Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Γυναίκες. Μορφές και δράματα ισχυρά. Θεές...

    Ποτέ δεν θα μπορούσε η αντιφεγγιά από το τζάμι του ειδώλου της να μου κάνει τέτοια εντύπωση. Εκείνο το φωτοστέφανο που υμνούσε την μορφή της, δεν ήταν θέμα κάποιας φυσικής υπέρβασης, ούτε καν κάποιο περισπούδαστο κόλπο του διαβόλου. Ήταν το αποτέλεσμα κάποιου σπουδαίου χειρούργου της νόησης με ειδίκευση στα ζωηρά φάσματα της φαντασίας, που από γεννησιμιού με ταλαιπωρούσε πως τάχα οι πίνακες του Καραβάτζιο υπήρχαν ακέραιοι στην φύση.
Πλασμένος ήδη από τις πρώτες ύλες του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, με χαρακτήρα γαλουχημένο από τις περίτεχνες αράδες του, γινόμουν ο άντρας που έπλαθε τα βράδια με τη φαντασία της, γιατί η κάθε γυναίκα φτιάχνει κάθε βράδυ μακρύ, ένα έρωτα ιδανικό, πλασμένο μόνο για εκείνη και τον τάζει στο φεγγάρι. 
      Η κάθε γυναίκα, της κάθε μοναξιάς… 
     Εκείνον ερωτεύεται κι εκείνον βαθιά της επιθυμεί. Με εμάς απλά βολεύεται. Γινόμαστε σκεύη ασημένια, μυστικά
διέγερσης πραγματικά, μυστήρια θετικά της θηλυκής της υπέρβασης. 
     Εγώ ήθελα να ήμουν μόνον αυτός που ήμουν. Εκείνος που καθόταν εκεί στο θολό πίσω, της κάθε αξιόλογης ζωής. Θυμόμουν τα λόγια της παλιάς πουτάνας με τα κρεμαστά στήθια και τις άχρωμες θηλές, που έπαιρνε για μερικά κατοστάρικα στην οδό Φυλής την παρθενιά μου. ‘’Ο άνθρωπος που δεν έχει σκιές στην ζωή του δεν έχει μαγεία. Τον βαριέσαι’’. Μετά είχε γελάσει με την απορία μου και μου είχε γνέψει με νόημα να την πλησιάσω. Η γυναίκα εκείνη. Τώρα την ένοιωθα μετά από είκοσι και πλέον χρόνια, περισσότερο δική…
      Χαμογέλασα στο παρόν. Το ίδιο και στην μορφή της γυναίκας που βρισκόταν απέναντί μου. Αρνήθηκα κουνώντας το κεφάλι μου να γίνω ο ταυρομάχος γύρω από το μακρύ της φουστάνι και παρέμεινα αναιδής πίσω της. ‘’Ποτέ’’, σκέφθηκα γεμάτος από έλλειψη σιγουριάς. Αν ήθελε, της θύμισα παριστάνοντας τον σκληρό, μια και ήξερε πως ήμουν μερικά μέτρα πίσω της, ας γυρνούσε κι ας ερχόταν σε μένα όρθια ή σαν την γάτα ακροπατώντας σαν αιλουροειδές, το ίδιο μου έκανε. Και ας τερμάτιζε τα παιχνίδια τα βάναυσα. Ο Μπόγκαρτ με το φανελάκι, φύσηξε στο μυαλό μου, τον καπνό του τσιγάρου του στηριγμένος με τον ώμο του στο κάσωμα της πόρτας στο καπηλειό της Καζαμπλάνκα.
     Η ματιά της έπαιζε με το εκείνο το μαύρο της νύχτας και φίλιωσε μέσα της με τον άπειρο χρόνο. Την κόρη της την είχε σταλμένη στην αδελφή της κι αυτή έμεινε εδώ για να με κάνει δούλο, για ακόμη μία φορά, της ανάγκης μου για εκείνη. ‘’Αλέθει σαν μυλόπετρα η γυναίκα αγόρι μου. Σε χώνει στην γλύκα της και σε κάνει οπαδό της ίδιας σου της μοίρας’’.
