνώριζε, οτι ήταν τόσο καλή, όσο από πουθενά δεν φαινόταν…
Ο Ρογκέλιο αναθάρρησε.
«Ας το κάνουμε λοιπόν!» έκανε να κινηθεί μα σταμάτησε. Έβγαλε από την τσέπη του ένα στυλό γύρισε το χαρτί της επιταγής από την ανάποδη και της είπε να του γράψει τον αριθμό του κινητού της. Η Αριέλ το έκανε ψάχνοντας ήδη για την απαραίτητη δικαιολογία στον Αντρέ -για την περίπτωση της αποκάλυψης-. Το χαμόγελο στο πρόσωπο του Ρογκέλιο αν πλάταινε λίγο ακόμη, θα του έσκιζε τα χείλια. «Δια παν ενδεχόμενο», δικαιολογήθηκε «μπορεί να χορεύετε τόσο ωραία που να χρειαστώ κάποτε ντάμα!»
«Θα μπορούσατε να μου το ζητήσετε αφού δείτε πώς χορεύω…» Η Αριέλ προχώρησε θαρρετά προς τον ελεύθερο χώρο όπου και οριοθετούσε την πίστα, χωρίς να περιμένει απάντηση. Στάθηκε και του έδωσε το αριστερό της χέρι. Λίγο αργότερα μετά τις πρώτες στροφές, του παραχώρησε και την πλάτη της. Και αμέσως μετά και τον λαιμό της…
Η αλήθεια ήταν πως ένοιωθε πολύ περίεργα. Δεν ήταν η γυναίκα της μίας βραδιάς. Δεν ήταν στα σίγουρα και η ομορφιά που ένοιωθε τώρα ήταν αρκετά άγρια με την έννοια της τραχύτητας. Το συναίσθημα ήθελε το χώρο του να αναδείξει τις οσμές του, τα αρώματά του και κείνη συρόταν από το ένα βήμα στο αμέσως επόμενο πριν νοιώσει σίγουρη για το πρώτο. Φούντωνε μέσα της η η ομορφιά του αιφνίδιου και πριν προλάβει να πει το δικό της το ‘’ναι’’ ένοιωθε τον Ρογκέλιο σκληρό στα μπούτια της πάνω. Το λεπτό από μεταξωτή μουσλίν φορεματάκι της, μάλλον δρούσε σαν διεγερτικό, σαν φίλα προσκείμενο εμπόδιο, στην αίσθηση παρά σαν παράγοντας αναστολής. Η Αριέλ ήταν σίγουρη πως Ρογκέλιο γνώριζε την αναστάτωσή της. Τι ‘’βρομιάρης’’ όμως που ήταν! Αφού την έβλεπε πως δεν κατάφερνε να αντιδράσει με συνέπεια αντί να φερθεί σαν κύριος και να την αφήσει να επιλέξει την συνέχεια ή όχι της βραδιάς, την εξωθούσε βάζοντας πιο αντρικά, το πόδι του μέσα στα δικά της που έτρεμαν αποδεχόμενα αναγκαστικά τις μυτούλες κάποιων απλών ηδονών αρχικά, που όμως γρήγορα μεταλλασσόταν σε επικίνδυνα υγρές ανατριχίλλες. 
«Ρογκέλιο να σταματήσουμε. Δεν νοιώθω καλά.»
Το βρήκε το θάρρος. Λίγο νερό στα μούτρα της, θα ήταν ότι έπρεπε εκείνη την ώρα. Θα ήταν το απαραίτητο προπέτασμα καπνού που επέβαλε η από του άμβωνος ομιλία κάθε σεβάσμιου κληρικού και η προσταγή κάθε πρέπουσας ηθικής.
«Λίγο νερό να ρίξω στο πρόσωπό μου.» ξεστόμισε, μισερά.
Κανονικά δεν θα έπρεπε να τον αφήσει να την συνοδεύσει στο δεύτερο υπόγειο όπου και ευρίσκονταν οι μαρμάρινες τουαλέτες του Plaza. Δε θα έπρεπε την ώρα που ένοιωθε τόσο ευάλωτη και τόσο προσβάσιμη μέσα από το σχεδόν διάφανο φορεματάκι της. Όχι δεν θα έπρεπε.
