Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Μαντάμ Μποζενί

Ο μικρός Ρενέ ένοιωθε τα χέρια της γυναίκας να περνούν πίσω από τα αυτιά του την ώρα που το ψαλίδι της κορφολουγούσε τις μικρές ουρίτσες των ανένταχτων μαλλιών του. Την άκουγε να λέει πως, πω πω δεν τα βλέπω ποτέ δεν να στρώνουν και πως πάντα θα πετούσαν σαν καρφιά ή σαν πουλιά θυμωμένα στον ουρανό. Ο Ρενέ από όλα αυτά κράταγε μόνο τον ήχο της φωνής της και πετούσε όλα τα νοήματα των λόγων της στο καλάθι των περιττών του μυαλού του. Μακάρι να μάκραιναν τακτικότερα τα ρημάδια του. Χίλιες φορές μακάρι.
Η μαντάμ Μποζενί ντυνόταν πάντοτε με το ίδιο τρόπο τουλάχιστον στο μαγαζί της μέσα. Όποτε την έφερνε στην
φαντασία του, εκείνη αποδεχόταν το κάλεσμά του και του ερχόταν ντυμένη με κείνον τον αεράτο τρόπο που ο Ρενέ πίστευε πως ήταν εξαιρετικά προϊδεασμένος. 
Το ντεκολτέ του περίεργου κοκκινωπού φορέματός της, που δεν το έλεγες με τίποτα κόκκινο, άρχιζε με εκείνα τα όμορφα γιακαδάκια στην βάση του μυρωδάτου λαιμού της και τελείωνε μερικούς πόντους κάτω από την γραμμή του λευκού στήθους της, σε εκείνα τα λευκά κουμπάκια. Τα πετάγματα του ποδόγυρού του φουστανιού της στις βιαστικές της κινήσεις, αποτελούσαν μέρος μιας πολύ πονηρής χορογραφίας, δοκιμασμένης σίγουρα μπροστά από κάποιο μεγάλο καθρέφτη του σπιτιού της, ξανά και ξανά. Το μικρό τρέμολο της σάρκας της στο κάτω μέρος των μπράτσων της και στο γελάκι της το ξαφνικό που στόλιζε με φρεσκάδα όλη της την παρουσία, δεν της τα χρέωνε. Αυτά τα είχε η μαντάμ Μποζενί από μόνη της. Το γέλιο και η χαρά της ανήκαν και αυτά παρέα με όλο της το μαγαζί που ήταν κι αυτό όμορφο. 
Πριν περάσει καλά-καλά το κατώφλι του ο Ρενέ, μπορούσε να νιώσει και την μυρωδιά του εσωτερικού του και το ανεξήγητο σφίξιμο στο στομάχι του. Σαν να ετοιμαζόταν για κάτι πολύ σπουδαίο που δεν θα έπρεπε να αποτύχει. Κάτι τόσο σπουδαίο και σοβαρό, που από την μια το απόδιωχνε ως βαριά ευθύνη ή υποχρέωση και από την άλλη το λαχταρούσε όσο τίποτα άλλο στην ζωή του. Ααα, θα πρέπει να ήταν πολύ τυχερή η κυρία Μποζενί με όλα αυτά που είχε. Πολύ τυχερή. 
Πόσο να ήταν ο Ρενέ, δώδεκα; Ελαφριά δεκατρία; Αλλά έλεγε δεκατέσσερα με το ύφος του δεκαπεντάρη. Σοβαρός.
«Πώς πας στο σχολείο Ρενέ;»
Η φωνή της μαντάμ Μποζενί είχε κάτι από την ομορφιά της Ορλί Βολερόν της μεγάλης τραγουδίστριας των ερωτικών τραγουδιών που άρεσε σε όλους τους μεγάλους του κόσμου, αλλά και σε εκείνον. Η φωνή της κυρίας Μποζενί ξεκινούσε σαν την φωνή της μεγάλης ντίβας, στρωμένη στα απαλά μπάσα της βελούδα και τελείωνε συστρεφόμενη επάνω στα καλύτερα μετάξια της ανατολής. Υποσχόταν συνεχώς συνέχειες που χρειαζόταν τεράστιο θάρρος, επισκεπτήρια, μπιλιετάκια, που έμοιαζαν όλα με μικρές κόκκινες αδιάντροπες γλωσσίτσες, αλλά ποτέ δεν κρατούσε τον λόγο της, ποτέ δεν ενέδιδε σε καμιά από τις ασαφείς υποσχέσεις της, σαν την επαγγελματία απατεώνισσα που μόνο τάζει γελάει και χάνεται μέσα στον χρόνο που φθίνει… Αα, ο Ρενέ θα ήθελε να ήταν η μαντάμ Μποζενί, όχι για τίποτα άλλο, αλλά για να μπορεί να αγγίζει σαν δικά του, όλα εκείνα που ονειρευόταν τα περισσότερα βράδια.
«Καλά μαντάμ Μποζενί. Καλά τα πάω στο σχολείο» Η φωνή ήταν γεμάτη γρέζια. Γεμάτη από κοφτερά μισητά και γεμάτα παιδικότητες γρέζια.
«Είμαι σίγουρη πως τα πας Ρενέ.»