     Αυτή η ματιά της λοιπόν, η από σπόντα ματιά που σήκωνε σαν κουρασμένη από το υποτιθέμενο βιβλίο του Μαρξ που κρατούσε, τάιζε κάθε ηλίθια ματαιοδοξία μου, πως τάχα ήμουν για εκείνη ο ανυπέρβλητος εραστής με τα χίλια πρόσωπα που μέσα από τα λόγια μου γινόμουν ο ταξιδευτής της, ο βαρκάρης που την πήγαινε κάθε φορά βόλτα στον σκοτεινό Αχέροντα ποταμό και που πάντα ξεχνούσε να την γυρίσει. Γινόμουν το αστέρι που της έδειχνε τον δρόμο του γυρισμού ισχυριζόταν αργότερα και αν το αρνιόμουν -πως τάχα τα πολυέλεγε- απειλούσε με ξεριζωμό  -πάνω στον έρωτα- την κάθε της λογική, την κάθε της θέληση, τον κάθε της ζωογόνο πόνο. Έτσι μου έλεγε κάθε φορά με δυό μάτια μαύρα σαν κάρβουνα σωστά στα δικά μου χωμένα μέσα.
   «Δεν με αφήνεις μόνη με τις γυναίκες που ερωτεύθηκα και με τους άντρες που πόθησα, με δένεις με μια κατάρα να θέλω μόνο εσένα» έτσι μου ψιθύριζε. 
   «Παντρεύτηκες όμως» της θύμιζα τις ώρες που η ύπαρξη γινόταν ένα με την ανυπαρξία και η ησυχία ακόμα ένα, με τις όμορφες βουές κάθε καλοκαιρινής βραδιάς, κάθε μισάνοιχτης πόρτας μπαλκονιού. Μα εκείνη δεν απαντούσε και άπλωνε τα πόδια της στις άκρες του κόσμου με την ευλυγισία της αθλήτριας. Για ακόμη μία φορά.
   Η Μία ποτέ δεν ντύθηκε για να μείνει ντυμένη. Πάντοτε ντυνόταν με το μυαλό στο γδύσιμο. Το έπαιζε το παιχνίδι της. Με είχε μαθημένο κι ας νόμιζα πως εγώ ήμουν ο κυνηγός, πως τάχα ήμουν ο θύτης. Ας νόμιζα πως εγώ την καταφέρνω κάθε φορά που χώνομαι στα ξέχειλα χείλια της για μια σταγόνα νέκταρ.
   Φαρδιά απ’ τις γέννες, άνετη, λυσσούσε για πλήρωση. Γύμνωνε τα δόντια της, για ομορφιά και ταξίδια στα σεντόνια της τα κοινόχρηστα, τα ιδρωμένα με όλα τ’ αρώματα της φύσης και τ’ άλλα εκείνα των αντρών της φαντασίας της που λαχταρούσε κάθε φορά που τα σκυλιά γαυγίζαν και έχωναν την μουσούδα τους στον οίστρο μιάς αδέσποτης σκύλας.
Ένα πόδι ολόκληρο γυμνό στην μιά του μεριά, μια και το φουστάνι το προκαλούσε και ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι το δεξί με τα δάκτυλα της πιανίστας προκλητικά τεντωμένα. Τα νύχια της μακριά, του ίδιου του σατανά μαύρα και σκληρά. Η πλάτη της γυμνή πλανεύτρα με μία γραμμή στην ραχοκοκαλιά, χνούδι, κλεμμένη απ’ το ροδάκινο, τις ώρες της αιφνίδιας ανατριχίλας. Η μόνη σουίτα, η αγκαλιά της στην λοκάντα της ερημιάς που είχε βολέψει με αγάπη τον Φρανκ Σινάτρα, την Τζίνα Λολομπριτζίτα, και την μιλιά του Άρμστρονγκ στο προσκεφάλι της με την ίδια την άνεση που θα φίλιωνε με τον κακό εγκληματία που ξεπαρθένευε αγόρια και κορίτσια στις ερημίες και στους έρημους καγιάδες. 
     Αυτή ήταν! 