Κατέβηκαν.
Ο Ρογκέλιο πέρασε στον κόλπο της μέσα με ένα τρόπο μαγικό, μόλις έκανε εκείνη να σκύψει στον νιπτήρα. Τον αποδέχθηκε με την βρύση ακόμη κλειστή. Γέμισε με μια ομορφιά που η παρανομία την έκανε άλογο μαύρο και άγριο. Άνοιξε την βρύση με δύναμη.
Εκείνη αν είχε το δικαίωμα να μιλήσει, θα φώναζε μονάχα τους φθόγγους, τους κλασικούς που λέγονται συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις. Δεν θα έβριζε, αλλά ούτε και θα επικροτούσε. Θα ανεχόταν την μοίρα της σαν κάποια τυχαία κοπέλα του σωρού, που δεν είχε αντέξει στην δύναμη του φθόνου και της πονηριάς του έρωτα.
Έκλεισε την βρύση με όλη της δύναμη. Να την σπάσει θέλησε. Τα χέρια της πόνεσαν. 
Ο Ρογκέλιο της σήκωνε το ένα της πόδι και πέρναγε ακόμη πιο βαθιά της. Την ‘’κοιτούσε’’ με όλους τους τρόπους που μπορούσε να εφεύρει η φύση την δεδομένη στιγμή. Της τραβούσε μαλλιά προς τα πίσω και την έλεγε όμορφη, ύπαρξη γλυκιά και πουτάνα βρομερή από τις λίγες. Και την έσπρωχνε βίαια προς τα εμπρός μέχρι τα έσχατα όρια της ψυχής της στον προθάλαμο των ιδιαίτερων δωματίων της τουαλέτας με την πόρτα που οδηγούσε στους διαδρόμους, ανοιχτή. Και την βρύση σφηνωμένη κλειστή.
Του έδειξε με το χέρι της προς τα εκεί που έπρεπε, παλεύοντας να αρθρώσει λόγο εν μέσω της ακραίας ηδονής της. 
«Μας.. Βλέ.. πουν, θα μας.. δουν…» τόλμησε.
Για λίγο έχασε τον ειρμό της, οπισθοχώρησε, καθώς εκείνος την άφησε και έδωσε μια γερή κλωτσιά στην πόρτα που βρόντησε με πάταγο.
Η Αριέλ έκανε να φύγει. Του είπε πως όλα αυτά ήταν ένα λάθος από εκείνα τα λίγα που κάνει η κάθε γυναίκα κάποτε στην ζωή της. Του ζήτησε να την σεβαστεί την ώρα που την κάθιζε στον νιπτήρα για τον ίδιο σκοπό και πάλι… Με περισσότερες τρελαμένες βολές.
Τα χέρια αυτά που έδεναν στο λαιμό του, δεν τα λόγιζε για δικά της. Ούτε τα λευκά πόδια που άνοιγαν επιλέγοντας παραδοχή. Τις φωνές της τις γνώρισε όμως και τις άφησε να φύγουν άμυαλες επάνω στον πιο μισητό και έντονο οργασμό της ζωής της.
Την ώρα που η πόρτα του w.c. άνοιγε διάπλατα και προέβαλλε το κεφάλι του Βαγιάν, η Αριέλ ήταν ακόμη με τα πόδια ανοιχτά, το βαθυγάλαζο φόρεμά της ψηλά στους γλουτούς της, με το στόμα ανοικτό και το σπέρμα του Ρογκέλιο μέσα της. Προσπάθησε να πει ‘’όχι’’. Αυτή ήταν η μόνη κουβέντα που πέρασε από τον νου της εκείνη την λεπτή στιγμή.’’ Όχι’’, στην τύχη της, ‘’όχι’’, στο εξεταστικό βλέμμα του γραμματέα, όχι στα ενδεχόμενα και τέλος, όχι στον εξευτελισμό.