Η μαντάμ Μποζενί θα ήταν λίγο μικρότερη από την μάνα του. Διατηρούσε εκείνο το κομμωτήριο στην οδό Σαμφιορέ 17 στο τέλος όλων των ακριβών κεντρικών καταστημάτων που από τις βιτρίνες τους περνούσε υποχρεωτικά όλος ο καλός κόσμος της πόλης του Κλυσύ. Στην διασταύρωση με την λεωφόρο Μπερμόντ. Εκεί, πίσω από τις κροκί ελαφρές κουρτίνες που άφηναν να περνούν μονάχα τα σχήματα των πελατών στο έξω κόσμο, διατηρούσε ένα καλό όνομα και μία βαθιά ιστορία, καθώς πολλά λεγόταν... 
Αυτέ οι κροκί κουρτίνες λοιπόν, έβαζαν σε υποψίες τον Ρενέ. Τον έκαναν να φαντάζεται -και αυτό μεταξύ μας- πως εκεί μέσα γινόταν πάρα πολλά πράγματα. Γύμνιες και τέτοια δηλαδή. Στα σίγουρα τα βράδια η Μαντάμ Μποζενί θα κούρευε τους κυρίους γυμνή, φορώντας μόνο κάποια δαντελένια εσώρουχα από εκείνα που προτιμάνε εντελώς άγνωστους λόγους οι γυναίκες. Σε αυτό σημείο ήταν χαζές. Μα εντελώς χαζεμένες… Ο πισινός της θα ήταν μαλακός. Και ζεστός. Βέβαια, δεν θα μπορούσε να μην είναι ζεστός. Θα την έπιαναν την ώρα που τους κούρευε στα.. στα βυζιά!
«Ρενέ θα μου πεις τι σκέφτεσαι;»
Τα αγγίγματα της μαντάμ κατάφερναν και μετέφεραν όλο της το αψεγάδιαστο εαυτό με κάποιον τρόπο που δεν θα μπορούσε παρά είναι μαγικός μέσα σε ολόκληρο το κορμί του. Η σάρκα της ήταν πράγματι μαλακή. Μαλακή σαν βούτυρο και πολύτιμη, Έτσι θαρρούσε. 
Ο Ρενέ το πήρε απόφαση. Οι μαλακές και θερμές σάρκες των γυναικών, ήταν ο ό,τι το καλύτερο είχε να επιδείξει ο πλανήτης!
Ο Ρενέ έσπρωξε με τρόμο, τον αγκώνα του λίγο παρά έξω. Το ύψος του μπράτσου της καρέκλας του, έφτανε ακριβώς στην συμβολή των τριών σημείων. Στην ένωση των ποδιών της και του χαμηλού της κοιλιάς της. Εκεί ακριβώς που οι γυναίκες είχαν εκείνο το σπουδαίο τους πράγμα. Πώς να ήταν της μαντάμ Μποζενί εκείνο το πράγμα;. Μεγάλο τα σίγουρα θα ήταν και πολύ φουντωτό. Τόσο χρονών γυναίκα. Πάντως ήταν και λίγο δύσκολα όλα αυτά. Τι λίγο, πολύ. Πολύ, μέχρι και κάμποσο τρομαχτικά…
Η μαντάμ κινιόταν χωρίς να δίνει σημασία. Πίεζε την συμβολή της στον σκληρό αγκώνα του Ρενέ σαν να ήταν το πλέον φυσικό πράγμα. Έφευγε και ξαναρχόταν και ο Ρενέ άπλωσε πόντο-πόντο το χέρι του όλο και περισσότερο. Όλο και παραέξω.
Λες να της αρέσει; Δεν μπορεί να μην το έχει καταλάβει, αλλά εάν το έχει καταλάβει και θέλει, γιατί πηγαίνει από την άλλη; Λες να μην της αρέσει; Να πάει να πει τίποτα στην μάνα μου; Ο γιός σας μου έπιασε εκείνο; Τον κούρευα και μου επιτέθηκε με τον αγκώνα του μέσα στην συμβολή των μαλακών ποδιών μου; Ο γιός σας μαντάμ Μαρί μου έκανε ανάρμοστες πράξεις με το αγκώνα του ανάμεσα στα τρυφερά μου πόδια; Να γίνει κάποιο πηγαδάκι μανάδων εγώ το θέμα της ημέρας;
«Έτοιμος Ρενέ.»
Η μαντάμ Μποζενί τράβηξε την πεσέτα από επάνω του και του χάρισε το γλυκύτερο χαμόγελό της. Ο Ρενέ πίστεψε πως μια γυναίκα σαν και αυτήν δεν θα μπορούσε ποτέ να μυρίζει άσχημα. Δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει κακή, δεν θα είχε ποτέ την δύναμη να μαλώσει κανένα άνθρωπο…
Ο Ρενέ της έδωσε τα αντίτιμο σε φράγκα, την ευχαρίστησε και βγήκε στο δρόμο με την σιγουριά πως αν ποτέ επρόκειτο να παντρευτεί, θα διάλεγε μια γυναίκα σαν και του λόγου της. Κομμώτρια, με χέρια απαλά, με ωραία μυρωδιά και μαλακιά σάρκα. Μια σαν την μαντάμ Μποζενί…

Photo credit: liber / Foter / CC BY-SA