   Μια δυστυχισμένη που έπρεπε να ζει με όλα της τα οράματα, με όλες τις επιθυμίες χωρίς να μπορεί ούτε να ξεφύγει από αυτές, μα ούτε και να τις χορτάσει. 
Ποτέ μου δεν βαρέθηκα τις γυναίκες με οράματα. Λάτρευα όλες εκείνες που μέσα από τα ‘’όχι’’ τους γουργούριζαν μισά ‘’ναι’’ και εννοούσαν όλες τις αληθείς καταφάσεις της υφηλίου, σαλιωμένες μέχρι τα μπούνια, σαν τις σελίδες κάποιου διεστραμμένου πορνογραφήματος της ιστορίας. Ομοίως δεν χόρταινα τα φουστάνια που μύριζαν ορμές αδήλωτες γιατί έκρυβαν μέσα από τις προσκυνιές των άγιων εικόνων, τους μεγαλύτερους έρωτες και τις ηχηρότερες φωνές. Γυναίκες. Μορφές και δράματα ισχυρά, Θεές…
    Η Μία δεν θα ερχόταν. Ήταν γεννημένη να είναι το θηρίο που υποτάσσει. Η πανέμορφη τίγρης με το μαστίγιο. Το αιλουροειδές που αγριεύει τις γλύκες του μέσα στην ζούγκλα των ώριμων αντρών. Προσπερνούσε χιλιάδες από δαύτους όμορφους κι άσχημους κι ερχόταν σε μένα σαν το γατί της γειτόνισσας που γνωρίζει και νιαουρίζει αγριάδες σε τόνο κατάφασης με κάποιο κώδικα που έχει με τα χρόνια ανεπτυγμένο.
    «Τι κόσμος κι αυτός ε;»
    «Ναι τι κόσμος κι αυτός» συμφώνησα.
   Ετοιμαζόμουνα να μεταλάβω των αχράντων μυστηρίων, να νοιώσω την μετάνοια για κάθε φωνή σε ξένο κρεβάτι και κλάμα σ’ αυτό. Η Μία ήταν έτοιμη εδώ και καιρό. Από τότε που γεννήθηκε για εμένα. 
    «Ααα δεν βρίσκω καμιά σαν εσένα» επέμεινα την ώρα που την άγγιζα.
    «Είναι που τις νυχτιές μαζεύονται οι ώριμες και ξαποσταίνουν»
    «Στα κρεβάτια οι γυναίκες ωριμάζουν, δεν το νομίζεις αυτό;»
   «Ωωω, οι γυναίκες στα κρεβάτια αναγκάζονται να δουν τον εαυτό τους, μα τις περισσότερες φορές σαν το κάνουν με ειλικρίνεια, τρομάζουν και κλείνονται στην σιγουριά της κάθε ηθικής προσταγής, της κάθε νομιμότητας ή της καταδεκτικής εκκλησίας» γέλασε «Ξεχνούν. Δεν ξέρετε κύριε πόσο εύκολα ξεχνάει μια γυναίκα. Ααα, και πόσο εύκολα θυμάται… Δεν μου λέτε, το θαρρείτε αυτό;»
     Με τα χέρια της κρατούσε τα δικά μου. Πίστευε πως με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε ίσως να μετριάσει τις κινήσεις μου ή να γίνει για άλλη μία φορά η κυρίαρχος του παιχνιδιού. Το ήξερε το παιχνίδι της. Το έπαιζε στα χέρια της από μικρή, μα δεν εύρισκε παίχτες να παίξει. Αντιπάλους. Οι πιο δυσεύρετοι αντίπαλοι είναι εκείνοι των κρεβατιών. Στα κρεβάτια βρίσκει κανείς υποτακτικούς συμμάχους, αλωμένες ψυχές, ενδοτικούς εκπροσώπους του κάθε φύλου, μα όχι γνήσιους αντιπάλους. Όχι τέτοιους. Όχι.