Ο κάθε κύριος θα έκλεινε την πόρτα και έφευγε. Ο Βαγιάν όμως δεν ήταν κάποιος από αυτούς. Ήδη προϊδεασμένος, προσποιήθηκε κάποια σπουδαία ανάγκη για να ξεφύγει από τις άνοστες συζητήσεις που γινόταν στο δωμάτιο του κυρίου Αρδαμονέθ και να που αποζημιωνόταν…
Έκανε μερικά βήματα προ το μέρος τους λέγοντας ψέματα, πως ο κύριος πρόεδρος ανησυχεί και τον έστειλε να δει τι συμβαίνει και πως τώρα που ήξερε τι γινόταν θα προβληματιζόταν πάρα πολύ για το τι θα έπρεπε να του φανερώσει και τι όχι.
Η Αριέλ έκανε να κλείσει τα πόδια της. Ο Ρογκέλιο τραβήχτηκε πίσω παρασέρνοντας με την έξοδό του από τον κόλπο της ένα μέρος του σπέρματός του, που ήρθε και άπλωσε στο πλάι του μηρού της. Ζεστό, γαλακτώδες. Η Αριέλ επιτέλους μαζεύτηκε και προσπάθησε να κατέβει από το άβολο κάθισμα που της προσέφερε ο νιπτήρας. Ο Βαγιάν καμώθηκε να την βοηθήσει και απόλαυσε ένα ικανό μέρος των μηρών της ψηλά. Κατόπιν τα πράματα έγιναν με κινηματογραφική ταχύτητα.
Στο χέρι του Ρογκέλιο άστραψε κατ’ αρχήν ένα λεπίδι. Η Αριέλ, ίσα που πρόλαβε να κοιτάξει την έσχατη λάμψη του, πριν εκείνη εκδηλώσει την καμπύλη της. Ο Βαγιάν ήταν ακόμη απορροφημένος με την υφή των ποδών της και αναρωτιόταν με όλο το μέγεθος της διαστροφής που μπορούσε να νοιώσει, αν αυτή η γλυστράδα στα χέρια του ήταν κάποιο ερεθιστικό υπόλοιπο του σπέρματος του άντρα που μόλις είχε ‘’ξεχώσεί’’ την ευγενική κυρία του προέδρου. 
Η λεπτή ακονισμένη μύτη της λεπίδας του Ρογκέλιο, ήδη ξετρυπούσε το δεξιό μέρος της τραχείας του Βαγιάν, σκάβοντας και λίγο παραπάνω για σιγουριά, αφήνοντας παράλληλα στον χώρο περισσότερο την αίσθηση μιας τραγανής κοψιάς να αιωρείται, παρά κάποιο άλλο κανονικό άκουσμα. Η φύση έκανε δώρο στο μυαλό του Βαγιάν την προσκόλληση στην ιδέα ή στην μορφή που διατηρούσε η ομήγυρη σαν μία ολότητα, σαν κάποια φωτογραφία με νόημα την σπουδαία ώρα που τα πνευμόνια του δοκίμαζαν τις αντοχές τους. Οι ροζ αφροί που ξεπρόβαλλαν από την παρά φύση έδρα του λαιμού του, καθώς και ο επιθανάτιος ρόγχος του, έκαναν την Αριέλ να αδειάσει από το στομάχι της το εξαιρετικό κρασί Βουργουνδίας που πριν από λίγη ώρα είχε καταναλώσει και αμέσως μετά να λιποθυμήσει πριν ακόμη προλάβει να πει έστω και μία φωνή. 
Ο Ρογκέλιο και ενώ πλέον βρισκόταν στα γόνατα ο Βαγιάν προσπαθώντας φιλότιμα με όποιον τρόπο σκεφτόταν, να κλείσει την τρύπα του που έχασκε σαν μαύρη ρωγμή στην ζωή του, τον λευτέρωσε κόβοντας με μια σίγουρη κίνηση πέρα ως πέρα την αριστερή καρωτίδα, προσέχοντας βεβαίως να μην λερώσει τα ρούχα του από το αίμα του άτυχου άντρα που πεταγόταν σαν τώρα σαν θλιβερό σκουρόχρωμο σιντριβάνι από τον λαιμό του και πιτσιλούσε τα ιβουάρ μάρμαρα του τοίχου και το κάτω μέρος των νιπτήρων…

Η Αριέλ δεν ξύπνησε από τις στριγκλιές κάποιας γυναίκας, αλλά από τα ελαφρά κτυπήματα στο πρόσωπό της. Πόνεσε μέσα της καθώς η πραγματικότητα, εμφάνιζε εμπρός της το σκληρότερο πρόσωπό της και με όλες τις επίπονες μνήμες μαζί. Πρώτα θυμήθηκε την απορία στο πρόσωπο του μεσιέ Βαγιάν και κατόπιν την αρχή του τρόμου του που ήταν ζωγραφισμένη στα ολοστρόγγυλα γουρουνίσια μάτια του. Εκείνη την ώρα πίστεψε πως τα μάτια όλων των ανθρώπων ότι στρογγυλεύουν την ώρα του ύψιστου τρόμου ή της υπέρτατης γνώσης του μοιραίου γεγονότος. Αμέσως μετά από αυτό, σαν να αισθάνθηκε την φοβερή ανατριχίλα του Βαγιάν την ίδια στιγμή που συνερχόταν και καταλάβαινε πως τα αίματά του κολλούσαν στους μηρούς και στα χέρια της μαζί με τα ξερατά της. Η μικρούλα τσάντα της πεταμένη λίγο πιο εκεί, ασφαλής. Ο μαίτρ Ρενέ στον όγδοο όροφο, να αναρωτιέται ανήσυχος ποιος θα πληρώσει το δείπνο…
Ο Αντρέ προσπαθούσε να την πλησιάσει γεμάτος αγωνία μα το σώμα των αστυνομικών του έφραζε την είσοδο στις τουαλέτες. Φαρδιές κορδέλες είχαν αποκλείσει ολοσχερώς τον χώρο σε όλους. Η γυναίκα που της συστήθηκε σαν Κλαρίς θα ήταν σίγουρα ψυχολόγος ή κοινωνική λειτουργός. Η Αριέλ το υποπτευόταν αυτό από τον μειλίχιο τόνο της φωνής της που την ενημέρωνε πως ο εφιάλτης του βιασμού της είχε περάσει και ακόμα πως όλα τα σημερινά, σύντομα θα γινόταν ένα μακρινό παρελθόν. Το άρωμα της Κλαρίς η Αριέλ το ένοιωσε φιλικό.
«Πάντα έτσι γίνεται καλή μου. Πάντα.» την καθησύχασε ακόμη περισσότερο.
Την ανασήκωσε και η Αριέλ πρόλαβε να δει το πρόσωπό της στον καθρέφτη γρατζουνισμένο. Αναρωτήθηκε πότε τις είχε κάνει τις αμυχές ο Ρογκέλιο, ο δολοφόνος, γιατί τέτοιος ήταν. Τέτοιος. Ακόμη και τα χέρια της την έτσουζαν, ακόμη και αυτά ήταν γεμάτα εκδορές.
Η Αριέλ έκλεισε τα μάτια και σε μερικές ώρες μετά από την συλλογή γενετικού υλικού από τα νύχια της και από τα υπόλοιπα μέρη του σώματός της, βρισκόταν στο σαλόνι του σπιτιού της υπογράφοντας την κατάθεσή της στο τραπέζι της τραπεζαρίας που ήταν καμωμένη από μασίφ ξύλο κερασιάς και βρισκόταν τοποθετημένο αρμονικά στο κέντρο ακριβώς του μεγάλου χώρου της σάλας της. Μία κανάτα με αρκετά ποτήρια νερό και μερικά αναψυκτικά περίμεναν απείραχτα στην άλλη γωνία. Την μακρινή. 
Ο Ρογκέλιο έμοιαζε εκ πρώτης όψεως κάποιος διεστραμμένος δολοφόνος και εκείνος που παρουσιαζόταν ως πατέρας του, ήταν αναμφίβολα ο συνεργός του! Το ραντεβού για την μεγάλη επένδυση που επρόκειτο να γίνει το είχε κλείσει ο δολοφονηθείς άτυχος γραμματέας του κυρίου προέδρου, μεσιέ Βαγιάν Σομελιέ, ο οποίος είχε πέσει και αυτός θύμα απάτης.