   Έτσι ήταν η Μία. Μακρινή και υπέροχη αντίπαλος. Ψηλή ίσαμε ένα και ογδόντα με στήθος μικρό και σκούρες ρόγες μυτερές -με την αριστερή, να ζαρώνει λίγο περισσότερο από την δεξιά σαν ερεθιζόταν-, με μια τόση δα ελάχιστη ελιά στο πλάι του αφαλού της σημάδι του Θεού κατά πως έλεγε η μάνα της ή οι πολλοί εραστές της. Ποτέ μου δεν κατάλαβα. Γεννημένη στη Κηφισιά. Τόσο απλά. Μα είχε ξεφύγει. Είχε ξεφύγει… Την είχε την υπέρβαση από την γέννα της.
   Τέλειωνα πια μέσα της την χαρά μου κι εκείνη μ’ ακολουθούσε κατά πόδας. Αγέρωχη, χωρίς φωνές, γεμάτη αποδοχές για το επικείμενο γεγονός. Με το ένα πόδι καμωμένο από μπετόν στο πάτωμα σταθερό. Ασάλευτο. Άτρωτο από κάποια άλλη έννοια. Το άλλο στον αέρα. Όμορφο, γυναικείο, σχεδόν τρεμάμενο. Σήμερα εδώ μια ιέρεια, μια πουτάνα και αύριο μια γυναίκα, μια σύντροφος, μία πολύ γλυκιά μαμά, ένα μέλος τακτικό της φιλοπτώχου και άλλο ένα του συλλόγου γονέων στο τέταρτο γυμνάσιο της περιοχής. Το πόδι της το δεξί λυγισμένο επάνω στο πρεβάζι. Λίγες ακόμη ανάσες. Στο χέρι της το ουίσκι να λικνιέται κίτρινο στο γυάλινο ποτήρι και το κεφάλι με το μακρύ κορακίσιο της μαλλί δυό ιδέες πίσω. Η φλέβα στο λαιμό της σκληρή. Πεταμένη να μαρτυρά τον απόηχο της αγωνίας.
    «Οι άνθρωποι του Νότου γαμούνε έτσι, από τον Νότο είσθε;»
    Τι να της πω, συμφώνησα. Της είπα πως όλοι εμείς που κρατάμε από τον Νότο έχουμε κάποιο χάρισμα. Κάποιο καλό χάρισμα στον έρωτα επάνω.
   «Α, μα το ήξερα, πως στα χέρια σας θα γίνω κουβάρι. Παντρεμένη γυναίκα, ξέρετε…»
Δεν με φίλησε. Ποτέ της δεν το έκανε. Πάντοτε έφευγε και ερχόταν σαν ξένη εδώ και είκοσι χρόνια τώρα και εγώ έμενα πάντα να την κοιτάζω βουβός με λίγο κοκκινάδι στον λαιμό μου.
   Η Έλλα Φιτζέραλντ από ένα πικάπ μάγευε την ώρα που εκείνη φτιαχνόταν. Ένας άντρας από τον διάδρομο που περνούσε, επέμενε στην γυναίκα του πως είχε δίκιο. Ο καπνός από το τσιγάρο μου φάνταζε γαλάζιος κωθώς κοιτούσα το ουίσκι στον πάτο του ποτηριού μου. Η ταπετσαρία του πανδοχείου έχανε τον ειρμό της σε κάποιο σημείο και μπέρδευε τα αλλόκοτα σχέδιά της στο πρόχειρο ντουβάρι επάνω. Το άρωμα της Μία έστεκε παντού, βαρύ νοσταλγικό κι αδυσώπητο. Το χαμόγελό της ήταν εκείνο της μαθήτριας που μόλις είχε βγάλει το μολύβι από τα στόμα.
   Η πόρτα έκλεισε με μία ματιά και ένα ελαφρύ θόρυβο.
   Θεέ μου πως έπλασες έτσι κάποιες γυναίκες…
   Ποτέ δεν θα μπούμε οι άντρες μέσα στο νόημα…
  •   Τα sites που επιθυμούν να αναδημοσιεύσουν το άρθρο παρακαλούνται να χρησιμποιούσουν τον ακόλουθο συνδεσμο: Γράφει ο  Γιώργος Σ. Πολίτης

*οι εικόνες είναι επιλεγμένες από το www.foter.com