Ολόκληρη δύναμη της αστυνομίας είχε εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό για την σύλληψη των δύο εγκληματιών. Το αποδείκνυαν τα συνεχή τηλεφωνήματα και ο κόσμος που μπαινοβγαίνοντας είχε κάνει το σπίτι του κυρίου Βοζιγιόν κέντρο διερχομένων. 
Όχι, οι εγκληματίες δεν είχαν αποσπάσει κανένα χρηματικό ποσό από κανέναν μια και δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, οι επιθεωρητές που είχαν αναλάβει την υπόθεση, όσο περνούσε η ώρα αναδιπλωνόταν και έστρεφαν τις υποψίες τους στο ενδεχόμενο κάποιας ενέργειας που θα είχε σχέση ακόμη και με τρομοκράτες, γιατί δεν έβλεπαν κάποιο άλλο λόγο διάπραξης ενός τόσο ειδεχθούς εγκλήματος. Κάλλιστα θα μπορούσε μια εξτρεμιστική φράξια να ήθελε να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα που θα περιελάμβανε τον βιασμό της γυναίκας κάποιου υψηλού προσώπου και ο φόνος να είχε απλά προκύψει στην πορεία. Επί του παρόντος όμως κανείς δεν ήθελε να βγάλει συμπεράσματα τα οποία μετά από λίγες ημέρες, οι πιθανότητες να ανατραπούν θα ήταν μεγάλες.
Οι ώρες κυλούσαν…
Η Αριέλ κατάκοπη ζήτησε να αποσυρθεί στον επάνω όροφο όπου και ήταν η κρεβατοκάμαρα της. Ο Αντρέ έπρεπε να μείνει, γιατί βρισκόταν σε υπερένταση και σε μεγάλη αγωνία. Το κατέστησε σαφές αυτό στην γυναίκα του την ώρα που άφηνε στο μάγουλό της ένα τρυφερό φίλημα. 
«Θα σε σκέφτομαι, Αριέλ, προσπάθησε να ηρεμήσεις…»
Η Αριέλ ανέβηκε σιγά-σιγά την σκάλα. Πέρασε στο δωμάτιό της, άφησε κατά μέρος την τσάντα της και γδύθηκε. Το σώμα της ήταν γεμάτο αμυχές που η παρουσία τους δεν δικαιολογιόταν.  Αναρωτήθηκε πότε να είχαν γίνει… Στάθηκε για λίγο ακίνητη στο μέσον του δωματίου αναλογιζόμενη την βραδιά. 
Κάτι δεν ταίριαζε με όλα αυτά που λεγόταν, μα ήταν τόσο κουρασμένη που δεν μπορούσε να αναλύσει όλα τα ενδεχόμενα. Η μορφή του Βαγιάν την στοίχειωνε. Γέμιζε η μορφή του το μυαλό της με τρόπο που έκανε το στομάχι της να πονά και τα πνευμόνια της να ζητούν όλο και περισσότερο αέρα. Ό,τι και αν ήταν ο βοηθός του άντρα της, δεν του άξιζε ένας τέτοιος θάνατος. Σε κανέναν δεν άξιζε ένα τόσο δραματικό τέλος. 
Πρόσεξε στο πρόσωπό της πως υπήρχαν και εκεί αμυχές. Όπως υπήρχε κάτω από το πιγούνι της μεγάλο λευκοπλάστ που κάλυπτε ένα τραύμα που όπως την είχαν ενημερώσει είχε χρειαστεί ένα μικρό ράμμα. Ένα τραύμα από μαχαίρι. Το μαχαίρι που την είχε αναγκάσει να υποκύψει…
Πραγματικά η κατάσταση όσο ξεσκαλιζόταν γινόταν περίεργη. Το νερό που έτρεχε τώρα καυτό επάνω στο σώμα της την χαλάρωνε. Ακούμπησε την πλάτη της στα μπεζ μάρμαρα της ντουζιέρας και άρχισε να αναλογίζεται από την αρχή τις προηγούμενες ώρες. Δεν κατάφερνε να θυμηθεί να είχε νιώσει σε καμία περίπτωση απειλή από τον Ρογκέλιο. Τι στην ευχή, τρελή ήταν; Βεβαίως αν ήταν πληρωμένος δολοφόνος ή τρομοκράτης όπως όλοι έδειχναν να πιστεύουν, θα μπορούσε να την σκότωνε μετά την συνεύερεσή τους, αλλά να, που δεν το έκανε. Άρα δεν ήθελε να την σκοτώσει, ούτε και να της κάνει κακό. Έρωτα ζητούσε… 
Κάτι της διέφευγε. Κάτι πολύ σημαντικό. Τον Βαγιάν γιατί τον είχε σκοτώσει; Πιθανός γιατί τους είδε. Ωραία και τι τον ένοιαζε τον Ρογκέλιο; Το πρόβλημα θα ήταν καθαρά δικό της, εκείνο που θα μπορούσε να υποστεί εκείνος, ήταν η κατσάδα του πατέρα του και μια συμπλοκή σε έσχατη περίπτωση με τον νευρικό άντρα της.
Η αστυνομία έλεγε πριν από λίγο πως αδυνατούσε να βρει τα ίχνη των εγκληματιών. Αυτό επί του παρόντος της ήταν αδιάφορο.
Το μεγάλο ‘’γιατί’’, ήταν για πιο λόγο έπρεπε να πεθάνει ο Βαγιάν. Έκλεισε το νερό και στράγγισε τα μαλλιά της. Βγαίνοντας από το μπάνιο κοιτάχτηκε για μία ακόμη φορά στον καθρέφτη. Η ιστορία όπως εξελισσόταν, ερχόταν πολύ βολικά για την ίδια. Αυτό τόση ώρα της είχε διαφύγει. Ο γραμματέας που την είχε πιάσει στα πράσα είχε πεθάνει, η απάτη της είχε μετατραπεί σε βιασμό δικό της και θα είχε κάθε δικαίωμα να παρουσιάζεται ως θύμα. Αυτό από μόνο του δεν ήταν και λίγο…
Με το κορμί της υγρό, έβαλε μια γερή δόση ουίσκι. Άνοιξε την τσάντα της έβγαλε τα τσιγάρα της και έψαξε για τον αναπτήρα της. Μαζί του έβγαλε ένα χαρτί που δεν θυμόταν να είχε βάλει εκείνη μέσα της. Το έφερε βόλτα στα χέρια της. Η επιταγή! Η επιταγή του Αντρέ. Θεέ μου. Τα τηλέφωνό της που ήταν γραμμένο με τον γραφικό της χαρακτήρα στην πίσω μεριά της πιστοποιούσε την αυθεντικότητά της και πλάι του ένα άλλο τηλέφωνο γραμμένο πιθανώς από εκείνον. Θεέ μου! Τι γινόταν; Γιατί δεν ένοιωθε καθόλου φόβο για αυτό το άτομο; 
Γύρισε μηχανικά το χαρτί από την καλή του πλευρά και είδε το ποσόν. 80.000 ευρώ; Μπα, δεν θα έβλεπε καλά. Πόσο να κόστιζε το τραπέζι. Χίλια, δύο χιλιάδες ευρώ; Διάβασε το όνομα Φρανσουά Μονσερό. Τι στη ευχή γινόταν; Ο Αντρέ έδωσε επιταγή στον Ρογκέλιο που προοριζόταν για άλλον; Αποκλείεται γιατί ο Ρογκέλιο την είχε κοιτάξει, θα το είχε δει. Εκτός και αν ο Ρογκέλιο δεν λεγόταν Ρογκέλιο και ο άντρας της το γνώριζε. Μα τότε όλα θα έπρεπε να ήταν μια πολύ καλοστημένη φάρσα. Μια φάρσα που πιθανόν κάπου να είχε στραβώσει. Και αν δεν ήταν φάρσα τότε τι θα μπορούσε να είναι;
Η Αριέλ κάθισε γυμνή στη κάτω άκρη του κρεβατιού. Η στάχτη του τσιγάρου της έπεσε στην μωβέ μοκέτα. Σηκώθηκε ξαφνικά όρθια. Κι αν όλα ήταν ένα καλοστημένο σχέδιο; Όχι, Όχι, δεν είχε δικαίωμα να σκέφτεται τέτοια πράγματα, όμως οι σκέψεις αυτές και τα ενδεχόμενα, περνούσαν σαν το δυσώδες αέριο μέσα από τις χαραμάδες των πιθανοτήτων που φώναζαν παρούσες με όλη τους την δύναμη και έκαναν την καρδιά της να γρηγορεύει.
Αν υπέθετε πως ο άντρας της είχε μιλημένους όλους τους καλεσμένους του, εκτός φυσικά από τον μεσιέ Βαγιάν, ποιο θα ήταν εκείνο το στοιχείο που δεν θα κολλούσε; Ποια θα ήταν η ειδοποιός διαφορά που θα αντιστεκόταν στη υπόθεση; Καμία. Ο Αντρέ κάλλιστα θα μπορούσε να είχε προσλάβει έναν δολοφόνο, τον Ρογκέλιο, και ένα ζευγάρι ακόμη, ως συνεργάτες του. Ο Ρογκέλιο την φλέρταρε και εκείνη ενέδωσε, αν δεν ενέδιδε, θα υπήρχε κάποια άλλη εναλλακτική κίνηση που τώρα δεν την ενδιέφερε. Ο άντρας αποχώρησε την σωστή ώρα και τους άφησε μόνους. Έκοψε την επιταγή στο πραγματικό όνομα του δολοφόνου και έφυγε έχοντας το άριστο άλλοθι. Το σχέδιο χάλασε από τον Βαγιάν που δεν μπορούσε να χωνέψει πως η γυναίκα που ανεπιτυχώς πολιορκούσε, ήδη θα ενέδιδε στον πρώτο τυχόντα, αναγκάστηκε να τρέξει να δει γιατί καθυστερούν.
Από την άλλη ο Ρογκέλιο, ο οποίος θα είχε αλλάξει γνώμη και δεν θα ήθελε να την σκοτώσει, σκέφθηκε να σκηνοθετήσει έναν βιασμό ώστε να καλύψει τα νώτα της. Ο Ρογκέλιο… Σίγουρα κάτι θα είχε δει μέσα στην ψυχή της… Δεν εξηγείται αλλιώς… Και της άφησε την επιταγή που ενοχοποιεί τον Αντρέ. Αλλά και εκείνον! Ο άντρας της σίγουρα θα δυσκολευόταν να εξηγήσει στους αστυνόμους τον λόγο για τον οποίο είχε προσφέρει σε έναν άγνωστο επενδυτή το ποσό των 80.000 ευρώ πριν πέσουν οι υπογραφές ή θα μπορούσε;
Η Αριέλ κάθισε και πάλι στην άκρη του κρεβατιού με την επιταγή στα χέρια. Φρόντισε να γράψει τον αριθμό του τηλεφώνου του Ρογκέλιο σε ένα δικό της χαρτί και κατόπιν το έκοψε ολόκληρο το κομμάτι που το περιείχε από την επιταγή όπως και το όνομα. Θα έλεγε πως έτσι την βρήκε. Έκαψε τα κομμάτια και έβαλε τις φωνές. Είπε από τον εξώστη της μεζονέτας τους πως βρήκε αυτή την επιταγή στην τσάντα της.
Όλοι οι παρευρισκόμενοι στην σάλα έστρεψαν τα κεφάλια τους προς τα επάνω. Την είδαν μέσα από λευκό μάξι μεταξωτό νυχτικό της να κουνάει στα χέρια της το χαρτί.
Ο αστυνόμος Σιστόν βιάστηκε. Ανέβηκε δύο-δύο τα σκαλιά και αφού πήρε την επιταγή από τα χέρια της, κοίταξε τον Αντρέ Βοζιγιόν που στεκόταν αμήχανος…

Τέλος



Photo credit: Toni Blay / Foter.com / CC BY-NC-ND